Περιεχόμενα
– Εκκλησιασμός
– Παπύρων έγερση
– Οδοιπόρος
– Κοκκία
– Αγωνία
– Προσφώνηση
– Ραγδαίος μετασχηματιστής


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ
Συνάθροιση στην ιερότητα του γνόφου, στην υφαντουργική πληθώρα, τάχισμα δαιδαλώδες και μονότροπο στο τεθλασμένο αγκύλωμα δραματικής υποταγής, στο αιτιώδες γράφημα φασματικής μυθογραφίας. Στιγματικά διεκπεραιώνουν την νουθεσία απόλυτης πλοήγησης, την υψηλή γνωσιακή ακινησία, την σκοτεινή λαμπρύνουσα μομφή, στην χρέωση απίθανης υπόστασης. Και ηχούν τα ενστικτώδικα βελάσματα στου ζόφου μέσα την κτηνώδη δυσωδία, οργανική υποτέλεια, της σάρκας ανυπόληπτη εγγύτητα, λανθάνον επεισόδιο μιας ευρυγώνιας λήψης: λόγοι αστραπιαίας παραχώρησης, υπαιτιότητα γενικευμένη, χώροι μιας πεμπτουσιακής ανέλκυσης, τόνοι οξύσχημοι ληπτότητας, ευμάρεια στον τεκμηριακό πνευματισμό, ποιότητα εξουθενωμένη στο νοητό, ελπιδοφόρο θέισμα. Θεάμονες στο ενιαίο όραμα, μιαν αμεσότητα συμπυκνωμένη στο ανίδεο δέλεαρ αταυτοποίητης οντότητας, κινούνται ευφημιστικά σε οχληρό προαισθητήριο τάνυσμα.
– Εκκλησιασμός
– Παπύρων έγερση
– Οδοιπόρος
– Κοκκία
– Αγωνία
– Προσφώνηση
– Ραγδαίος μετασχηματιστής
Υπάρχουν σταθερά δύο μπουκάλια κρασί στο ψυγείο. Η πιθανότητα η Λόλα να εμφανιστεί, με οδηγεί να φροντίζω πιο τακτικά το σπίτι. Χάρη στο ενδεχόμενο της Λόλας, καθημερινά σκουπίζω το πάτωμα, πλένω τα πιάτα και τα ποτήρια, αλλάζω τα σεντόνια, πετάω τα σκουπίδια, μαζεύω τα άπλυτα ρούχα. Κυλά ο καιρός, και δεν εμφανίζεται. Δεν παύει όμως το ενδεχόμενο της Λόλας να υφίσταται. Οι μέρες και οι νύχτες δείχνουν να ισορροπούν γύρω από αυτό το ενδεχόμενο. Ένα μεσημέρι η Λόλα με κάλεσε για καφέ.
Τη ρώτησα αν σκέφτηκε κάποιο βράδυ να μου στείλει ένα μήνυμα. Μου είπε πως συνέβη μια φορά να μου γράψει ένα μήνυμα και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και το διέγραψε.
Κάπως έτσι είναι η δική μας επικοινωνία. Κωδικοποιημένες λέξεις, ελάχιστες, κι αυτές πολύ αραιά. Όμως είναι λέξεις που, αν γραφούν και κυρίως αν σταλούν, τότε αλλάζουν οι παλμοί και το σώμα απογειώνεται.
«- Θα έχουμε μερικά γκρουπ, εκτός από τους ανεξάρτητους επιβάτες, ένα από αυτά, το μεγαλύτερο, αποτελείται από καμιά τριανταριά βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ. Από το γραφείο μού έχουν ζητήσει να βάλω στο τραπέζι σου έναν συνταγματάρχη και δυο-τρεις άλλους. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, πρέπει αργότερα να κοιτάξω τη λίστα.»
Φεύγοντας από το Μπαρμπάντος, μόλις φύγει ο πλοηγός, το πλοίο θα πάρει την πορεία 160°, θα ταξιδέψουνε για περίπου εννιά μίλια σχεδόν παράλληλα προς την ακτή μέχρι το South Point, και στην παράλλαξή του θα γυρίσουν στη 087°. Στην άλλη άκρη αυτής της πορείας είναι η Αφρική, τα ναυτικά μίλια που θα διανύσουν μέχρι το αγκυροβόλιο του Ντακάρ είναι 2.468.
Ταξιδεύοντας Ανατολικά πρέπει να βάλουν τα ρολόγια τέσσερις ώρες μπροστά, ούτως ώστε, φτάνοντας στο Ντακάρ, να έχουν GTM που έχει η Σενεγάλη. Ελέγχει τους χάρτες και τις πορείες από Ντακάρ για Καζαμπλάνκα και από εκεί για Βαρκελώνη. Στην Καζαμπλάνκα θα καθίσουν δύο ημέρες. Κοιτάζει τον χάρτη Pilot Chart για τον μήνα Ιανουάριο. Τα ρεύματα είναι Δυτικά, αντίθετα από την πορεία τους, και οι άνεμοι θα είναι κυρίως μέτριοι Βορειοανατολικοί ή Ανατολικοί. Δηλαδή, ρεύματα και άνεμοι αντίθετα, που σημαίνει μεγαλύτερες καταναλώσεις.
“Εκείνο τον καιρό, είναι αλήθεια, οι χαρές ήταν πολύ λιγότερες από τις σκοτούρες. Μαζί με τη μάνα είχα την ευθύνη της οικογένειας. Δουλειά και πάλι δουλειά. Η μόνη χαρά που δεν ήθελα να στερηθώ ήταν να μαθαίνω να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Γι’ αυτό, παρά το ξεθέωμα της μέρας, τα βράδια περνούσα από τα σοκάκια του χωριού και κοντοστεκόμουν στις αυλόπορτες ν’ ακούσω καμιά είδηση, ας ήταν και παλιά, εμένα μου ‘κανε.”
Ποιος ορίζει το μέτρημα του χρόνου; Ποιος θυμάται πόσο γρήγορα ή αργά άλλαξε ο κόσμος;
Οι ήρωες της Αναθύμησης αναμετριούνται με τη ροή των γεγονότων, τις εξελίξεις. Θυμούνται, ξεχνούν, διηγούνται, καταγράφουν. Μέσα από τις ζωές τους και τις εμπειρίες τους ξεδιπλώνεται και η ιστορία της Λάρισας και της περιοχής της τα τελευταία εκατό και κάτι χρόνια.
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Τι είναι η μουσική;
Τι είναι το παρελθόν;
Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.