Περιεχόμενα
– Πρόλογος
– Οι Τούρκοι
– Οι Εβραίοι
– Οι Μπαγιάτηδες
– Χρονολογικό Κομφούζιο
– Τύποι της Θεσσαλονίκης
– Οι Βούλγαροι στη Μακεδονία
– Οι Ξένοι του Φραγκομαχαλά
– Οι Ρουμάνοι
– Οι Αρμένηδες


[…] μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν στην πολύπαθη και ιστορική αυτή πόλη και τις συγκυρίες που τους οδήγησαν σε συγκεκριμένες συνθήκες, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί σε βάθος το σύμπλεγμα των ιστορικών εξελίξεων που καθόρισαν τη μορφή των Βαλκανίων ώς τις μέρες μας, πάντα υπό ένα ανθρωπιστικό πρίσμα το οποίο μας θυμίζει συνεχώς ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μεταξύ τους αν δεν αποφασίσουν για το αντίθετο κάποιοι άλλοι. Ένα γλαφυρό και γραμμένο με πολύ μεράκι βιβλίο, το συνιστώ ανεπιφύλακτα. (Μάριος Δαμουλιάνος, περ. Strange, 2008)
– Πρόλογος
– Οι Τούρκοι
– Οι Εβραίοι
– Οι Μπαγιάτηδες
– Χρονολογικό Κομφούζιο
– Τύποι της Θεσσαλονίκης
– Οι Βούλγαροι στη Μακεδονία
– Οι Ξένοι του Φραγκομαχαλά
– Οι Ρουμάνοι
– Οι Αρμένηδες
Γράφει ο Νόρμαν Κον: Το αρχικό νόημα της λέξης «χιλιασμός» ήταν στενό και ακριβές. Ο χριστιανισμός είχε ανέκαθεν μιαν εσχατολογία, με την έννοια ενός δόγματος που αφορούσε στις «τελευταίες ημέρες». Ο χριστιανικός χιλιασμός ήταν απλώς μια παραλλαγή χριστιανικής εσχατολογίας. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, μετά την Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός θα ιδρύσει στη γη ένα μεσσιανικό βασίλειο και θα βασιλεύει επί χίλια χρόνια πριν από την Έσχατη Κρίση. Πιο πρόσφατα, οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τη λέξη «χιλιασμός» για να περιγράψουν έναν συγκεκριμένο τύπο σωτηριολογίας, που είναι συλλογική, επίγεια, επικείμενη, συνολική και θαυματουργή. Μ’ αυτό το νόημα την χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου, στο οποίο πραγματεύομαι τις αιρέσεις του Μεσαίωνα.
Η στάση μου στην περίοδο της επταετίας και στη μεταπολίτευση δεν προέκυψε τυχαία. Γνώριζα τι έκανα. Ήταν συνειδητή επιλογή. Όλα τα αναλογίζομαι, τα δέχομαι, ανταμώνουν με σκληρά γεγονότα του Εμφυλίου και τα κρατώ.
Οι γκρίζες εικόνες, στις οποίες αναφέρομαι, δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου, αλλά γεγονότα που συνέβησαν στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Είναι αυτά που είδα, έζησα ή άκουσα από τις διηγήσεις του πατέρα μου και των συναγωνιστών του. Οι δύσκολες καταστάσεις που διαδραματίστηκαν στο χωριό μου, τον Βερτίσκο, και σε όλα τα χωριά της ορεινής περιοχής καθώς και της υπόλοιπης χώρας μας, διαβάζοντάς τα τώρα, από απόσταση δεκαετιών, είναι εύκολο να τα ερμηνεύσει κανείς σαν υπερβολές. Είναι λογικό.
Το κλίμα εκείνων των καιρών, όσο και να προσπαθήσει η φαντασία να το αναπλάσει, δεν θα τα καταφέρει. Πώς, με ποια λόγια να περιγράψεις τη φρίκη, την τρομάρα που αισθανόσουν να κυκλοφορεί στον αέρα, στους δρόμους και να αναζητά εσένα; Είδα με τα μάτια μου σκληρά γεγονότα σε νηπιακή ηλικία. Αισθάνθηκα τον κίνδυνο να με πλησιάζει. Με τρόμαξαν οι απειλές και οι άγριες συμπεριφορές. Όλα καταγράφηκαν μέσα μου καθαρά σ’ ένα βιβλίο που το διάβασα, το ξαναδιάβασα, το φυλλομέτρησα άπειρες φορές. Τριγύριζαν στο μυαλό μου οι αυστηρές εντολές της μάνας μου: “Μη μιλάτε, κινδυνεύουμε”. Τα σιγοψιθυριστά ακούσματα των απαγορευμένων τραγουδιών -Λευτεριά πανώρια κόρη…-, την προσμονή για το αύριο, τ’ ανάθεμα για το σήμερα, τα κρατούσα μέσα μου κρυφά, σαν φυλακτά, μα και σαν φαντάσματα.
