Περιεχόμενα
– Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου
– Σουπρεματισμός
– Για τον Καζιμίρ Μάλεβιτς
– Φωτογραφίες
– Πίνακες


Με τη λέξη «Σουπρεματισμός» εννοώ την υπεροχή του καθαρού συναισθήματος στην δημιουργική τέχνη.
Θέλω στη μελέτη μου να εξηγήσω τι νόημα κρύβει η λέξη “τεμπελιά”, τι καλύπτει το ρητό “αργία μήτηρ πάσης κακίας”.
– Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου
– Σουπρεματισμός
– Για τον Καζιμίρ Μάλεβιτς
– Φωτογραφίες
– Πίνακες
“Οι συμφορές του πολέμου” είναι μια συλλογή ογδοντατριών χαρακτικών, που δημιούργησε ο Γκόγια με τη μέθοδο της οξυγραφίας και πρωτοεκδόθηκαν το 1863. Ο μεγάλος ισπανός ζωγράφος τα έφτιαξε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μακριά από την πατρίδα του, αποτραβηγμένος στο Μπορντώ της Γαλλίας. Βασίζονται στις φοβερές σκηνές που αντίκρισε κατά τον πόλεμο των ισπανών με τον εισβολέα Ναπολέοντα (“Αυτό το είδα”, γράφει στα περιθώρια των έργων), αλλά απεικονίζουν στιγμιότυπα απ’ όλους τους πολέμους του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Στο επίμετρο, ο γάλλος μελετητής και ιστορκός της τέχνης Ελί Φωρ σχολιάζει τα χαρακτικά, τα εντάσσει στο συνολικό έργο του Γκόγια, τα τοποθετεί στο ιστορικό τους πλαίσιο και αφορμάται απ’ αυτά για να διατυπώσει ορισμένες γενικότερες σκέψεις για το φαινόμενο του πολέμου.
Αν δεχθούμε ότι ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φύσης, μάλιστα ένα συνειδητό της μέρος. Αν δεχθούμε πως η συνειδητότητα αυτή τον διαχωρίζει ταυτόχρονα από τη φύση δημιουργώντας του νέα πεπρωμένα, τότε το ερώτημα της καλλιτεχνικής έκφρασης τίθεται σοβαρά, ταυτίζεται δηλαδή με τα πρωταρχικά ερωτήματα του ανθρώπου. Η ταύτιση και η ταυτόχρονη απόστασή μας από τη φύση δημιουργούν μια ρωγμή, μια σχάση. Ίσως, το πρώτο αίτιο της ανάγκης για έκφραση να ξεπηδά μέσα από αυτή τη ρωγμή, θέλοντας πρώτα να τη δηλώσει, μετά να τη γεφυρώσει.
Tα πενήντα πέντε πολιτικά του σχέδια με τίτλο “Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης” πρωτοεκδόθηκαν στο Βερολίνο το 1921 (αυτή την έκδοση αναπαράγουμε εδώ). Στο βιβλίο περιλαμβάνεται μία αναλυτική βιογραφία του ζωγράφου, που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σχεδιαστές του 20ού αιώνα.
O Γκρος απαθανάτισε με τόσην επιτυχία την εποχή του, ώστε οι σύγχρονοί του τον έσυραν τρεις φορές στα δικαστήρια. Oι τρεις καταδίκες του αποτελούν και τη σπουδαιότερη και γνησιότερη τιμητική διάκριση που έλαβε στη ζωή του: η ανωτάτη αρχή έκρινε πως είχε σκοπεύσει σωστά και είχε πετύχει τον στόχο.
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Ο ηθοποιός δεν είναι τίποτα άλλο από μιά αναπνοή. Μια αναπνοή χωρίς σταθερό ρυθμό που περιέχει όλους τους ρυθμούς του κόσμου. Δεν είναι άνθρωπος με σώμα, είναι το πλάσμα που φορά τις λέξεις για σώμα του.
Οι κινήσεις, ο τρόπος του βλέμματος, του περπατήματος, ο τρόπος που ανακατεύει τον πρωινό καφέ του, ο τρόπος που ντύνεται, ο τρόπος, αυτό είναι ο ηθοποιός, ο τρόπος που υπάρχει. Ο τρόπος που ξεκολλά τις σάρκες του πάνω στη σκηνή για να ταΐσει τα σκυλιά, ο τρόπος που σκορπά τα κόκκαλά του να χορτάσουν οι πεινασμένοι, ο τρόπος που δεν αντιλαμβάνεται πως οι θεατές τους είναι σκυλιά και πεινασμένοι, ο τρόπος που μαρτυρεί, που καίγεται στη σκηνή που αυτοπυρπολείται.
Με τα φτερά της φαντασίας ταξιδεύουμε στα σουλτανικά παλάτια της οθωμανικής Σταμπούλ επί δυναστείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Νομοθέτη. Η παντοδύναμη μητέρα του, η μεγάλη βαλιδέ-σουλτάνα, ελληνικής -υποτίθεται- καταγωγής, στα πλαίσια της φιλελεύθερης πολιτικής που επιχειρεί να εφαρμόσει στο χαρέμι, προσκαλεί από την Αθήνα τον ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη με την ορχήστρα του για να διασκεδάσει τις αιχμάλωτες χανούμισσες. Ο Μάρκος με το μπουζούκι του και με τη συνοδεία του Σταύρακα φτάνει στην Πόλη, όπου του γίνεται θερμή υποδοχή στο σαράι, αλλά, μετά τη γνωριμία του με τις γυναίκες του χαρεμιού, αποφασίζει την απαγωγή και την απελευθέρωσή τους με τη συνεργασία του Καραγκιόζη, που εκτελεί χρέη υπηρέτη της βαλιδέ. Η συνωμοσία αποκαλύπτεται από τους συνεργάτες της βαλιδέ-χανούμ, τον Μορφονιό και τον αρχιευνούχο Χαντούμ-αγά, με αποτέλεσμα τη σύλληψη των συνωμοτών. Η βαλιδέ προτίθεται να τους τιμωρήσει όλους παραδειγματικά, αλλά υποχωρεί έπειτα από τις παρακλήσεις και τις εξομολογήσεις του Βαμβακάρη και του Καραγκιόζη, τους συγχωρεί και τους στέλνει μαζί με τις ελεύθερες πλέον γυναίκες του χαρεμιού στην Ελλάδα.