Ο Παίκτης και το Παίγνιο
…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…


…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…
Η σκέψη βάζει τη φαντασία και την πραγματικότητα να περπατήσουν μαζί στον ίδιο δρόμο. Καθώς προχωρούν, συνειδητοποιούν πως είναι δύο συνεργάτες, που άργησαν να γνωριστούν.
Ανακαλύπτουν πως έχουν πολλά κοινά: την ευκολία να δίνει η μία τη σκυτάλη της έκφρασης στην άλλη, αδιαφορώντας για το τέρμα και δίνοντας σημασία στη συνέχεια.
Την έλλειψη εγωισμού στη διεκδίκηση της τελευταίας φράσης, γιατί πιστεύουν ότι σε κάθε φράση πρέπει να δοθεί η ευκαιρία να δημιουργήσει τις δικές της συνθήκες· προϋπόθεση, για να βαδίσουν σε καινούργιους δρόμους.
Τον κύκλο, αγαπημένο τους σχήμα, όπου δεν υπάρχουν αριθμημένες θέσεις για την αρχή και το τέλος.
Τελικά πρόκειται για μια αναπόφευκτη γνωριμία, ικανή ν’ αφαιρέσει κάθε ενδοιασμό που ένιωθαν, όποτε υπήρχε ανάγκη ν’ ανταλλάξουν στοιχεία μεταξύ τους.
Άλλωστε, η δημιουργία δεν αποκλείει κανένα υλικό, όπως και η ζωή δεν αποκλείει κανένα πλάσμα.
άπιστε στίχε και πικρέ που μόνο με κολάζεις
ποια μοναξιά ποιαν έλλειψη δήθεν εξαγοράζεις
Έζησα και πέθανα στην ακαμψία.
Μου διέφυγε το παιδί που με κρατούσε όρθιο.
–
Τα βουνά εκεί.
Δίχως πλαστά δέντρα.
Χωρίς ίχνος καπηλείας.
Αρχίζω να σκέφτομαι ήσυχα.
–
Από γεννησιμιού μου πήρα την όψη σου.
Με τύφλωσες, πατέρα.
Δεν έγινα άντρας για ζωή.
–
Αθώοι τάχα.
Άμαθοι δήθεν.
Ετοιμαστήκαμε στο ψέμα.
Ανατινάξαμε το είναι.
–
Πολιτεία, σε γέμισα τσιμέντο.
Αφυδατώθηκες.
Έχασα το περίγραμμά σου.
“Η ανάκαμψις αρχίζει!”
Κάτι τέτοιο, το δίχως άλλο, θα υπαγορεύτηκε κάποτε
και σ’ έναν εκ των πρώτων Αυστραλοπιθήκων…
και ξεκίνησε η πορεία προς τη μεγάλη δόξα,
καθώς εκείνος,
αψηφώντας τις νουθεσίες κάποιων φρονιμοτέρων πιθηκοειδών,
είπε να ζήσει “πάνω από τις δυνατότητές του”.
Τοποθετήθηκε ο ένας σπόνδυλος πάνω στον άλλον:
“homo erectus”, απεφάνθησαν οι ειδικοί,
έκθαμβοι μπροστά στον τιτάνιο άθλο
που υπαγόρευε η αδιανόητη μετάβαση
από τον τετραποδισμό στον διποδισμό.
Με κίνητρο την ποιητική του ανάγκη και την αγάπη του για το νησί και τους ανθρώπους του ο Σπύρος Κοσμάς παραθέτει σε έμμετρο λόγο όσα αποθησαύρισε από τον κόσμο αυτόν.
Το έργο του διαπνέεται από λυρισμό, συναρπαστικές εικόνες και πορτραίτα των πρωταγωνιστών και αποτελεί μια ωραία ανάσα στη σημερινή τεχνοκρατική και στεγνή κοινωνία μας.