Περιεχόμενα
– Πρόλογος Δήμητρας Φύγκα
– Δυναμική και λειτουργία
– Το δημιουργικό νόημα της κρίσης
– Ακρόπολη και Παρθενώνας
– Νέα Αθήνα
– Ο δελφικός χρησμός
– Οδός των Μυστηρίων
– Επίμετρο
– Βιβλιογραφικές σημειώσεις


Τα κείμενα που παρουσιάζονται σε αυτήν την ανθολογία ανήκουν σε έναν αρχιτέκτονα που ξεφεύγει από τις συνήθεις κατατάξεις. Ο Erich Mendelsohn (1887-1953), εβραίος και γερμανός, ήταν βέβαια ένας μοντέρνος αρχιτέκτονας το έργο του συμπίπτει με την εποχή της εδραίωσης του μοντερνισμού – χωρίς όμως να μπορεί να ταυτιστεί πλήρως με αυτό που γνωρίζουμε ως κυρίαρχο μοντέρνο μορφολογικό ιδίωμα… Έντονο, χαρακτηριστικό αλλά πάντα αρκετά ορθολογικό ώστε να παραμένει υλοποιήσιμο, προσωπικό και παράξενο κάποτε, έμεινε όμως στη μνήμη μας ως κάτι που μας γοήτευε με την ιδιαιτερότητά του, χωρίς να ξέρουμε ακριβώς γιατί.
– Πρόλογος Δήμητρας Φύγκα
– Δυναμική και λειτουργία
– Το δημιουργικό νόημα της κρίσης
– Ακρόπολη και Παρθενώνας
– Νέα Αθήνα
– Ο δελφικός χρησμός
– Οδός των Μυστηρίων
– Επίμετρο
– Βιβλιογραφικές σημειώσεις
Γράφει ο Νόρμαν Κον: Το αρχικό νόημα της λέξης «χιλιασμός» ήταν στενό και ακριβές. Ο χριστιανισμός είχε ανέκαθεν μιαν εσχατολογία, με την έννοια ενός δόγματος που αφορούσε στις «τελευταίες ημέρες». Ο χριστιανικός χιλιασμός ήταν απλώς μια παραλλαγή χριστιανικής εσχατολογίας. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, μετά την Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός θα ιδρύσει στη γη ένα μεσσιανικό βασίλειο και θα βασιλεύει επί χίλια χρόνια πριν από την Έσχατη Κρίση. Πιο πρόσφατα, οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τη λέξη «χιλιασμός» για να περιγράψουν έναν συγκεκριμένο τύπο σωτηριολογίας, που είναι συλλογική, επίγεια, επικείμενη, συνολική και θαυματουργή. Μ’ αυτό το νόημα την χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου, στο οποίο πραγματεύομαι τις αιρέσεις του Μεσαίωνα.
Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
«Κύριο θέμα του βιβλίου είναι αυτό που συνήθως ονομάζουμε «θρησκευτικό» συναίσθημα. Χρησιμοποιώντας συχνά εκτενή παραθέματα κάθε λογής υπερφυσικών εμπειριών, ο Τζέιμς επιχειρεί να αναδείξει το θρησκευτικό βίωμα εν γένει στην πιο ακραία, αμιγή και ιδιωτική μορφή του, παραμερίζοντας προκαταβολικά τις διάφορες κοινωνικοπολιτικές του συνέπειες. Παρόλο που ο Τζέιμς θεωρεί δεδομένο ότι λίγο-πολύ όλες οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες είχαν και κάποια συμπτώματα ψυχικής αστάθειας, σπεύδει να ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι αυτό δε συνιστά πρόβλημα, όπως νομίζουν όσοι ταυτίζουν υποτιμητικά το καθετί θρησκευτικό με κάποια ψυχοσωματική παθολογία».(Μύρων Ζαχαράκης, bookpress.gr, 26/05/2022)
Ο ρώσος πρίγκιπας Πιοτρ Κροπότκιν (1842-1921) ήταν από τους γνωστότερους αναρχικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Από υπασπιστής του τσάρου κατέληξε στη φυλακή για τις ιδέες του. Δραπέτευσε και έζησε στην Αμερική, στην Ελβετία, στη Γαλλία και στην Αγγλία. Επέστρεψε στη Ρωσία μετά την Επανάσταση του 1917, άσκησε κριτική στο καθεστώς των μπολσεβίκων και πέθανε εκεί. Η κηδεία του ήταν η τελευταία δημόσια συνάθροιση των αναρχικών στη Ρωσία.
