Περιεχόμενα
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές


Ποια σχέση μπορεί να έχει η απηνής «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη με τις ρομαντικές και ιδιαίτερα ευαίσθητες «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέβσκη; Και πώς δίπλα στον έξω του κόσμου τούτου «Φρανκενστάιν» (της Σέλλεϋ) και στον «Αόρατο» (του Ουέλλς) θα μπορούσε να σταθεί ο πολύπαθος Βενέζης με την αφήγηση του μικρασιατικού δράματος;
Ως από μηχανής θεός με τράβηξε έξω από το αδιέξοδο (όπως συμβαίνει τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) το όνειρο, αυτό που έχει τη δύναμη να “αφαιρεί βάρος από τα ξύπνια βάσανά μας”.
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές
Η σύντομη αυτή μελέτη γράφτηκε για να διαβαστεί ως ομιλία σιη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση με τίτλο: «150 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Κ. Π. Καβάφη» (Θεσσαλονίκη, 17 Μαΐου 2013). Ο προφορικός χαρακτήρας του κειμένου και τα συγκεκριμένα χρονικά όρια δεν επέτρεπαν τις εκτενείς παρεκβάσεις και την επαρκή παράθεση αποσπασμάτων από τις πηγές, που θα λειτουργούσαν ως επιπλέον τεκμηρίωση για κάποιες από τις απόψεις μου. Παρά τις μεταγενέστερες διορθώσεις, προτίμησα, για λόγους που κυρίως σχετίζονται με τη δομή, το εύρος του θέματος και τη μικρή έκταση του κειμένου, να διατηρήσω και στην τελική μορφή τον αρχικό προφορικό -αλλά με πυκνότητα πληροφοριών- χαρακτήρα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι όλες οι αναφορές σε παλαιότερες πηγές είναι απολύτως διασταυρωμένες.
Η συνύπαρξη στο ανά χείρας βιβλίο δύο τόσο διαφορετικών ποιημάτων, γραμμένων από δύο τόσο διαφορετικούς ποιητές, θα μπορούσε να είναι τυχαία, δηλαδή αυθαίρετη – αλλά δεν είναι, νομίζω. Εκτός του ότι τα δύο ποιήματα προέκυψαν από και μέσα σε δύο συγκεκριμένους τόπους (που όμως κι αυτοί διαφέρουν διαμετρικά), υπάρχει κάτι ακόμη που τα συνδέει -κατά κάποιον έστω τρόπο: αυτό που συμβαίνει με τους τίτλους τους. Το ποίημα του Καρυωτάκη είχε «τελικό τίτλο», σε αυτόγραφο που μάλλον έχει χαθεί, Επαρχία -φαίνεται ότι ο ποιητής ήθελε (δικαίως, θα έλεγα) το κείμενό του να αφορά όχι μόνο έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο, αλλά μια πολιτικοκοινωνική κατηγορία κατοικημένων χώρων. Ο Σικελιανός είχε κλείσει τον τίτλο του ποιήματός του σε εισαγωγικά: «Ιερά Οδός» έτσι ώστε το κείμενο να αναφέρεται όχι μόνο στην Ιερά Οδό της Αττικής, αλλά σε μια κατηγορία βιωματικών-ψυχικών εμπειριών που οδηγούν σε μια λυτρωτική αποκάλυψη, παρόμοια με εκείνη που συνέβαινε στο «Ιερό της Ψυχής, στην Ελευσίνα». Όπως και να ‘ναι, τα δυο ποιήματα, η Πρέβεζα του Καρυωτάκη και η «Ιερά Οδός» του Σικελιανού, εντάσσονται -για λόγους διαφορετικούς το καθένα- στα σημαντικότερα επιτεύγματα της νεοελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα.
Η αργοπορημένη ανακάλυψη ότι η οικολογία της γης δεν θα υποστήριζε μία απεριόριστη επέκταση των παραγωγικών δυνάμεων δίνει τη χαριστική βολή στην πίστη στην πρόοδο. Είναι τώρα σαφές ότι μία πιο ισότιμη διανομή του πλούτου απαιτεί συγχρόνως μία δραστική πτώση του βιοτικού επιπέδου που απολαμβάνουν τα πλούσια έθνη και οι προνομιούχες τάξεις. Τα Δυτικά έθνη δεν μπορούν πια να προβάλλουν ως παράδειγμα για τον υπόλοιπο κόσμο το βιοτικό τους επίπεδο και τη φωτισμένη, κριτική και προοδευτική κουλτούρα που συνδέεται στενά μ’ αυτό.
