Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.


Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.
Θυμόταν την έντονη έκπληξή της όταν τον αντίκρισε στη Μαρίενπλατς, τη μεγάλη αγωνία που τον είχε κυριεύσει κατά την πρώτη της επίσκεψη στο φοιτητικό του δωμάτιο, το χαρούμενο γέλιο της στις εκδρομές που έκαναν με το αυτοκίνητό της, τα πολλά ταξίδια του στο Μόναχο και τα καυτά δάκρυα που έλουζαν το πρόσωπό της κάθε φορά που την αποχαιρετούσε, την ανείπωτη χαρά της όταν της ανακοίνωσε την πρόσληψή του από τη “Suddeutschland”, τις πολύωρες συζητήσεις για το μέλλον τους.
Πάμε να κρυφτούμε στις μικρές εσοχές των οικοδομών που ανακαλύψαμε τυχαία. Να χτυπήσουμε τα κουδούνια αγνώστων και να τρυπώσουμε στα υπόγεια ξένων πολυκατοικιών. Να μπούμε κρυφά στα σχολικά προαύλια σκαρφαλώνοντας σε σκουριασμένα κάγκελα και ξεκολλημένες υδρορροές. Πάμε να βρούμε τα δικά μας καταφύγια όπως τότε που όλα τα στενά της πόλης ήταν σπίτι μας. Πάμε να κρυφτούμε πίσω από αγνώστους, να χάσουμε τα ονόματά μας και να γίνουμε και πάλι αόρατοι γι’ αυτούς που τόλμησαν να μας δουν.
Πιάσε το χέρι μου, κοίτα με στα μάτια και άσε με να σου δώσω το λυτρωτικό φιλί. Να πεταρίσει και πάλι η καρδιά μας και να φανερωθούμε. Να προδώσουμε τη θέση μας και να φωνάξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο φτου ξελευθερία.
Υπάρχουν σταθερά δύο μπουκάλια κρασί στο ψυγείο. Η πιθανότητα η Λόλα να εμφανιστεί, με οδηγεί να φροντίζω πιο τακτικά το σπίτι. Χάρη στο ενδεχόμενο της Λόλας, καθημερινά σκουπίζω το πάτωμα, πλένω τα πιάτα και τα ποτήρια, αλλάζω τα σεντόνια, πετάω τα σκουπίδια, μαζεύω τα άπλυτα ρούχα. Κυλά ο καιρός, και δεν εμφανίζεται. Δεν παύει όμως το ενδεχόμενο της Λόλας να υφίσταται. Οι μέρες και οι νύχτες δείχνουν να ισορροπούν γύρω από αυτό το ενδεχόμενο. Ένα μεσημέρι η Λόλα με κάλεσε για καφέ.
Τη ρώτησα αν σκέφτηκε κάποιο βράδυ να μου στείλει ένα μήνυμα. Μου είπε πως συνέβη μια φορά να μου γράψει ένα μήνυμα και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και το διέγραψε.
Κάπως έτσι είναι η δική μας επικοινωνία. Κωδικοποιημένες λέξεις, ελάχιστες, κι αυτές πολύ αραιά. Όμως είναι λέξεις που, αν γραφούν και κυρίως αν σταλούν, τότε αλλάζουν οι παλμοί και το σώμα απογειώνεται.
Εξ αρχής θεωρήθηκε ως χώρος μακράν της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των φρονίμων και σοβαρών νοικοκυραίων κείμενος, ως τόπος απαγορευμένος για εμφορούμενους από υγιείς αρχές ανθρώπους, δηλαδή, μ’ ένα λόγο, ως τόπος απώλειας ψυχών της μικρής μας πόλης. Ίσως και γι’ αυτό, όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο άνοιξε τις πύλες του, δεν πραγματοποιήθηκε ο κατά τα ειωθότα καθιερωμένος αγιασμός, για να πάνε καλά οι δουλειές. Το αν κλήθηκε και αρνήθηκε (απίστευτο, πάντως) να παρευρεθεί ιερέας ή δεν κλήθηκε παντάπασιν, δεν έγινε γνωστό. Το σίγουρο είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχές Φεβρουαρίου του 1952, τέτοιο μαγαζί δεν είχαμε ξαναδεί. Και μάλιστα με το παράξενο για μας όνομα ΟΥΖΕΡΙ.
Φασίστα!
Εγώ… φασίστας;
Κι εγώ φασίστας;
Μήπως;
Ρετούς είναι όρος της φωτογραφικής τέχνης. Είναι το ανάλαφρο άγγιγμα του φωτογράφου με καλοξυσμένο μολύβι πάνω στο αρνητικό που διορθώνει τις λεπτομέρειες, τις απροσεξίες στους φωτισμούς, τις μικρές ασέβειες του χρόνου στα πρόσωπα. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας, το τρυφερό χάδι του ψέματος πάνω στην αλήθεια.
Το ΡΕΤΟΥΣ αφηγείται τη γέννηση ενός ιστορικού φωτογραφείου της Θεσσαλονίκης στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ακολουθεί τους ανθρώπους του -δύο δίδυμους αδελφούς- και την εξέλιξή τους μέχρι το σήμερα: άνοδος, ακμή, παρακμή και πτώση. Την περιπέτεια της αυτογνωσίας άλλοτε μέσα από τις νοσταλγικές επιστροφές και άλλοτε μέσα στο καθαρτήριο του τραγικού. Την ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζονται για να φωτογραφηθούν, και όχι μόνο, σ’ έναν εαυτό διαφορετικό από τον δικό τους, από επιθυμία να παραστήσουν κάτι που δεν είναι.
…Μια παρατεταμένη μεταμφίεση πολλών χρόνων, δεκαετίες με μασκαρέματα όχι τόσο αθώα όσο τα αποκριάτικα, κάλυψαν τη μούχλα, τον βολεμένο συντηρητισμό, τις συνενοχές και τον ενδόμυχο φόβο, κυρίως αυτόν, μήπως εμείς μείνουμε έξω από το παιχνίδι…
Η ψυχοπαθολογική αποτύπωση στην οξεία φάση της πανδημίας φανερώνει πως ο covid-19 δεν προκάλεσε απλώς ιογενή πνευμονία σε αρκετούς συνανθρώπους μας, οδηγώντας τους συχνά στον θάνατο, αλλά υπήρξε κάτι βαθύτερο, κρυφό και ύπουλο, αφού αλλοίωσε ανθρώπινες προσωπικότητες και διατάραξε τις ανθρώπινες σχέσεις. Ωστόσο, η απόσταση από πρόσωπα και καταστάσεις είχε ως επακόλουθο να αναπτυχθεί μια άλλου τύπου εγγύτητα, που δεν σχετίζεται με τα κοινωνικά δίκτυα και την αλόγιστη επικοινωνία, αλλά με τη συνειδητοποίηση των ορίων μας, της ύπαρξής μας και τη βαθύτερη γνώση των πραγμάτων.
Είκοσι μία ιστορίες γραμμένες στο διάστημα της πρώτης και της δεύτερης καραντίνας. Η αντανάκλαση των παρενεργειών του κορωνοϊού σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ιχνηλασίες ανθρώπων που άγγιξαν ή ξεπέρασαν κάποιο όριο, ευρισκόμενοι στην κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Παράλληλα, όμως, και ιχνηλασίες των ορίων της γραφής, που σε κρίσιμες περιστάσεις λειτουργεί ως βακτηρία και αποκούμπι.