Το Παράδοξο του Ζην
“Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει
πως κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού μας πάνε;”


“Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει
πως κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού μας πάνε;”
Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Παρίσι.
Ακολουθώντας μια κατεστραμμένη μοίρα
από την Κωνσταντινούπολη, ο πρωταγωνιστής
θα καταλήξει στη πολυπολιτισμική
οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1861.
Τρία χρόνια αργότερα, θεοί και άνθρωποι,
απομακρύνονται από την πατρώα γη.
Τα γεγονότα της αποξήλωσης και μεταφοράς του μνημείου
των «Μαγεμένων» στο Παρίσι,
θα προκαλέσουν τις εξελίξεις σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο.
Ένας Οθωμανός, μία Εβραία και ένας Γάλλος,
θα τυλίξουν μαζί το νήμα που υφαίνουν μύθος και ιστορία.
Στην ανατολή του 1900, στην πόλη του φωτός,
θα ολοκληρωθεί η διαδρομή στις ζωές των ήρωες του βιβλίου.
Μια νέα διαδρομή θα χαραχτεί και θα είναι αυτή,
της επιστροφής των Μαγεμένων στην γενέθλια πόλη.
Πρόκειται για την τέταρτη ποιητική συλλογή του πολυγραφότατου Απόστολου Λυκεσά, στις οποίες επανέρχεται μετά το μυθιστόρημά του Το τσίρκο των ψύλλων (2009). Η επιστροφή στην ποίηση μοιάζει αναπόφευκτη για το λογοτέχνη που δε διστάζει να μας καταπλήξει με τον εκσυγχρονισμένο λόγο του και την επικαιρότητα που μάλλον ταλανίζει το συγγραφέα αντί να τον στρέφει στις παλιές εγγυημένες λογοτεχνικές παραδόσεις. Το βιβλίο αποτελεί εγχειρίδιο επιβίωσης στο γλωσσικό και νοηματικό βούρκο της εποχής μας αλλά και μία μεγάλη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας που στέκει απέναντι στον ποιητή και δεν τον τρέπει σε φυγή λόγω φόβου. Eίκοσι ποιήματα είναι αρκετά να μας επιδείξουν την ακτινογραφία της εποχής μας που ξεκινάει με τα «Τείχη των Αχαιών» και κλείνει με το «Απόλλυμι». Θα λεγε κανείς ότι υπάρχει μια νοηματική συνέχεια ανάμεσα στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα, ένας κύκλος που κρύβει τα ενδιάμεσα ποιήματα. (του Παναγιώτη Λογγινίδη)
Το Canto είναι μια ποιητική μορφή που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ελευθερία. Προέρχεται από την ιταλική γλώσσα και σημαίνει “τραγούδι” και “τραγουδώ” και είναι εξέλιξη τής λατινικής λέξης “cantus” … Είναι συνήθως εκτεταμένο και δεν υπόκειται σε κανόνες, ούτε σε περιορισμούς, σε αντίθεση με άλλα είδη…Ουσιαστικά το canto θεωρείται τμήμα μιας ακόμα μεγαλύτερης ποιητικής κατασκευής και παραπέμπει στο έπος…