Περιεχόμενα
– Εισαγωγή
– Το τοπίο των συμβόλων
– Το τοπίο της πραγματικότητας
– Το τοπίο της φαντασίας
– Το ιδανικό τοπίο
– Η φυσική όραση
– Τα φώτα του Βορρά
– Επιστροφή στην κανονικότητα
– Επίλογος
– Πίνακας εικόνων
– Οι ζωγράφοι


«Αξίζει να το σκεφτούν σοβαρά ακόμη και εκείνοι που έχουν το μικρότερο ενδιαφέρον για την ιστορία της τέχνης… Καλύπτει ένα πεδίο που εκτείνεται από τις μινιατούρες του Μεσαίωνα μέχρι το σήμερα… Συναρπαστικό βιβλίο, που η αξία του δεν έχει εκτιμηθεί όσο πρέπει από εκείνους που ενδιαφέρονται και γράφουν για τη ζωγραφική.» (Frances M. Haskell, The New York Review of Books)
«Η σημασία του βιβλίου αυτού για την κριτική της τέχνης και την ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να τονιστεί όσο πρέπει. Ο Ράσκιν και άλλοι έχουν γράψει αξιοπρόσεκτες σελίδες για την τοπιογραφία, αλλά κανένα τέτοιο ολοκληρωμένο έργο γι’ αυτήν ως διαχωρισμένο κλάδο της τέχνης δεν έχει γραφεί στη γλώσσα μας.» (Cambridge Revue)
– Εισαγωγή
– Το τοπίο των συμβόλων
– Το τοπίο της πραγματικότητας
– Το τοπίο της φαντασίας
– Το ιδανικό τοπίο
– Η φυσική όραση
– Τα φώτα του Βορρά
– Επιστροφή στην κανονικότητα
– Επίλογος
– Πίνακας εικόνων
– Οι ζωγράφοι
Ο ομότιμος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ. Νικόλαος Μουτσόπουλος, ο σοφός δάσκαλος, με λόγο γλαφυρό και ουσιαστικό, που διανθίζεται από ιστορικά στοιχεία, μύθους και παραδόσεις, μας ταξιδεύει στον μυστικό κόσμο της Πρέσπας, στο λιμνογέννητο νησί του Αγίου Αχιλλείου, στους βυζαντινούς ναούς και στα ασκηταριά της λίμνης. Κι ακόμη, σε κάστρα και καταφύγια του ελληνισμού, στα Αμπελάκια των Τεμπών και στη Θράκη, στην αρχαία πόλη της Λήμνου Χρυσή, στα Δρακόσπιτα της Εύβοιας, στην Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης, στα μοναστήρια του Άθω. (Γ.Ε.Β., ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9/7/2002)
Το βιβλίο παρουσιάζει το γυναικείο κοινό της τέχνης κατά τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του έρχεται στο φως ένα σύνολο ανώνυμων και επώνυμων γυναικείων προσώπων, που ήρθαν σε επαφή με καλλιτεχνικά έργα και δημιουργούς, διατύπωσαν κρίσεις και εξέφρασαν τη γνώμη τους για το παρελθόν, το παρόν, ενίοτε και το μέλλον της τέχνης. Ποιες είναι οι γυναίκες αυτές και μέσα από ποιες διαδρομές καθίστανται θεάτριες της τέχνης; Ποιες εικαστικές παραστάσεις έλκουν ή απωθούν τα βλέμματά τους και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Με ποιον τρόπο και με τι είδους όρους αποτιμούν τα έργα που σχολιάζουν; Πώς τοποθετούνται απέναντι στις κυρίαρχες ιστορικές αφηγήσεις και αντιλήψεις περί καλλιτεχνικής δημιουργίας; Τα ερωτήματα αυτά επιχειρείται εδώ να απαντηθούν.
Με την αξιοποίηση δημοσιευμένων πηγών και αρχειακού υλικού η μελέτη εντοπίζει τις επισκέπτριες των καλλιτεχνικών εκθέσεων, αφουγκράζεται τις σχολιάστριες καλλιτεχνών και έργων, παρακολουθεί τις συγγραφείς πραγματειών και κειμένων για την αρχαία ή τη νεότερη τέχνη. Παράλληλα, εξετάζει τις απόψεις γνωστών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως η Καλλιρρόη Παρρέν και η Καλλιόπη Κεχαγιά, αναδεικνύει την ποικιλία των ενδιαφερόντων και των θέσεων διαφορετικών θεατριών και επισημαίνει τον βαθμό στον οποίο το φύλο επηρεάζει τόσο το ύφος του λόγου και τα είδη της γραφής όσο και τη στάση του κοινού σε σχέση με θέματα όπως το γυμνό, οι εικαστικές απεικονίσεις γυναικείων μορφών, οι καλλιτέχνιδες.