Το προηγούμενο έργο του Κροπότκιν, Λόγια ενός επαναστατημένου, ασκούσε κυρίως σφοδρή κριτική στην αστική κοινωνία, που είναι συγχρόνως πολύ άγρια και πολύ διεφθαρμένη, και καλούσε τους επαναστάτες να κινητοποιηθούν ενάντια στο κράτος και στο καπιταλιστικό καθεστώς. Το ανά χείρας έργο, που αποτελεί συνέχεια του έργου Λόγια ενός επαναστατημένου, έχει πιο ειρηνική χροιά. Απευθύνεται στους ανθρώπους καλής θέλησης που επιθυμούν τίμια να συνεργαστούν στον κοινωνικό μετασχηματισμό και τους εκθέτει τις μεγάλες τάσεις των φάσεων της μελλοντικής ιστορίας που θα μας επιτρέψουν να συγκροτήσουμε επιτέλους την ανθρώπινη οικογένεια πάνω στα ερείπια των τραπεζών και των κρατών.
Ο τίτλος του βιβλίου, Ψωμί και ελευθερία ή Πώς να κερδίζουμε το ψωμί μας, πρέπει να γίνει κατανοητός με την ευρύτερη έννοια, γιατί “ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί” (ουκ επ’ άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος). Σε μια εποχή που οι γενναιόδωροι και οι γενναίοι επιχειρούν να μετασχηματίσουν το ιδεώδες τους της κοινωνικής δικαιοσύνης σε ζώσα πραγματικότητα, η φιλοδοξία μας δεν εξικνείται στο να κατακτήσουμε το ψωμί, το κρασί και το αλάτι μας. Πρέπει να κατακτήσουμε και όλα όσα είναι αναγκαία ή απλώς χρήσιμα για να ζούμε άνετα· χρειάζεται να μπορούμε να εξασφαλίσουμε σε όλους την πλήρη ικανοποίηση των αναγκών και των απολαύσεων. Όσο δεν θα έχουμε κάνει αυτήν την πρώτη “κατάκτηση”, όσο θα υπάρχουν “μεταξύ μας φτωχοί”, είναι πικρή κοροϊδία να ονομάζουμε “κοινωνία” αυτό το σύνολο ανθρώπων που αλληλομισούνται και αλληλοκαταστρέφονται όπως τα άγρια θηρία σε μια αρένα.
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
Έχοντας αφιερώσει περισσότερο από τριάντα χρόνια εξερευνώντας, διαβάζοντας και χαρτογραφώντας τα “οδικά τοπία της νεωτερικότητας”, τα αδιέξοδα, τα σταυροδρόμια, τους μονόδρομους της αστεακής νεωτερικότητας, ο Νταίηβιντ Φρίσμπυ μας έχει προσφέρει αναλυτικά, κατατοπιστικά και ακριβέστατα πανοράματα της μοντέρνας, καπιταλιστικής μητρόπολης και της εμπειρίας του καινούργιου σε αυτήν.
Παρά το μόνιμο και σκόπιμο “ίσως” του ή μάλλον εξ αιτίας αυτού του “ίσως”, η κοινωνιολογία και η κοινωνική θεωρία του Φρίσμπυ στηρίζονται σε μία θεμελιώδη παρατήρηση:
η διέξοδος και οι εναλλακτικές διαδρομές από το φαινομενικό ή μη χάος, ασάφεια, ανασφάλεια και σύγχυση στη μοντέρνα καπιταλιστική μεγαλούπολη μπορεί να βρεθεί μέσα σε αυτήν, μέσα από την περιπέτεια σε αυτήν, όχι από όλα όσα μπορεί να νομίζουμε ότι ξέρουμε για την κοινωνική ζωή αλλά από τη συγκεκριμένη και απτή γνώση αυτού που μπορούμε να αναζητήσουμε, να γνωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε ως αλήθεια πίσω από τις εορταστικές μάσκες που καλλωπίζουν την καθημερινότητα στη μοντέρνα καπιταλιστική μητρόπολη.