Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.


Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.
Φασίστα!
Εγώ… φασίστας;
Κι εγώ φασίστας;
Μήπως;
Ρετούς είναι όρος της φωτογραφικής τέχνης. Είναι το ανάλαφρο άγγιγμα του φωτογράφου με καλοξυσμένο μολύβι πάνω στο αρνητικό που διορθώνει τις λεπτομέρειες, τις απροσεξίες στους φωτισμούς, τις μικρές ασέβειες του χρόνου στα πρόσωπα. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας, το τρυφερό χάδι του ψέματος πάνω στην αλήθεια.
Το ΡΕΤΟΥΣ αφηγείται τη γέννηση ενός ιστορικού φωτογραφείου της Θεσσαλονίκης στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ακολουθεί τους ανθρώπους του -δύο δίδυμους αδελφούς- και την εξέλιξή τους μέχρι το σήμερα: άνοδος, ακμή, παρακμή και πτώση. Την περιπέτεια της αυτογνωσίας άλλοτε μέσα από τις νοσταλγικές επιστροφές και άλλοτε μέσα στο καθαρτήριο του τραγικού. Την ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζονται για να φωτογραφηθούν, και όχι μόνο, σ’ έναν εαυτό διαφορετικό από τον δικό τους, από επιθυμία να παραστήσουν κάτι που δεν είναι.
…Μια παρατεταμένη μεταμφίεση πολλών χρόνων, δεκαετίες με μασκαρέματα όχι τόσο αθώα όσο τα αποκριάτικα, κάλυψαν τη μούχλα, τον βολεμένο συντηρητισμό, τις συνενοχές και τον ενδόμυχο φόβο, κυρίως αυτόν, μήπως εμείς μείνουμε έξω από το παιχνίδι…
Μια γυναίκα ανακαλύπτει την κρυφή ζωή του συντρόφου της από το προσωπικό του ημερολόγιο, από διάφορα ευρήματα στα συρτάρια του γραφείου του και από το ιστορικό του υπολογιστή.
Ο χωρισμός είναι επώδυνος, αργόσυρτος, βουβός, με απότομες εξάρσεις.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ανάμεσα στη Λέσβο, και πιο ειδικά στο Πλωμάρι του, και στη Θεσσαλονίκη, βίωσε, φαντάσθηκε ή επινόησε ιστορίες και παραμύθια που συγκίνησαν τον γραφιά αυτών των κομματιών.
Οι φτωχοί απόμαχοι της ζωής, που βρήκαν τρόπο να διασκεδάσουν τον επερχόμενο θάνατο στις απάνθρωπες συνθήκες της κρίσης, ο νέος ξενιτεμός των βλασταριών της ελληνικής επαρχίας, η δυστυχία και η πάλη για ζωή των νεοπροσφύγων, οι λιτανείες για τον εξανθρωπισμό του Θείου, αγιορείτικες αλλά και λεσβιακές περιηγήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, με τα κατάλοιπα της ανίκητης κυριαρχίας της βαθιάς συντηρητικής αντίληψης, συνθέτουν ένα πανόραμα της κοινωνικής μας πραγματικότητας των τελευταίων εξήντα χρόνων, που αποτυπώνονται σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.
Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα.
Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.
‘Ερχεται κάποια στιγμή που “τον ξένο και τον εχθρό τον βλέπουμε στον καθρέφτη”: είναι ο εαυτός μας.
Για τους περισσότερους η διαπίστωση αυτή είναι φευγαλέα αναλαμπή.
Μόνο για λίγους είναι επώδυνη αυτογνωσία, που τους κάνει ν’ αλλάξουν ρότα…
Πάμε να κρυφτούμε στις μικρές εσοχές των οικοδομών που ανακαλύψαμε τυχαία. Να χτυπήσουμε τα κουδούνια αγνώστων και να τρυπώσουμε στα υπόγεια ξένων πολυκατοικιών. Να μπούμε κρυφά στα σχολικά προαύλια σκαρφαλώνοντας σε σκουριασμένα κάγκελα και ξεκολλημένες υδρορροές. Πάμε να βρούμε τα δικά μας καταφύγια όπως τότε που όλα τα στενά της πόλης ήταν σπίτι μας. Πάμε να κρυφτούμε πίσω από αγνώστους, να χάσουμε τα ονόματά μας και να γίνουμε και πάλι αόρατοι γι’ αυτούς που τόλμησαν να μας δουν.
Πιάσε το χέρι μου, κοίτα με στα μάτια και άσε με να σου δώσω το λυτρωτικό φιλί. Να πεταρίσει και πάλι η καρδιά μας και να φανερωθούμε. Να προδώσουμε τη θέση μας και να φωνάξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο φτου ξελευθερία.