Περιεχόμενα
– Ευχαριστίες
– Η αισθητική διάσταση
– Πρόλογος
– Πρώτο μέρος
– Δεύτερο μέρος
– Τρίτο μέρος
– Τέταρτο μέρος
– Πέμπτο μέρος
– Συμπέρασμα
– Επίμετρο: Ντάγκλας Κέλνερ: Για το έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε “Η αισθητική διάσταση”


Το ποιητικά γραμμένο αυτό κείμενο είναι η διαθήκη τού Χέρμπερτ Μαρκούζε (1896-1979), ενός από τους πιο γνωστούς και ριζοσπαστικούς φιλοσόφους τού 20ού αιώνα. Είναι οι τελευταίες πινελιές που βάζει στο όραμά του για την απελευθέρωση του ανθρώπου, συνοψίζει τις συνεισφορές του και συνάμα αποκαλύπτει τους περιορισμούς της σκέψης του. Είναι από τα πιο ζουμερά, συμπυκνωμένα και εκφραστικά έργα του. Συγχρόνως, αποτελεί το απόσταγμα της αισθητικής θεωρίας τής λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης, που οι βασικοί στοχαστές της εγκατέλειψαν τη χιτλερική Γερμανία και κατέφυγαν στην Αμερική ώσπου να περάσει η θύελλα.
– Ευχαριστίες
– Η αισθητική διάσταση
– Πρόλογος
– Πρώτο μέρος
– Δεύτερο μέρος
– Τρίτο μέρος
– Τέταρτο μέρος
– Πέμπτο μέρος
– Συμπέρασμα
– Επίμετρο: Ντάγκλας Κέλνερ: Για το έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε “Η αισθητική διάσταση”
“Κάτι μας κρύβουν η κουρτίνα σηκώνεται…” υποψιαζόταν ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Σ’ αυτή την αρχή της νέας χιλιετίας, είμαστε πάλι θεατές που περιμένουν αμίλητοι να σηκωθεί η κουρτίνα, χωρίς να τολμούν να πιστέψουν σε ό,τι θα δουν να έρχεται. Στο έργο αυτό, εισαγωγικό στη θέση του για το ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ, ο Πωλ Βιριλιό πραγματεύεται τη γέννηση του φιλοσοφικού παραληρήματος, της φιλοτρέλας, μιας προόδου που έχει γίνει αυτοκτονική και τους τελευταίους ηθοποιούς της.
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
Στη Δυτική κοινωνία ο πολιτικός βερμπαλισμός εκφράζει μια διπλή αυταπάτη, ενώ συγχρόνως την γεννά. Παρευρισκόμαστε στην ανάπτυξη της αυταπάτης του πολιτικού ανδρός που πιστεύει πως κουμαντάρει τον κρατικό μηχανισμό και πως παίρνει πάντα αποτελεσματικές πολιτικές αποφάσεις, ενώ είναι ολοένα περισσότερο ανίσχυρος απέναντι στην αυξανόμενη ακαμψία των κρατικών μηχανισμών.
Αλλά η ισχύς και η αποτελεσματικότητα των μέσων δράσης του κράτους, που παρεμβαίνουν ολοένα πιο βαθιά και επακριβώς στη ζωή του έθνους και στη ζωή των πολιτών, κρύβουν αυτή την ανισχυρότητα του πολιτικού ανδρός. Ο πολιτικός, κι αν ακόμη είναι δικτάτορας, δεν ασκεί εν τέλει κανέναν έλεγχο πάνω σ’ αυτά τα μέσα. Παράλληλα, εμφανίζεται η αυταπάτη του πολίτη, που, ζώντας ακόμη με την ιδεολογία της λαϊκής κυριαρχίας και των δημοκρατικών συνταγμάτων, πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει την πολιτική, να την προσανατολίσει, να συμμετάσχει στην πολιτική λειτουργία, ενώ το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να ελέγχει ουσιαστικά ανίσχυρους πολιτικούς. Βασιζόμενος σ’ αυτή τη διπλή αυταπάτη, εμπλέκεται σ’ ένα διάλογο ανίσχυρων.
