Ο Παίκτης και το Παίγνιο
…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…


…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…
Οι “Φωτολέξεις” δημιουργήθηκαν τυχαία.
Οι “λήψεις” απέκτησαν “φωνή” που ίσως απηχεί το εσωτερικό τους νόημα.
Ίσως πάλι και όχι.
Η σύμπτωση είναι δύσκολη δουλειά και σπάνια πετυχαίνει.
Αλλά δεν πειράζει.
Αρκεί που η απόπειρα ενσαρκώνει μια προσέγγιση.
Οι “ληψεις” δεν θα ήταν ίδιες χωρίς τις “λέξεις”.
Δεν τις είχαν ανάγκη, αλλά από τη στιγμή που τις συνάντησαν μεταμορφώθηκαν σε μια σύνθεση που περιλαμβάνει δυο διαφορετικές ματιές.
Κι αυτό είναι κάτι σίγουρα όμορφο.
Γιατί οι συνθέσεις αλλάζουν τον κόσμο.
Είχε μπει στον πειρασμό
και είχε κρυφοκοιτάξει
μέσα απ’ το φινιστρίνι.
Δεν περίμενε να υπάρχουν
πόρτες που προδίδουν
τα μυστικά τους.
Γι’ αυτό υπάρχουν τα παράθυρα.
Στη μέση ένας καλόγερος
σκυφτός χωρίς λόγο.
Γυμνός από πανωφόρια
τυλιγμένος μ’ ένα μεταξωτό μαντήλι.
Στο πάτωμα ένα ποτήρι με μία ανεμώνη.
“Μια άνοιξη κλεισμένη μ’ έναν καλόγερο
σ’ ένα δωμάτιο, πόση ζωή να έχει…” σκέφτηκε.
Ο καλόγερος που άκουσε τη σκέψη του
άρχισε να ψάχνει την κορμοστασιά του…
Περνάει ασυλόγιστος ο καιρός. τον ρωτάω
ο επίδοξος μηχανικός του συνεχίζω την
αμηχανία μου. σκέφτομαι την αναπόφευκτη_
ομοιομορφία της φύσης και την ανόμοιο
μορφία των αντανακλάσεών της μέσα μου. να με
διαμαρτύρομαι παίζοντας προσπαθώντας πάντα.
[…]
Όταν τα δάκρυα που σωπαίνουν βαθιά μέσα μας ξυπνούν, προχωρούμε στη γνώση, καταλαβαίνουμε πως είμαστε άνθρωποι. Όταν η απώλεια του αγαπημένου ανθρώπου μάς σπαράσσει, κάτι μέσα μας αντηχεί σαν μουσική στα βαθύτερα στρώματα της ανάμνησης. Και το πέρασμα του χρόνου μοιάζει τότε σαν μία επιστροφή προς την αρχική συνάντηση, την αυγή της γνωριμίας, ανάκτηση της προηγούμενης ζωής-μαζί του, όπου διασταυρώνονται ο βιωμένος χρόνος και όλοι οι πιθανοί κόσμοι του παρελθόντος, και μας αποκαλύπτονται εστεμμένοι από ομορφιά, ενθουσιασμό, έκπληξη, αγάπη, πληρότητα, ευτυχία. Και η απουσία γίνεται παρουσία, το σκοτάδι φωτεινός θάλαμος, φλεγόμενη τέχνη.
Η Αρχοντούλα Διαβάτη μετουσιώνει τον πόνο σε τέχνη, και στην τέχνη – λέει ο Σιοράν– το μόνο κριτήριο «είναι το πλησίασμα του ουρανού», όσο κι αν αυτό μας αφήνει απαρηγόρητους… (Λίλα Τρουλινού, περιοδικό περί ου, Μάιος 2023)
Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Παρίσι.
Ακολουθώντας μια κατεστραμμένη μοίρα
από την Κωνσταντινούπολη, ο πρωταγωνιστής
θα καταλήξει στη πολυπολιτισμική
οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1861.
Τρία χρόνια αργότερα, θεοί και άνθρωποι,
απομακρύνονται από την πατρώα γη.
Τα γεγονότα της αποξήλωσης και μεταφοράς του μνημείου
των «Μαγεμένων» στο Παρίσι,
θα προκαλέσουν τις εξελίξεις σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο.
Ένας Οθωμανός, μία Εβραία και ένας Γάλλος,
θα τυλίξουν μαζί το νήμα που υφαίνουν μύθος και ιστορία.
Στην ανατολή του 1900, στην πόλη του φωτός,
θα ολοκληρωθεί η διαδρομή στις ζωές των ήρωες του βιβλίου.
Μια νέα διαδρομή θα χαραχτεί και θα είναι αυτή,
της επιστροφής των Μαγεμένων στην γενέθλια πόλη.