Περιεχόμενα
– Ευχαριστίες
– Η αισθητική διάσταση
– Πρόλογος
– Πρώτο μέρος
– Δεύτερο μέρος
– Τρίτο μέρος
– Τέταρτο μέρος
– Πέμπτο μέρος
– Συμπέρασμα
– Επίμετρο: Ντάγκλας Κέλνερ: Για το έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε “Η αισθητική διάσταση”


Το ποιητικά γραμμένο αυτό κείμενο είναι η διαθήκη τού Χέρμπερτ Μαρκούζε (1896-1979), ενός από τους πιο γνωστούς και ριζοσπαστικούς φιλοσόφους τού 20ού αιώνα. Είναι οι τελευταίες πινελιές που βάζει στο όραμά του για την απελευθέρωση του ανθρώπου, συνοψίζει τις συνεισφορές του και συνάμα αποκαλύπτει τους περιορισμούς της σκέψης του. Είναι από τα πιο ζουμερά, συμπυκνωμένα και εκφραστικά έργα του. Συγχρόνως, αποτελεί το απόσταγμα της αισθητικής θεωρίας τής λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης, που οι βασικοί στοχαστές της εγκατέλειψαν τη χιτλερική Γερμανία και κατέφυγαν στην Αμερική ώσπου να περάσει η θύελλα.
– Ευχαριστίες
– Η αισθητική διάσταση
– Πρόλογος
– Πρώτο μέρος
– Δεύτερο μέρος
– Τρίτο μέρος
– Τέταρτο μέρος
– Πέμπτο μέρος
– Συμπέρασμα
– Επίμετρο: Ντάγκλας Κέλνερ: Για το έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε “Η αισθητική διάσταση”
Κριτική της Τέχνης – Κριτική της Κοινωνίας, ήταν ο τίτλος του Σεμιναρίου αισθητικής του καθηγητή μας Olivier-Renault d’Allonnes στη Σορβόνη. Τον ίδιο τίτλο δώσαμε και στον παρόντα τόμο, αποτίοντας έτσι τιμή σ’ έναν πρωτοπόρο και διεθνούς εμβέλειας ερευνητή και καθηγητή της αισθητικής και της κριτικής θεωρίας. Ο Olivier-Renault d’Allonnes, ο Έλληνας, ο Εβραίος και ο Γάλλος θεωρητικός του ρεμπέτικου, του Σαίνμπεργκ και του Αντόρνο, ο οποίος είχε καταλήξει να ζει για την Αισθητική, αναπολώντας συγχρόνως το ιστορικό Artisanat (χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στον τοίχο πίσω από την καρέκλα του γραφείου του στο σπίτι του είχε μια συλλογή εργαλείων επιπλοποιού), από τον Μάρτιο του 2009 δεν είναι πια μαζί μας. Βιώνοντας έντονα τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης: γενικευμένη αλλοτρίωση, αποξένωση, διάλυση ή ακόμη και αποσύνθεση της όποιας ιστορικής συνείδησης και κοινωνικής υποκειμενικότητας που υπήρχε από πριν μέχρι την εμφάνιση και διάδοση στα νεότερα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, επέστρεψε λίγο πριν τον θάνατό του στο χωριό του στη Βρετάνη και στη συνέχεια στη μητρική του γη.
Όλες οι βεβαιότητές μας για το νόημα ιδεών και λέξεων (νόημα που η σύγχρονη κουλτούρα θεωρεί δεδομένο) κλονίζονται ή ανατρέπονται όταν διαβάζουμε τα βιβλία του Ιλλιτς. Το θεωρητικό του έργο αντιπροσωπεύει μια ριζική κριτική στη βιομηχανική κοινωνία, στην τεχνολογία και στους σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς. Είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση και μια πρόσκληση για μιαν “αλλαγή τρόπου σκέψης”, που ανατρέπει πλήρως τη σημερινή μας κοσμοαντίληψη. Φιλοδοξεί να μας προμηθεύσει μιαν άλλη γλώσσα και μιαν άλλη σκέψη, που θα μας δίνει τη δυνατότητα να επιμένουμε στην αυτόνομη και δημιουργική δράση. […]
Σύμφωνα με τον Ιλλιτς, πρέπει να πάψουμε να ταυτίζουμε την πρόοδο με τον πολλαπλασιασμό εμπορευμάτων και πρέπει να σκεφτούμε με εντελώς νέο τρόπο την αλληλοσυσχέτιση αναγκών και ικανοποιήσεων. Ένα πρόγραμμα “συμβιωτικής λιτότητας” πρέπει να αντιταχθεί στην απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος, προκειμένου να ευνοήσει την παραγωγή αξιών χρήσης που δεν εμφανίζονται στην αγορά.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, Ιούλιος 1999)
