Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.


Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.
Για αιώνες οι άνθρωποι στην Ευρώπη γεννιόντουσαν και πέθαιναν σε μια ακτίνα επτά μιλιών από τον τόπο τους. Οι λόγοι που έφευγαν από την πόλη τους ήταν ο πόλεμος ή τα ταξίδια για τους Αγίους Τόπους.
Οι μόνοι άνθρωποι που ταξιδεύανε σε όλο τον κόσμο ήταν οι ναυτικοί. Φεύγανε από τον τόπο τους και ταξιδεύανε στις θάλασσες και στα ποτάμια του κόσμου, πλουτίζοντας με εικόνες, γνώσεις και συναισθήματα. Πολλοί απ’ αυτούς, όταν γύριζαν μετά από πολλά χρόνια, ακόμα και πάνω από είκοσι, δεν τους γνώριζαν ούτε οι αγαπημένοι τους. Ήταν η σειρά των ναυτικών να διηγηθούνε αυτά που είδαν, αν και αρκετές φορές περιέγραφαν τι είδε η φαντασία τους και όχι τα μάτια τους, αλλά πάντα αυτά που έλεγαν ήταν το κέντρο ενδιαφέροντος των ανθρώπων που τους άκουγαν.
Η συγγραφή όλων αυτών των κείμενων στο ανά χείρας βιβλίο ήταν μια παλιά εσωτερική ανάγκη. Όλες οι ιστορίες είναι αληθινές. Πολλά ονόματα χαρακτήρων, πλοίων και τόπων καταγωγής είναι φανταστικά.
Υπάρχουν σταθερά δύο μπουκάλια κρασί στο ψυγείο. Η πιθανότητα η Λόλα να εμφανιστεί, με οδηγεί να φροντίζω πιο τακτικά το σπίτι. Χάρη στο ενδεχόμενο της Λόλας, καθημερινά σκουπίζω το πάτωμα, πλένω τα πιάτα και τα ποτήρια, αλλάζω τα σεντόνια, πετάω τα σκουπίδια, μαζεύω τα άπλυτα ρούχα. Κυλά ο καιρός, και δεν εμφανίζεται. Δεν παύει όμως το ενδεχόμενο της Λόλας να υφίσταται. Οι μέρες και οι νύχτες δείχνουν να ισορροπούν γύρω από αυτό το ενδεχόμενο. Ένα μεσημέρι η Λόλα με κάλεσε για καφέ.
Τη ρώτησα αν σκέφτηκε κάποιο βράδυ να μου στείλει ένα μήνυμα. Μου είπε πως συνέβη μια φορά να μου γράψει ένα μήνυμα και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και το διέγραψε.
Κάπως έτσι είναι η δική μας επικοινωνία. Κωδικοποιημένες λέξεις, ελάχιστες, κι αυτές πολύ αραιά. Όμως είναι λέξεις που, αν γραφούν και κυρίως αν σταλούν, τότε αλλάζουν οι παλμοί και το σώμα απογειώνεται.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ
Συνάθροιση στην ιερότητα του γνόφου, στην υφαντουργική πληθώρα, τάχισμα δαιδαλώδες και μονότροπο στο τεθλασμένο αγκύλωμα δραματικής υποταγής, στο αιτιώδες γράφημα φασματικής μυθογραφίας. Στιγματικά διεκπεραιώνουν την νουθεσία απόλυτης πλοήγησης, την υψηλή γνωσιακή ακινησία, την σκοτεινή λαμπρύνουσα μομφή, στην χρέωση απίθανης υπόστασης. Και ηχούν τα ενστικτώδικα βελάσματα στου ζόφου μέσα την κτηνώδη δυσωδία, οργανική υποτέλεια, της σάρκας ανυπόληπτη εγγύτητα, λανθάνον επεισόδιο μιας ευρυγώνιας λήψης: λόγοι αστραπιαίας παραχώρησης, υπαιτιότητα γενικευμένη, χώροι μιας πεμπτουσιακής ανέλκυσης, τόνοι οξύσχημοι ληπτότητας, ευμάρεια στον τεκμηριακό πνευματισμό, ποιότητα εξουθενωμένη στο νοητό, ελπιδοφόρο θέισμα. Θεάμονες στο ενιαίο όραμα, μιαν αμεσότητα συμπυκνωμένη στο ανίδεο δέλεαρ αταυτοποίητης οντότητας, κινούνται ευφημιστικά σε οχληρό προαισθητήριο τάνυσμα.
