Η συλλογή παρουσιάζει σκέψεις για διάφορα ζητήματα αλλά και συναισθηματικές στιγμές με εκφραστικό εργαλείο την ποίηση.
Πώς και πότε χρησιμοποιούσαν οι ομηρικοί ήρωες το καθαρτήριο θειάφι; Πότε και πώς παρασκεύαζαν και χρησιμοποιούσαν τα αιθέρια και αρωματικά έλαια; Πώς μεταμόρφωσε η Κίρκη τους συντρόφους του Οδυσσέα σε χοίρους; Τι ήταν ο «λωτός» των λωτοφάγων, που έκανε τους ανθρώπους να ξεχνούν τα πάντα για τον εαυτό τους και τη ζωή τους; Ποιος ήταν ο ρόλος των θεραπευτών στα ομηρικά έπη; Στα παραπάνω και σε άλλα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει η γλαφυρά γραμμένη μελέτη της Χριστίνας Φλόκα. Αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας που άρχισε να εκδίδεται το 1998, “Η φαρμακογνωσία του Οδυσσέα Ελύτη”, και συνεχίστηκε το 2003, “Εγώ ο Αμάραντος – Τα βότανα στο δημοτικό τραγούδι”.
Σε όλες τις συλλογές των δημοτικών τραγουδιών ανθολογούνται τα βότανα. Τα συναντάμε στα κλέφτικα τραγούδια και στα νανουρίσματα, που πολλά είναι αρχαιότατα βυζαντινά, όπως και στα μοιρολόγια, τα ερωτικά τραγούδια και τις παραλογές, μ’ άλλα λόγια παντού, η παρουσία των βοτάνων, δηλαδή φυτών με φαρμακευτική χρήση, δεν συμβάλλει μόνο στη μουσικότητα και το νοηματικό πλούτο των δημοτικών τραγουδιών. Λέξεις σύνθετες με πρώτο ή δεύτερο συνθετικό κάποιο βότανο, όπως νερατζοφιλημένη και νερατζομάγουλη, πικραπήγανος, τριανταφυλλοκυπάρισσος και μοσκολίβανο, δεν αποτελούν μόνο καλολογικά στοιχεία δείχνουν τη διαχρονικότητα της ονοματοδοσίας των βοτάνων, αφού αποτελούν ένα κωδικοποιημένο αλλά κατανοητό σύστημα επικοινωνίας.
Η εν Θεσσαλονίκη γεννηθείσα και ποιητικώς διαμορφωθείσα κυρία, έπειτα από τριάντα χρόνια διαρκούς προσφοράς εις της ποιήσεως την περιοχή, απεφάσισε το δύσκολον της αυτοανθολογήσεως έργον. Δεν δύναμαι να γνωρίζω πώς αισθάνθηκε όταν ήγγικεν η ώρα. Γι αυτό που ημπορώ να μιλήσω είναι τι αίσθηση τα ποιήματά της μου αφήνουν. Η στόχευσή της είναι ευκρινής: η καθημερινότητα, έτσι όπως γλιστράει ανάμεσα στα χέρια της και καθώς χάνεται, αγωνίζεται να την ανασυστήσει. Εκείνη τη στιγμή έρχεται το ποίημα, που είναι σαν εις τη Μνήμη επίκληση να τη συντρέξει. Εξομολογητική τονικότητα στις minore κλίμακές της, minore, γιατί κλαυθμός ακούγεται βουβός, χωρίς να βλέπεις τα μάτια και τα ίδια τα δάκρυα. Κάτι υπόκωφο που το αφουγκράζεσαι, γιατί συμβαίνει τόσο κοντά σου, που δεν το βλέπεις. Η φωνή ανασύρεται από των ημερών την πηγάδα την άβαθη, διασώζοντας σ ένα κουβαδάκι το ύδωρ ως στοιχείο που δηλώνει ζωή είσαι παρούσα, δεν εξηντλήθης. (ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ,ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 22/06/2001)
Ποια ήταν και ποιο ρόλο έπαιζε η πρόγονος της Νύμφης Μέλισσας, μιας εκ των δύο τροφών του Διός; Ήταν θεότητα η Μέλισσα πριν την επιβολή του δωδεκάθεου; Γιατί ονομάζεται Μέλισσα η μύστης της Δήμητρας, που κατασπαράσσεται επειδή δεν αποκαλύπτει τα ιερά μυστικά; Γιατί οι ιέρειες θηλυκών θεοτήτων ονομάζονται Μέλισσες ; Γιατί οι μέλισσες αποτελούν έμβλημα πόλεων και απεικονίζονται σε τόσα νομίσματα; Γιατί το μέλι γίνεται τροφή θεών και προστατευομένων τους και αποκτά περίοπτη θέση στα λατρευτικά έθιμα; Η δημοσιογράφος Μάγδα Χρυσοστομίδου απαντά στα ερωτήματα αυτά, αποκαλύπτοντας το γόητρο της Μ(μ)έλισσας στην ελληνική αρχαιότητα με μια περιδιάβαση σε πληθώρα πηγών αρχαίων και σύγχρονων. Περιδιάβαση, που αρχίζει στην Κρήτη και παρακολουθεί τις μετακινήσεις της Μ(μ)έλισσας σε διάφορα ιερά κέντρα της εποχής. Το βιβλίο καλύπτει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία ενώ με την ερμηνεία που επιχειρείται στη βουγονία -την μέθοδο αναπαραγωγής μελισσών από κουφάρι- εμπλουτίζεται η περιορισμένη έτσι κι αλλιώς διεθνής βιβλιογραφία. Γιατί η μέθοδος αυτή, παράδοξη για το περιεχόμενο, αλλά και την επιβίωσή της έως τον 17ο αιώνα, παρέμεινε δυσεξήγητη μέχρι τώρα.