Στο βιβλίο του ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ (πρώτη έκδοση 1946) ο Μπούμπερ εξετάζει τον ουτοπικό σοσιαλισμό. Ασχολείται όχι τόσο με την ανάπτυξη της ιδέας όσο με την ιδέα στην εξέλιξή της. Από το πλούσιο διαθέσιμο υλικό για το θέμα του, ο συγγραφέας παρουσιάζει μόνον ό,τι θεωρεί ουσιώδες για την εξέταση της καθαυτό ιδέας. Ακόμη, πραγματεύεται τις παράτολμες αλλά εύθραυστες προσπάθειες να πραγματωθεί ο ουτοπικός σοσιαλισμός. Έτσι, ο αναγνώστης διαθέτει ό,τι χρειάζεται, προκειμένου να παρακολουθήσει την κριτική που ασκεί ο Μπούμπερ στη θεωρητική και στην πρακτική σχέση του μαρξισμού με την ιδέα της ανανέωσης των κοινωνικών δομών. (Γιώργος Κορδομενίδης, Αγγελιοφόρος, 2/12/2001)
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
Λένε πολλοί πως «η σύγχρονη τέχνη βρίσκεται σε κρίση», χωρίς να καταλαβαίνουν ότι η κρίση αυτή συμβαδίζει με έναν τρόμο που απειλεί πράγματι κάθε παράσταση. Χωρίς την τρομοκρατία, τα έργα του 20ού αιώνα είναι αδιανόητα, αόρατα. Χωρίς τον πολλαπλασιασμό των κινδύνων, το δράμα των σημερινών επιφάσεων είναι ακατανόητο, κατά ορισμένους επιλήψιμο… Πράγματι, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα η Τέχνη ήταν ακόμα μόνον ο πρόδρομος των τραγωδιών που έμελλε σύντομα να μας πλήξουν, στις αρχές του 21ου αιώνα, ίσα ίσα, η επιστήμη οφείλει να προεικονίσει το άγχος του μέλλοντος. Απαιτώντας με τη σειρά της μία ελευθερία έκφρασης στο ύψος των φιλοδοξιών της, η τεχνοεπιστήμη εγκαινιάζει έναν «εξπρεσιονισμό», του οποίου ο άμετρος χαρακτήρας είναι εφάμιλλος μόνο με την ικανότητα της τεχνοεπιστήμης να ανατρέπει κάθε νόμο, κάθε ηθική, στο όνομα μόνο της παντοδυναμίας της. Για τον Βιριλιό, η κρίση της σύγχρονης τέχνης είναι ο μισθός του φόβου: φόβου μίας μαζικής κουλτούρας που οδηγεί στην εξολόθρευση, και φόβου μίας σιωπής που ταυτίζεται με την ανανδρία αφού, ως γνωστόν, όποιος δε μιλάει, συναινεί.
Τόπος ανάδυσης της πολιτικής, η ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ είναι και ο τόπος ανάδυσης της στρατηγικής, καθώς γεωπολιτική και γεωστρατηγική συγχέονται στα τείχη, στους πύργους, στο οδικό της δίκτυο.
Ωστόσο, από το 2001 και μετά, αυτή η γεωγραφική διάσταση των συγκρούσεων έχει αλλάξει ριζικά φύση, σε σημείο που η ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ συγκέντρωση να υπερτερεί στο εξής από την πάγια ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ των εθνών.
Μετά τη Χιροσίμα, η μεγάλη επίθεση εναντίον της Νέας Υόρκης εγκαινίασε την εποχή της “ανισορροπίας του τρόμου”, καταστρέφοντας τη στρατηγική σημασία όχι μόνο του αριθμού των αντιπάλων, αλλά και κάθε έκτασης.
Επικεντρώνοντας έτσι τον φόβο στη συγκέντρωση των μητροπόλεων και μόνο, ο αυτοκτονικός χαρακτήρας της εμπλεκόμενης δράσης κατέστρεψε, μαζί με τη στρατηγική μορφή του πολέμου, την πολιτική μορφή της πόλης.
Πρωτοφανές ιστορικό συμβάν, στο οποίο εξαφανίζεται, μαζί με τον διακηρυγμένο εχθρό, και η δυνατότητα μιας οποιοσδήποτε νίκης… αφού κανένας δεν μπορεί να νικήσει σ’ έναν “πόλεμο” στον οποίο είναι άγνωστος ο “εχθρός”.
Μετά την αυτοκτονική κατάσταση της γεωπολιτικής των συνασπισμών Ανατολής / Δύσης, που θεμελιωνόταν σαν απειλή της εξασφαλισμένης αμοιβαίας καταστροφής, προβάλλει, τη χαραυγή της τρίτης χιλιετίας, ένας νέου τύπου MASS KILLER, καθώς η αυτοκτονία του τρομοκράτη αντικαθιστά τον θάνατο του πολίτη- στρατιώτη στη μάχη. Χωρίς κήρυξη πολέμου, χωρίς σημαία, χωρίς όνομα και κυρίως χωρίς μάχη, χωρίς καμιά διεκδίκηση, ο μαζικός φονιάς, που μπορεί να σβήσει κάθε ζωή στην πόλη χρησιμοποιώντας τα όπλα μαζικής καταστροφής, τερματίζει την εποχή του παγκόσμιου γεωπολιτικού πολέμου και εγκαινιάζει την εποχή της παγκοσμιοποίησης μιας μητροπολιτικής τρομοκρατίας στην οποία η απώλεια σημασίας της εδαφικής έκτασης των εθνών αντισταθμίζεται από την κρίσιμη μάζα των μεταναστευτικών συγκεντρώσεων, τις οποίες κανείς δεν κυβερνά πραγματικά.