Σε μια εποχή που ο θάνατος δεν υπάρχει πια, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να αξιοποιήσουν τον απεριόριστο χρόνο που διαθέτουν για να εκπληρώσουν όλες τις επιθυμίες τους πάνω στη γη, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ έναν κήπο των επίγειων απολαύσεων. Ο Αδάμ Μακρόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους που ανήκουν στο τυχερό γένος των αθάνατων. Έχοντας, βέβαια, την ευτυχία να ζήσει για περίπου μισή χιλιετία, στο τέλος τού απέμεινε μόνο μία επιθυμία που δεν έχει εκπληρώσει: να πεθάνει. Διοικητικές λεπτομέρειες, σουρεαλιστικές περιπέτειες και μοιραίες παρεξηγήσεις μπαίνουν διαρκώς εμπόδιο στην προσπάθεια του ήρωα ν’ ανοίξει τις πύλες της εξόδου απ’ τη ζωή. Μέχρι που συναντά την Περσεφόνη, η οποία, με την αγνότητα, την υπευθυνότητα και την αγάπη της, θα του αλλάξει γνώμη και θα του αποδείξει πως, τελικά, η ζωή έχει νόημα. Μήπως, όμως, τότε να είναι πολύ αργά; Ή μήπως πολύ νωρίς, ώστε να πειστεί ο Αδάμ Μακρόπουλος πως, για να πεθάνει κανείς, θα πρέπει πρώτα να έχει ζήσει αληθινά; Με έντονα τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας και της αριστοφανικής σάτιρας πάνω σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας, αλλά και, ταυτόχρονα, βαδίζοντας στα χνάρια που χάραξε το μοντέρνο υπαρξιακό δράμα, όπως αυτό σκιαγραφήθηκε απ’ τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα και του Καμύ, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γι’ αυτούς και γι’ αυτές που αρέσκονται να πλάθουν εικόνες διαβάζοντας.
Δυο πόλεις, δυο γιαγιάδες. Η Βικτωρία, δυναμική, εκρηκτική και ρηξικέλευθη, στην Πόλη, η Ελένη, θεοσεβούμενη, προσγειωμένη και σεμνή, στη Σαλονίκη. Οι οικογένειές τους ενώνονται μέσω του γάμου των παιδιών τους, και η μικρή τους εγγονή θυμάται. Θυμάται όσα ως μικρό κορίτσι έζησε μαζί τους. Τις καθημερινές ασχολίες και τις γιορτινές επετείους, τα ασήμαντα γεγονότα και τα φοβερά που έμειναν στην ιστορία, τα πρόσωπα που κινούνταν γύρω τους με ρόλο πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα χωρίς να παραλείπει τις αναφορές στους ανώνυμους κομπάρσους, τύπους χαρακτηριστικούς εκείνων των χρόνων.
Θυμάται πολλά. Και όσα δεν θυμάται -ως ενήλικη πια- τα ψάχνει. Ρωτάει όσους ακόμη ζουν και ερευνά καταφεύγοντας σε όσες επίσημες πηγές είναι προσβάσιμες, έχοντας μοιράσει τη ζωή της ανάμεσα στη λατρεμένη λαμπρή Πόλη των παιδικών της χρόνων και στην προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Γραμμένο με ψυχή, με συναισθήματα που ξεπηδούν από τα βιώματα, με ματιά καθαρή και αντικειμενική, με πνεύμα αδέσμευτο από φανατισμούς, με λόγο προφορικό και εναργή το έργο της συγγραφέως ζωντανεύει τα πρόσωπα που αγάπησε και την καθόρισαν, τα γεγονότα που έζησε και τη στιγμάτισαν και παραδίδει όσα είδε, όσα άκουσε και όσα έμαθε κτήμα ες αεί για τα παιδιά της, αναμνηστικό βοήθημα για όσους έζησαν μαζί της όσα περιγράφει, και υπέροχο ανάγνωσμα για τους υπολοίπους που νοερά ταξιδεύουν μαζί της από την Πόλη στη Σαλονίκη.
Ο τίτλος του βιβλίου χαρίζεται στη μία γιαγιά. Γιατί ήταν η γιαγιά της Πόλης. Της λατρεμένης της Πόλης όπου γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της η συγγραφέας, φέρουσα το όνομά της και κληρονομώντας το στη δική της μικρή εγγονή. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται νωρίς γιατί η Βικτωρία κέρδισε τον τίτλο.
«- Θα έχουμε μερικά γκρουπ, εκτός από τους ανεξάρτητους επιβάτες, ένα από αυτά, το μεγαλύτερο, αποτελείται από καμιά τριανταριά βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ. Από το γραφείο μού έχουν ζητήσει να βάλω στο τραπέζι σου έναν συνταγματάρχη και δυο-τρεις άλλους. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, πρέπει αργότερα να κοιτάξω τη λίστα.»
Φεύγοντας από το Μπαρμπάντος, μόλις φύγει ο πλοηγός, το πλοίο θα πάρει την πορεία 160°, θα ταξιδέψουνε για περίπου εννιά μίλια σχεδόν παράλληλα προς την ακτή μέχρι το South Point, και στην παράλλαξή του θα γυρίσουν στη 087°. Στην άλλη άκρη αυτής της πορείας είναι η Αφρική, τα ναυτικά μίλια που θα διανύσουν μέχρι το αγκυροβόλιο του Ντακάρ είναι 2.468.
Ταξιδεύοντας Ανατολικά πρέπει να βάλουν τα ρολόγια τέσσερις ώρες μπροστά, ούτως ώστε, φτάνοντας στο Ντακάρ, να έχουν GTM που έχει η Σενεγάλη. Ελέγχει τους χάρτες και τις πορείες από Ντακάρ για Καζαμπλάνκα και από εκεί για Βαρκελώνη. Στην Καζαμπλάνκα θα καθίσουν δύο ημέρες. Κοιτάζει τον χάρτη Pilot Chart για τον μήνα Ιανουάριο. Τα ρεύματα είναι Δυτικά, αντίθετα από την πορεία τους, και οι άνεμοι θα είναι κυρίως μέτριοι Βορειοανατολικοί ή Ανατολικοί. Δηλαδή, ρεύματα και άνεμοι αντίθετα, που σημαίνει μεγαλύτερες καταναλώσεις.