Υπάρχει απάντηση σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση; Αν υπήρχε, θα ήταν οπωσδήποτε ταπεινή και ηρωική.
Προσπαθήσαμε να φανερώσουμε τις σημαντικές τάσεις: το ζήτημα της ταχύτητας την ταχύτητα ως ουσία του πολέμου την τεχνολογία ως παραγωγό της ταχύτητας τον πόλεμο ως επιμελητεία, όχι ως στρατηγική τον ενδο-αποικισμό την αποτροπή τα έσχατα όπλα τον Καθαρό πόλεμο.
«Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Μ.Κ.Δ.) διαπερνούν την κοινωνία ως γεωμετρικό σχήμα, ως σώμα μιας ακανόνιστης σφαίρας, συνδέοντας τα άτομα ως σημεία-κόμβους μεταξύ τους.» Αυτή είναι η λανθάνουσα παράσταση που σχηματίζουμε για τα μέσα, όταν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Η θαμπή παράσταση συνδηλώνει την αφαίρεση του περιεχομένου της κοινωνίας, τη φαντασματοποίησή της. Τα Μ.Κ.Δ. «προάγουν» ένα είδος γεωμετρικής και μαθηματικής κανονιστικότητας των σημείων-κόμβων, αίρουν την κοινωνία ως σώμα πάνω από την υλική της υπόσταση, θέτοντας στη θέση της ένα πενιχρό αντίγραφο, το οποίο αξιώνει επιπλέον να είναι ανώτερης ποιότητας· τα μέσα ενθρονίζονται καταμεσής του ανύπαρκτου σώματος της κοινωνίας ως αυλή μισοσκότεινη μορφή αντιπροσώπευσης του Κοινωνικού, ως ατοπία του.
Μέσα από την προσωπική και θεωρητικά επεξεργασμένη εμπειρία, η ανά χείρας εργασία συνδιαλέγεται στοχαστικά με τη χρήση των μέσων αποκαλύπτοντας πίσω από τις πολυδαίδαλες ψηφιακές σχέσεις τον σολιψισμό του χρήστη. Το ψυχικό αυτό καθεστώς συνεπάγεται πλήγμα του Κοινωνικού στους θεμέλιους λίθους του και αποδόμησή του. Από την άλλη, η ψηφιακή μοναχικότητα του χρήστη αποτελεί παράπλευρη απώλεια της προοπτικής, την οποία του εμφυσά το μέσο· είναι αποτέλεσμα της έξης στη σαγήνη. Αμφότερα, προοπτική και σαγήνη, συνταυτίζονται και συνδράμουν στο να καταλάμψει ο εαυτός στην πίστα της μετουσίωσης – και τούτο αφού προηγουμένως αμελήσει ο χρήστης το προαπαιτούμενο το οποίο έγκειται στην απόθεση του σώματος πριν την άνοδο στη σκηνή.
(Μια ενδιάμεση κατάσταση ή ουδέτερη ζώνη είναι ο πόθος, η αυτοδιαφήμιση γυναικείου κάλλους: απλόχερος γυναικείος ναρκισσισμός και ‘αφιλοχρήματη’ εμπορία γυναικείας σάρκας· από την πλευρά του άντρα: μετατροπή του οφθαλμού σε μυζητήρα και της οθόνης σε μητρικό μαστό.)
Την πίσω πλευρά της μετουσίωσης και του πόθου απαρτίζουν οι λεκτικές αψιμαχίες, οι εξυβρίσεις και η χυδαιολογία. Η άμεσα ανερχόμενη συνείδηση της ανελευθερίας ανακόπτεται, δεν αξιοποιείται· η πλημμυρίδα του συναισθήματος κατισχύει της συνειδήσεως. Ο χρήστης διαρρηγνύει τα αόρατα τείχη του εγκλεισμού κάνοντας σμπαράλια το σώμα του…