Με τα φτερά της φαντασίας ταξιδεύουμε στα σουλτανικά παλάτια της οθωμανικής Σταμπούλ επί δυναστείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Νομοθέτη. Η παντοδύναμη μητέρα του, η μεγάλη βαλιδέ-σουλτάνα, ελληνικής -υποτίθεται- καταγωγής, στα πλαίσια της φιλελεύθερης πολιτικής που επιχειρεί να εφαρμόσει στο χαρέμι, προσκαλεί από την Αθήνα τον ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη με την ορχήστρα του για να διασκεδάσει τις αιχμάλωτες χανούμισσες. Ο Μάρκος με το μπουζούκι του και με τη συνοδεία του Σταύρακα φτάνει στην Πόλη, όπου του γίνεται θερμή υποδοχή στο σαράι, αλλά, μετά τη γνωριμία του με τις γυναίκες του χαρεμιού, αποφασίζει την απαγωγή και την απελευθέρωσή τους με τη συνεργασία του Καραγκιόζη, που εκτελεί χρέη υπηρέτη της βαλιδέ. Η συνωμοσία αποκαλύπτεται από τους συνεργάτες της βαλιδέ-χανούμ, τον Μορφονιό και τον αρχιευνούχο Χαντούμ-αγά, με αποτέλεσμα τη σύλληψη των συνωμοτών. Η βαλιδέ προτίθεται να τους τιμωρήσει όλους παραδειγματικά, αλλά υποχωρεί έπειτα από τις παρακλήσεις και τις εξομολογήσεις του Βαμβακάρη και του Καραγκιόζη, τους συγχωρεί και τους στέλνει μαζί με τις ελεύθερες πλέον γυναίκες του χαρεμιού στην Ελλάδα.
Σηκώθηκε, την πήρε απ’ το χέρι, την τράβηξε στο μπαλκόνι. «Κοίτα ψηλά, τι βλέπεις;» τη ρωτά. «Τον ουρανό, τι άλλο; Ασυννέφιαστος σήμερα, πεντακάθαρος», απαντά η Ελένη σα μικρό παιδί στον δάσκαλο που το παίζει παιδί. Ο Πανώρας χαμογελά, περνά το χέρι στον ώμο της, της ψιθυρίζει στο αυτί σαν ερωτευμένος στην πρώτη του εξομολόγηση: «Αν δεν γνωρίζαμε την ανέφελη νύχτα, αν βλέπαμε μόνο το γαλάζιο που μας σκεπάζει, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πως πέρα απ’ αυτό απλώνεται το άπειρο, οπότε δεν θα είχαμε μέτρο να μετρηθούμε ούτε να μετρήσουμε παρά μόνον εκείνο του μικρόκοσμού μας, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, περιέχει κι αυτός όχι μόνο τη γεύση μα και τη δομή του απείρου, πώς αλλιώς. Μόνο που δίχως την πλήρη εικόνα είναι αδύνατο να εννοήσουμε καλά ακόμα κι αυτό. Μηρυκάζουμε βέβαια τα λόγια του ποιητή που λέει πως είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των ονείρων, ενώ δεν μας πάει ο νους στο γεγονός πως και τα όνειρα είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, πες το αστερόσκονη, απ’ την οποία είμαστε φτιαγμένοι.» Την κοίταξε στα μάτια: «Παρ’ όλη την προσπάθεια να σε παρασύρω στο σύμπαν, βλέπω πως σκάλωσες στη σκόνη, σ’ ενοχλεί η λέξη, έστω και ως δεύτερο συνθετικό της ποιητικότατης αστερόσκονης. Όμως, ό,τι ξεστόμισα το έκανα για να ενθαρρύνω τον από δική μου υπαιτιότητα πληγωμένο ιδεαλισμό σου, όσο και για να υποκλιθώ μπροστά του. Είχα λησμονήσει πως ο εγκέφαλος λειτουργεί σύμφωνα με τον τρόπο που δραστηριοποιείται το σύμπαν, μέχρι που σήμερα, πρωί-πρωί με την αυγούλα, επέστρεψαν τα λόγια στον νου μου, λόγια ενός άλλου, όχι δικά μου.»
Κριτική της Τέχνης – Κριτική της Κοινωνίας, ήταν ο τίτλος του Σεμιναρίου αισθητικής του καθηγητή μας Olivier-Renault d’Allonnes στη Σορβόνη. Τον ίδιο τίτλο δώσαμε και στον παρόντα τόμο, αποτίοντας έτσι τιμή σ’ έναν πρωτοπόρο και διεθνούς εμβέλειας ερευνητή και καθηγητή της αισθητικής και της κριτικής θεωρίας. Ο Olivier-Renault d’Allonnes, ο Έλληνας, ο Εβραίος και ο Γάλλος θεωρητικός του ρεμπέτικου, του Σαίνμπεργκ και του Αντόρνο, ο οποίος είχε καταλήξει να ζει για την Αισθητική, αναπολώντας συγχρόνως το ιστορικό Artisanat (χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στον τοίχο πίσω από την καρέκλα του γραφείου του στο σπίτι του είχε μια συλλογή εργαλείων επιπλοποιού), από τον Μάρτιο του 2009 δεν είναι πια μαζί μας. Βιώνοντας έντονα τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης: γενικευμένη αλλοτρίωση, αποξένωση, διάλυση ή ακόμη και αποσύνθεση της όποιας ιστορικής συνείδησης και κοινωνικής υποκειμενικότητας που υπήρχε από πριν μέχρι την εμφάνιση και διάδοση στα νεότερα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, επέστρεψε λίγο πριν τον θάνατό του στο χωριό του στη Βρετάνη και στη συνέχεια στη μητρική του γη.