

Ένδεκα Ημέρες και Τρεις Χρονιές του Εμφυλίου
Related products
Οι Κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης (1895-1944)
Το βιβλίο μνημονεύει τη σκοτεινή αίθουσα ως ένα από τα τρία στοιχεία απόλαυσης του σινεμά. Αποτελεί φιλόπονο συλλεκτικό έργο ενός πιστού του κινηματογράφου ως λαϊκού θεάματος και ντοκουμέντο ιστορικής έρευνας. Έχει την ψυχή του ευαίσθητου και αλκοολικού θεατή μέσα του και τη σωστική φροντίδα του “ανώνυμου” χρονικογράφου μιας εποχής απ’ έξω του. Αρχίζει με τη γενεαλογία των ονομάτων των αιθουσών της Θεσσαλονίκης. […] Παρεκβαίνει μετά προς την περιοχή των επιγείων θεοτήτων που πέρασαν κι από τη Θεσσαλονίκη “ωραίες και μοιραίες” για την παρηγοριά του λαού και τις στιγμιαίες εξάψεις του. Ρίχνει μερικές σκέψεις του στο χαρτί υπερασπίζοντας την παντομίμα. Παρακολουθεί τα πρώτα βήματα του ελληνικού κινηματογράφου, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες του με χαριτωμένα σχόλια, κρίσεις και αναφορές. Τέλος, καταγράφει τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1944. Με στοιχεία ξεθαμμένα από βιβλία ξένων στρατιωτικών, λευκώματα κυριών και σκόρπια φύλλα εφημερίδων. Την “υπόθεση” μερικών ταινιών απ’ αυτές την ιστορεί σαν παραμύθι. Ωσότου φτάνει στον Επίλογο με μιαν αίσθηση, θα λέγαμε, πληρότητας και κορεσμού του αφηγητή που έκανε το παν για να τροφοδοτήσει τη ροή του λόγου του με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να παρασύρει προς την εκβολή του. Μιλώντας περισσότερο παρά γράφοντας, ο Κώστας Τομανάς μπορεί να ονομαστεί ο λαϊκός κι εμπειρικός κοινωνιολόγος του σινεμά και συγχρόνως ο γνήσιος υπερασπιστής της κινηματογραφικής αίθουσας. (Νίκος Κολοβός, περιοδικό Διαβάζω, 25/5/1994)
Τελευταίοι Προλετάριοι
Τουλάχιστον για ένα πράγμα θα είμαστε περήφανοι και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο στην ανθρωπότητα. Μεγαλώσαμε με τα δικά μας χέρια, με το δικό μας μυαλό, με τον δικό μας ιδρώτα και ποτέ, μα ποτέ, δεν εκμεταλλευτήκαμε κανέναν και καμία. Και όλα αυτά γιατί απλά αγαπήσαμε, πιστέψαμε και ποντάραμε στον άνθρωπο.
Αγώνες για την Έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού: Επαναστάτες Χιλιαστές και Μυστικιστές Αναρχικοί του Μεσαίωνα
Γράφει ο Νόρμαν Κον: Το αρχικό νόημα της λέξης «χιλιασμός» ήταν στενό και ακριβές. Ο χριστιανισμός είχε ανέκαθεν μιαν εσχατολογία, με την έννοια ενός δόγματος που αφορούσε στις «τελευταίες ημέρες». Ο χριστιανικός χιλιασμός ήταν απλώς μια παραλλαγή χριστιανικής εσχατολογίας. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, μετά την Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός θα ιδρύσει στη γη ένα μεσσιανικό βασίλειο και θα βασιλεύει επί χίλια χρόνια πριν από την Έσχατη Κρίση. Πιο πρόσφατα, οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τη λέξη «χιλιασμός» για να περιγράψουν έναν συγκεκριμένο τύπο σωτηριολογίας, που είναι συλλογική, επίγεια, επικείμενη, συνολική και θαυματουργή. Μ’ αυτό το νόημα την χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου, στο οποίο πραγματεύομαι τις αιρέσεις του Μεσαίωνα.
Θρινακιήν δ’ ες νήσον αφιξεαι – Ταξιδεύοντας στη γη της Σικελίας
Το όνομα της Σικελίας, κάθε φορά που το φέρνω στον νου μου, με οδηγεί -σαν το ταχύπλοο του Οδυσσέα- βαθιά πίσω στον χρόνο. Τότε που, μικρό παιδί, άκουσα από το στόμα της καθηγήτριας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο -με την αθωότητα που έχουν από τη φύση τους όλα τα παιδιά- την ανάγνωση των “Σικελικών” του Θουκυδίδη. Η Σικελία, έκτοτε, ήταν για μένα όνομα μισητό. Ή, μάλλον, ένα όνομα που με φόβιζε. Εκεί δεν είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά και με τρόπο ατιμωτικό ο περήφανος αθηναϊκός στρατός; Στα υγρά λατομεία των Συρακουσών δεν κλείστηκε ο πλήθος των 7.000 άτυχων Αθηναίων αιχμαλώτων; Εκεί μέσα, πατώντας κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν βρήκαν οικτρό θάνατο χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές;
Τρίκερι
Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, καρπός αγάπης για τον τόπο, περιγράφει και αναλύει τις αθέατες πηγές της ιστορίας των Τρικέρων -η κραταιά ναυτική πολιτεία επί Τουρκοκρατίας υπήρξε μείζον κέντρο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα- , αναδεικνύει όψεις της οργάνωσης και της εξέλιξης της κοινωνίας τους, την ακμή και την προσαρμογή τους στις εξελίξεις, τον καθοριστικό ρόλο των γυναικών λόγω της μακρόχρονης απουσίας των ανδρών στα καράβια. Μιλά συγχρόνως για τις άμεσες αισθήσεις και τις φυσικές ομορφιές του τόπου, για τη μαγειρική και το κάλλος της τοπικής ενδυμασίας, τη γοητεία των μικρών νησιών και των λιμανιών του.