

Ακούστικη Μίμηση: Παραλλαγές Πάνω στη Μουσική Ανάκληση του Τοπίου
Related products
Τα Χρωματιστά Κουβαράκια του Ρέμπραντ
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Κείμενα για την Τέχνη (1934-1969)
Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο και γράφηκαν από το 1934 έως το 1969, είναι γράμματα σε φίλους ζωγράφους (Barnett Newman, Robert Motherwell, Adolph Gottlieb και άλλους), εντυπώσεις από ταξίδια στην Ευρώπη (Παρίσι, Λονδίνο, νότια Ιταλία· γράφει χαρακτηριστικά από την Ποσειδωνία της νότιας Ιταλίας: “ανέκαθεν ζωγράφιζα αρχαιο-ελληνικούς ναούς χωρίς να το ξέρω”), περιγραφή καλοκαιριών που πέρασε με την οικογένειά του σε πανεπιστημιουπόλεις των Η.Π.Α. στις οποίες δίδασκε, τετράδια σημειώσεων στα οποία μιλά για την τέχνη των παιδιών και για τη σημασία του σουρεαλισμού, του Πικάσο ή του Μιρό, πικρόχολα σχόλια για τη βασιλεία των εμπόρων έργων τέχνης και των τεχνοκριτικών, μανιφέστα και απαντήσεις σε εφόρους μουσείων και τεχνοκρίτες. Βρίσκονταν σε μουσεία των Η.Π.Α. ή στην κατοχή των παιδιών του και δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Βλέμματα Γυναικών στην Τέχνη (1850-1900)
Το βιβλίο παρουσιάζει το γυναικείο κοινό της τέχνης κατά τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του έρχεται στο φως ένα σύνολο ανώνυμων και επώνυμων γυναικείων προσώπων, που ήρθαν σε επαφή με καλλιτεχνικά έργα και δημιουργούς, διατύπωσαν κρίσεις και εξέφρασαν τη γνώμη τους για το παρελθόν, το παρόν, ενίοτε και το μέλλον της τέχνης. Ποιες είναι οι γυναίκες αυτές και μέσα από ποιες διαδρομές καθίστανται θεάτριες της τέχνης; Ποιες εικαστικές παραστάσεις έλκουν ή απωθούν τα βλέμματά τους και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Με ποιον τρόπο και με τι είδους όρους αποτιμούν τα έργα που σχολιάζουν; Πώς τοποθετούνται απέναντι στις κυρίαρχες ιστορικές αφηγήσεις και αντιλήψεις περί καλλιτεχνικής δημιουργίας; Τα ερωτήματα αυτά επιχειρείται εδώ να απαντηθούν.
Με την αξιοποίηση δημοσιευμένων πηγών και αρχειακού υλικού η μελέτη εντοπίζει τις επισκέπτριες των καλλιτεχνικών εκθέσεων, αφουγκράζεται τις σχολιάστριες καλλιτεχνών και έργων, παρακολουθεί τις συγγραφείς πραγματειών και κειμένων για την αρχαία ή τη νεότερη τέχνη. Παράλληλα, εξετάζει τις απόψεις γνωστών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως η Καλλιρρόη Παρρέν και η Καλλιόπη Κεχαγιά, αναδεικνύει την ποικιλία των ενδιαφερόντων και των θέσεων διαφορετικών θεατριών και επισημαίνει τον βαθμό στον οποίο το φύλο επηρεάζει τόσο το ύφος του λόγου και τα είδη της γραφής όσο και τη στάση του κοινού σε σχέση με θέματα όπως το γυμνό, οι εικαστικές απεικονίσεις γυναικείων μορφών, οι καλλιτέχνιδες.
Εγώ ο Άλλος
Ο ηθοποιός δεν είναι τίποτα άλλο από μιά αναπνοή. Μια αναπνοή χωρίς σταθερό ρυθμό που περιέχει όλους τους ρυθμούς του κόσμου. Δεν είναι άνθρωπος με σώμα, είναι το πλάσμα που φορά τις λέξεις για σώμα του.
Οι κινήσεις, ο τρόπος του βλέμματος, του περπατήματος, ο τρόπος που ανακατεύει τον πρωινό καφέ του, ο τρόπος που ντύνεται, ο τρόπος, αυτό είναι ο ηθοποιός, ο τρόπος που υπάρχει. Ο τρόπος που ξεκολλά τις σάρκες του πάνω στη σκηνή για να ταΐσει τα σκυλιά, ο τρόπος που σκορπά τα κόκκαλά του να χορτάσουν οι πεινασμένοι, ο τρόπος που δεν αντιλαμβάνεται πως οι θεατές τους είναι σκυλιά και πεινασμένοι, ο τρόπος που μαρτυρεί, που καίγεται στη σκηνή που αυτοπυρπολείται.
Ο Μάρκος στο Χαρέμι
Με τα φτερά της φαντασίας ταξιδεύουμε στα σουλτανικά παλάτια της οθωμανικής Σταμπούλ επί δυναστείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Νομοθέτη. Η παντοδύναμη μητέρα του, η μεγάλη βαλιδέ-σουλτάνα, ελληνικής -υποτίθεται- καταγωγής, στα πλαίσια της φιλελεύθερης πολιτικής που επιχειρεί να εφαρμόσει στο χαρέμι, προσκαλεί από την Αθήνα τον ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη με την ορχήστρα του για να διασκεδάσει τις αιχμάλωτες χανούμισσες. Ο Μάρκος με το μπουζούκι του και με τη συνοδεία του Σταύρακα φτάνει στην Πόλη, όπου του γίνεται θερμή υποδοχή στο σαράι, αλλά, μετά τη γνωριμία του με τις γυναίκες του χαρεμιού, αποφασίζει την απαγωγή και την απελευθέρωσή τους με τη συνεργασία του Καραγκιόζη, που εκτελεί χρέη υπηρέτη της βαλιδέ. Η συνωμοσία αποκαλύπτεται από τους συνεργάτες της βαλιδέ-χανούμ, τον Μορφονιό και τον αρχιευνούχο Χαντούμ-αγά, με αποτέλεσμα τη σύλληψη των συνωμοτών. Η βαλιδέ προτίθεται να τους τιμωρήσει όλους παραδειγματικά, αλλά υποχωρεί έπειτα από τις παρακλήσεις και τις εξομολογήσεις του Βαμβακάρη και του Καραγκιόζη, τους συγχωρεί και τους στέλνει μαζί με τις ελεύθερες πλέον γυναίκες του χαρεμιού στην Ελλάδα.