

Διαδρομή Αυτογνωσίας – Δεύτερο Μέρος: Ταξιδεύοντας σε Άλλους Τόπους και Πολιτισμούς
Related products
Χρονικό της Θεσσαλονίκης (1921-1944)
Από δημοσιεύματα των εφημερίδων αλλά και από τις προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα παρακολουθούμε και με τις πολλές φωτογραφίες της εποχής αποκτούμε μιαν εικόνα των μεγάλων και μικρών γεγονότων των χρόνων 1921-1944: ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης, εγκατάσταση των προσφύγων, στρατιωτικά κινήματα, εργατικοί και φοιτητικοί αγώνες, Τεταρταυγουστιανή δικτατορία, πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση, εξόντωση των εβραίων συμπολιτών μας από τους χιτλερικούς, απελευθέρωση. Η Θεσσαλονίκη αλλάζει όψη, αλλά κι οι θεσσαλονικιοί ιδέες: φουντώνουν οι προοδευτικές οργανώσεις, αλλά και τα εθνικιστικά σωματεία, πράγμα που οδηγεί στα γεγονότα του Μάη του 1936, αλλά και στον εμπρησμό του εβραϊκού συνοικισμού Κάμπελ. Παρενθετικά, ο συγγραφέας αναφέρεται αναλυτικά σε τρεις μεγάλους θεσμούς της πόλης μας, που δημιουργούνται τότε: Χ.Α.Ν.Θ., Δ.Ε.Θ., Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο.
Τα Σχολεία της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)
Δημοτικά σχολεία, γυμνάσια, δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, ελληνικά και ξένα, τα πρώτα φροντιστήρια. Ιστορικά στοιχεία και αναμνήσεις του συγγραφέα, δίνουν μια εικόνα της παιδείας στην πόλη μας μέχρι το 1944.
Τι Απέγιναν οι Εβδομήντα Χιλιάδες Εβραιοι της Θεσσαλονίκης; Η Σιωπή είναι Αβάσταχτη
Η Ανριέτ Ασεό δεν έχει ζήσει τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Οι δικοί της πάλι, δεν της μιλούν καθόλου για το τι έγινε τότε. Σιγά σιγά, μεγαλώνοντας, ανακαλύπτει την αλήθεια. Μόνο μετά από χρόνια φτάνουν οι επιζήσαντες των στρατοπέδων σ’ ένα σημείο, στο οποίο η σιωπή είναι αβάσταχτη.
Σ’ αυτό ακριβώς το συμπέρασμα καταλήγουν οι συγγραφείς Χόρχε Σεμπρούν και Ελί Βίζελ, που συζητούν το έτος 1995. Πριν από πενήντα χρόνια, ήταν και οι δυο κρατούμενοι στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπούχενβαλντ, ως αντιστασιακός ο πρώτος, ως εβραιόπουλο ο δεύτερος. Στη συζήτησή τους προσπαθούν να διασαφηνίσουν τι έζησαν, τι είδαν, τι ένιωσαν και τι κατάλαβαν.
Χρόνος, Εργασιακή Πειθαρχία και Βιομηχανικός Καπιταλισμός
Στο παρόν κείμενο ο Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον πραγματεύεται γλαφυρά τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι τον χρόνο. Ξεκινά από την εποχή που το ρολόι ήταν ένα αξιοπερίεργο σπάνιο αντικείμενο και φτάνει στην εποχή που ρυθμίζει κυριαρχικά την καθημερινή μας ζωή.
Τη Δευτέρα ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας «Έεεεεεχουμε καιρό, έεεεεεχουμε καιρό». Την Πέμπτη και την Παρασκευή, εργάζεται στον γοργό ρυθμό «Άλ-λη μια μέρα, άλ-λη μια μέρα».
Ο πειρασμός για χουζούρι, για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι, φόρτωνε τη δουλειά στο βράδυ, και τότε έπρεπε να γίνει στο φως των κεριών.
Εμείς Σπείραμε Εσείς θα Θερίσετε…
Η στάση μου στην περίοδο της επταετίας και στη μεταπολίτευση δεν προέκυψε τυχαία. Γνώριζα τι έκανα. Ήταν συνειδητή επιλογή. Όλα τα αναλογίζομαι, τα δέχομαι, ανταμώνουν με σκληρά γεγονότα του Εμφυλίου και τα κρατώ.
Οι γκρίζες εικόνες, στις οποίες αναφέρομαι, δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου, αλλά γεγονότα που συνέβησαν στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Είναι αυτά που είδα, έζησα ή άκουσα από τις διηγήσεις του πατέρα μου και των συναγωνιστών του. Οι δύσκολες καταστάσεις που διαδραματίστηκαν στο χωριό μου, τον Βερτίσκο, και σε όλα τα χωριά της ορεινής περιοχής καθώς και της υπόλοιπης χώρας μας, διαβάζοντάς τα τώρα, από απόσταση δεκαετιών, είναι εύκολο να τα ερμηνεύσει κανείς σαν υπερβολές. Είναι λογικό.
Το κλίμα εκείνων των καιρών, όσο και να προσπαθήσει η φαντασία να το αναπλάσει, δεν θα τα καταφέρει. Πώς, με ποια λόγια να περιγράψεις τη φρίκη, την τρομάρα που αισθανόσουν να κυκλοφορεί στον αέρα, στους δρόμους και να αναζητά εσένα; Είδα με τα μάτια μου σκληρά γεγονότα σε νηπιακή ηλικία. Αισθάνθηκα τον κίνδυνο να με πλησιάζει. Με τρόμαξαν οι απειλές και οι άγριες συμπεριφορές. Όλα καταγράφηκαν μέσα μου καθαρά σ’ ένα βιβλίο που το διάβασα, το ξαναδιάβασα, το φυλλομέτρησα άπειρες φορές. Τριγύριζαν στο μυαλό μου οι αυστηρές εντολές της μάνας μου: “Μη μιλάτε, κινδυνεύουμε”. Τα σιγοψιθυριστά ακούσματα των απαγορευμένων τραγουδιών -Λευτεριά πανώρια κόρη…-, την προσμονή για το αύριο, τ’ ανάθεμα για το σήμερα, τα κρατούσα μέσα μου κρυφά, σαν φυλακτά, μα και σαν φαντάσματα.