«Θα σε ρωτήσουν κει πάνω, σαν έρθει η ώρα: “Ποιον συναπάντησες κάτω στη γη;” Κ’ εσύ θα τους αποκριθείς: “Κανένα. Τον εαυτό μου μόνο”. Θα σε ρωτήσουν ακόμα: “Πίστεψες, τουλάχιστο, στα όνειρα και στις χίμαιρες, στα ταπεινά έργα των ταπεινών ανθρώπων;” Κ’ εσύ θ’ αποκριθείς: “Όχι”. “Πλήρωσες, λοιπόν, γι’ αυτό κει κάτω;” Κ’ εσύ είναι δίκαιο να τους αποκριθείς πώς πλήρωσες, γιατί, εδώ, στη γη, είναι η μοίρα των ανθρώπων».
Γαλήνη
Ένα βιβλίο-σχόλιο για τη ζωή και το έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς της περίλαμπρης γενιάς του ’30. Ένα βιβλίο-προτροπή για όλους εκείνους που γοητεύονται να κυνηγούν στη ζωή τους χίμαιρες και να πιστεύουν στο θαύμα. Ένα βιβλίο καταδίκης της ασχήμιας και ύμνου της ομορφιάς της ζωής. Ένα βιβλίο για τον Βενέζη με τη γραφή του Βενέζη.
Σε αυτήν την εφήμερη επίγεια διαδρομή “είμαστε όλοι ανώνυμοι/ άμμος που σκορπίζει ο χρόνος/ στην έρημο του κόσμου/ στιγμιαίες λάμψεις/ φτερουγίσματα/ προσωρινή απόδραση/ από το τίποτα στην αυταπάτη/ ζούμε τα δευτερόλεπτά μας/ σ’ ένα περίπλοκο οικοδόμημα/ επινοούμε θρησκείες και θεούς/ μήπως και παρηγορηθούμε/ για την αφόρητη αλήθεια του πεπρωμένου/ είμαστε όλοι ανώνυμοι/ εναλλασσόμενες σκιές της ύπαρξης/ φαντάσματα σε θέατρο του παραλόγου”, σύμφωνα με τον ποιητή και πεζογράφο της Θεσσαλονίκης Τόλη Νικηφόρου.
Τελικά, μετά από πολυετείς δοκιμασίες, άγονες αυταπάτες και διαφόρων μορφών χίμαιρες που παγίδευσαν το σύγχρονο δυτικό άτομο στο όνομα της υποτιθέμενης ευμάρειας και της υλικής ευτυχίας (αφοπλίζοντάς το σε ανούσιους τεχνητούς ρόλους και κομφορμιστικούς κανόνες), η ελπίδα διαφαίνεται αχνά μέσα από τους χώρους της Λογοτεχνίας και της Τέχνης- μέσα από έναν γόνιμο επαναπροσδιορισμό των ανθρώπινων αξιών και της ηθικής σύμφωνα με τους κανόνες της αμόλυντης φύσης: “Τη μυγδαλιά αγαπώ/ όχι νυφούλα/ του χειμώνα στολισμένη/ αλλά γιατί/ ν’ ανθίσει βιάζεται/ τους νόμους αψηφώντας” – Γ. Στεφανάκις
Στο “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” ένας νέος δολοφονείται από παρανόηση, επειδή μοιάζει καταπληκτικά με κάποιον άλλο. Ο φόνος αναπαράγεται κατοπτρικά στο τέλος της ιστορίας, πάλι βασισμένος σε παρανόηση. Πριν από τον φόνο αυτόν, ανάλογοι φόνοι (ή κατ’ επίφαση φόνοι) διαπράττονται κατά συρροή σε άλλους τόπους, σε άλλα, ξενόγλωσσα κείμενα, σε συνδυασμό με ανάλογες παρεξηγήσεις, αντικαταστάσεις προσώπων, διχασμούς προσωπικοτήτων, κλεμμένες σκιές και χαμένα είδωλα. Όλος αυτός ο φασματικός κόσμιος των αναδιπλασιασμών -εκτόνωση του άγχους που προκαλεί η επέλαση του βιομηχανικού εφιάλτη αλλά και η ανακάλυψη του ασυνείδητου- συνυπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις με τον θάνατο. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι και τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού είναι μελέτες θανάτου, με εστίαση κάθε φορά σε διαφορετική δεσπόζουσα. Ακόμα και το “Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως”, όπου κανείς δεν πεθαίνει βιολογικά, υπαινίσσεται έναν συναισθηματικό θάνατο. Το συγκεκριμένο διήγημα, πάντως, ακολουθεί στερεοτυπικά τη σχετική παράδοση, υποβάλλοντάς την ταυτόχρονα σε επανεξέταση υπό την πίεση του ρεαλιστικού αιτήματος του καιρού του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες το θέμα του σωσία αξιοποιείται επιπλέον ως όργανο διερεύνησης του σπουδαιότερου (κατά πολλούς, του μοναδικού) θέματος της λογοτεχνίας, του θανάτου, ως ρητορικό στρατήγημα για την άρθρωση του ανείπωτου.