Ο Άιχμαν ήταν ο αξιωματούχος του Γ’ Ράιχ ο «ειδικός στο εβραϊκό πρόβλημα». Ισραηλινοί πράκτορες τον απήγαγαν από την Αργεντινή, δικάστηκε στο Ισραήλ, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε το 1961. Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν και ότι οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά ήταν, και εξακολουθούν να είναι, φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί.
Η φιλόσοφος Χάννα Άρεντ (1906-1975) κάλυψε την δίκη του Άιχμαν για το “The New Yorker”, στο οποίο η έκθεση δημοσιεύθηκε ως μια σειρά άρθρων το 1963. Γι’ αυτή την αναθεωρημένη και διευρυμένη έκδοση του βιβλίου, η συγγραφέας πρόσθεσε υλικό που έγινε γνωστό μετά τη δίκη και έναν Επίλογο στον οποίο αναφέρεται στις συζητήσεις που προκάλεσε το βιβλίο.
Επιλέχθηκε ως ένα από τα 50 πιο αξιόλογα βιβλία του 1963 από την American Library Association.
Στο παρόν κείμενο ο Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον πραγματεύεται γλαφυρά τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι τον χρόνο. Ξεκινά από την εποχή που το ρολόι ήταν ένα αξιοπερίεργο σπάνιο αντικείμενο και φτάνει στην εποχή που ρυθμίζει κυριαρχικά την καθημερινή μας ζωή.
Τη Δευτέρα ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας «Έεεεεεχουμε καιρό, έεεεεεχουμε καιρό». Την Πέμπτη και την Παρασκευή, εργάζεται στον γοργό ρυθμό «Άλ-λη μια μέρα, άλ-λη μια μέρα».
Ο πειρασμός για χουζούρι, για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι, φόρτωνε τη δουλειά στο βράδυ, και τότε έπρεπε να γίνει στο φως των κεριών.
τα βιβλιοπωλεία υπάρχουν βιβλία που με απλή γλώσσα μας μεταφέρουν μαθήματα από παγκόσμιες ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Αϊνστάιν ή ο Γκάντι. Δεν υπάρχει όμως, κανένα παρόμοιο βιβλίο για τον Θουκυδίδη. Και είναι κρίμα. Υπάρχουν μεν πολλά βιβλία πανεπιστημιακού επιπέδου για την ανάλυση του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά αυτά απευθύνονται στον περιορισμένο κύκλο των πανεπιστημιακών και των ειδικών.
Αυτό το μοναδικό βιβλίο προσφέρει συμπεράσματα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο σε απλούς αναγνώστες που διψούν για ένα διασκεδαστικό και συνάμα τεκμηριωμένο βιβλίο.
Η θεωρία αποφάσεων, η κοινωνική ψυχολογία, η εξελικτική βιολογία, η θεωρία παιγνίων ή ιδέες από Νομπελίστες ψυχολόγους, φυσικούς και οικονομολόγους έρχονται να επιβεβαιώσουν συμβάντα από τον εμφύλιο της Αρχαίας Αθήνας με την Αρχαία Σπάρτη.
Η αμεσότητα του Νίκου Τσιφόρου, η μαγκιά του Νίκου Αλέφαντου, η σοφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και τα λόγια μεγάλων συγγραφέων, όπως ο Ν. Καζαντζάκης, ο Α. Καρκαβίτσας, ή ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, μπλέκονται στην αφήγηση του Θουκυδίδη δημιουργώντας ένα τολμηρό παζλ.
“Η γνώση που προσφέρει ο Θουκυδίδης με την Ιστορία του θα έπρεπε να είναι κτήμα όχι των ολίγων, αλλά των περισσοτέρων.”
Η ζωή των Σαλονικιών, οι χαρές και οι λύπες τους, οι αγώνες και οι αγωνίες τους περιγράφονται χωρίς φιοριτούρες και ψευτοπατριωτικές εξάρσεις που είναι πάντα ύποπτες – κι από τον τρόπο της περιγραφής αποκαλύπτεται ο μικρός ή μεγάλος ρόλος που έπαιξαν τόσο οι επώνυμοι όσο και ο απλός κόσμος σε γεγονότα που σημάδεψαν την τύχη της πόλης, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας.