Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.


Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.
Η Κρύπτη είναι ένα υπόγειο θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη όπου εκκολάπτονται νέοι ηθοποιοί. Ενώ ετοιμάζονται να ανεβάσουν το έργο Γυάλινος κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς με την καθοδήγηση του δασκάλου-σκηνοθέτη τους, παρακολουθούμε την εξέλιξη των αναζητήσεών τους, υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών, καθώς και τις αγωνίες τους με φόντο την κρίση της σύγχρονης εποχής. Οι ρόλοι χρησιμοποιούνται ως μέσο για να επηρεάσουν τις πραγματικές σχέσεις τους και, αντίστροφα, οι σχέσεις στη ζωή τους επηρεάζουν τους ρόλους που υποδύονται στο θέατρο.
Παράλληλα με τον κόσμο των ψευδαισθήσεων που υπαγορεύει το έργο, ανακαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις στη ζωή τους. Έτσι, τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο στην πραγματικότητα που βιώνουν, όπως μάνα, αδερφός, πατέρας, εραστής, είναι και τα αντίστοιχα περίπου των ρόλων τους στο έργο.
Η πλοκή, με ανατροπές στις συνθέσεις των προσώπων εντός και εκτός ομάδας, είναι το όχημα για την ανάλυση εννοιών, όπως το είναι-φαίνεσθαι, πρόσωπο-προσωπείο, μίμηση και, τέλος, η αναπαράσταση που αντιπροσωπεύει και την ουσία της Τέχνης.
Εξ αρχής θεωρήθηκε ως χώρος μακράν της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των φρονίμων και σοβαρών νοικοκυραίων κείμενος, ως τόπος απαγορευμένος για εμφορούμενους από υγιείς αρχές ανθρώπους, δηλαδή, μ’ ένα λόγο, ως τόπος απώλειας ψυχών της μικρής μας πόλης. Ίσως και γι’ αυτό, όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο άνοιξε τις πύλες του, δεν πραγματοποιήθηκε ο κατά τα ειωθότα καθιερωμένος αγιασμός, για να πάνε καλά οι δουλειές. Το αν κλήθηκε και αρνήθηκε (απίστευτο, πάντως) να παρευρεθεί ιερέας ή δεν κλήθηκε παντάπασιν, δεν έγινε γνωστό. Το σίγουρο είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχές Φεβρουαρίου του 1952, τέτοιο μαγαζί δεν είχαμε ξαναδεί. Και μάλιστα με το παράξενο για μας όνομα ΟΥΖΕΡΙ.
Η συλλογή Όνειρα και Οράματα περιλαμβάνει ένδεκα διηγήματα του φανταστικού και του μυστηρίου. Αναφέρονται στο ξάφνιασμα απέναντι σε ανεξήγητα γεγονότα του καθημερινού βίου, που ανατρέπουν την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε ή την αντιλαμβανόμαστε.
Είναι μια απάντηση στο αφόρητο του ρεαλισμού; Μία μεγέθυνση των επιθυμιών κόντρα στο ρεύμα που μας παρασύρει; Μια καταφυγή στο ανεξήγητο που εξηγεί ή δικαιολογεί συμπεριφορές και στάσεις που εναντιώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα των κοινωνικών και ιστορικών καταναγκασμών;
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο μετεωρισμός, ανακουφιστικός ή επώδυνος, για συμβάντα που δεν υπόκεινται ούτε σε φυσικούς νόμους ούτε σε κοινωνικές συμβάσεις, είναι το όργανο που δικαιολογεί το αναίτιο, σταματά ή επιταχύνει τον χρόνο για χάρη της διήγησης. Αν ο αναγνώστης διστάζει ανάμεσα στη λογική και στην υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων, ο δισταγμός γίνεται μέθοδος, προπαίδεια στην αμφισβήτηση της αλόγιστης βεβαιότητας.
Θυμόταν την έντονη έκπληξή της όταν τον αντίκρισε στη Μαρίενπλατς, τη μεγάλη αγωνία που τον είχε κυριεύσει κατά την πρώτη της επίσκεψη στο φοιτητικό του δωμάτιο, το χαρούμενο γέλιο της στις εκδρομές που έκαναν με το αυτοκίνητό της, τα πολλά ταξίδια του στο Μόναχο και τα καυτά δάκρυα που έλουζαν το πρόσωπό της κάθε φορά που την αποχαιρετούσε, την ανείπωτη χαρά της όταν της ανακοίνωσε την πρόσληψή του από τη “Suddeutschland”, τις πολύωρες συζητήσεις για το μέλλον τους.
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.