Εν αρχή ην ο Παράδεισος. Ο μυθικός τόπος όπου προβάλλονται οι αέναες επιθυμίες των ανθρώπων για τέλεια ύπαρξη χωρίς τον φόβο του θανάτου, του πόνου, της αρρώστιας, της αμφιβολίας, γεμάτος με όλες τις απολαύσεις και τις χαρές. Κυρίαρχη ιδέα του Παραδείσου για τον Δυτικό κόσμο αποτελούσε ανέκαθεν η Εδέμ, ή καλύτερα ο Κήπος της Εδέμ. Έξω από αυτόν τον παραδείσιο κήπο εκτείνεται η άγρια, κακή Φύση όπου η αγριότητα και η φυσικότητα εμφανίζονται στην πιο παρθένα και άγρια μορφή τους. Αυτού του είδους η αντίληψη για τη Φύση καθρεφτίζεται στην αγγλοσαξονική έννοια της wilderness, ένα πολιτισμικό όχημα για να εξερευνήσει κανείς τις ιδέες γύρω από τη Φύση και τον Παράδεισο. Οι κήποι, όπως όλες οι ουτοπίες, γεννιούνται προσπαθώντας να αντιγράψουν τον Παράδεισο και να αποκλείσουν την κακή πλευρά του φυσικού κόσμου. Είναι προϊόντα του επιθυμητού, γεννιούνται μέσα από τις αντιξοότητες και τις απογοητεύσεις της καθημερινής ζωής, ενώ λειτουργούν ως αντι-είδωλο του πραγματικού κόσμου, κριτικάροντας παγιωμένες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, περιορισμούς και ατέλειες. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γεννιέται η ιδέα του Αγγλικού Κήπου, ενός κήπου που θα αγαπήσει τη φυσικότητα, την αγριότητα, τη σκιά και τα ερείπια μιας περασμένης Αρκαδίας. Η ιδεολογία της αγγλικής κηποτεχνίας προσεγγίζει τη Φύση μέσα από το πρίσμα της επιστήμης και πραγματεύεται την ιδέα της άγριας φύσης (wilderness) με όρους διαφορετικούς από αυτούς του Παραδείσου ή του Αρκαδικού ιδεώδους. Όμως τι γίνεται με την άγρια φύση και την πόλη; Πολλοί θεωρητικοί έχουν μιλήσει για τη δυναμική των διαφόρων terrains vagues της μεγαλούπολης να λειτουργήσουν ως ένας νέος φυσικός κόσμος μέσα στον αστικό οργανισμό, γεννώντας ένα νέο οικολογικό φαντασιακό για την πόλη, προσφέροντας μια φυσική διάσταση στον ρόλο της wilderness ως resilience. Η σύσταση των διάκενων τοπίων, που έχουν γίνει οι νέοι τόποι φυσικότητας της πόλης, μοιάζουν με τον αγγλικό τοπιακό κήπο τόσο κατηγορικά όσο και εννοιολογικά: οργιώδης βλάστηση, ερείπια, περίγραμμα της έκτασης, περίεργα αντικείμενα-εμβλήματα, συχνά ποικίλη γεωμορφία. Στο τωρινό φιλοσοφικό πλαίσιο που αναδύεται, ο Παράδεισος πρέπει να κατασκευαστεί εκ νέου μέσα από τα απομεινάρια του θρυμματισμένου σύγχρονου κόσμου και δεν μπορεί παρά να είναι άγριος και μετα-ανθρώπινος.
Για μας, σήμερα, το καινούργιο έχει σχεδόν αυτονόητη αξία. Εκτιμάμε και εγκωμιάζουμε ό,τι είναι ή μοιάζει να είναι καινοφανές, πρωτότυπο, ρηξικέλευθο, ριζοσπαστικό ή ανατρεπτικό. Αντιμετωπίζουμε παρεκκλίνουσες ιδέες και συμπεριφορές με ανοιχτή διάθεση. Ωστόσο δεν ήταν πάντοτε έτσι. Για την Ευρώπη, υπήρξε μια εποχή που η παρέκκλιση και ο νεωτερισμός ήταν συνδεδεμένα με τον κίνδυνο, την αμαρτία, και την κακοήθεια. Πότε και πώς η νεωτεριστική έφεση έπαψε να είναι κατακριτέα για να γίνει επαινετή; Πότε και πώς η επινόηση και η δημιουργικότητα ελευθερώθηκαν από τα δεσμά της αυθεντίας και της παράδοσης; Πότε και πώς περάσαμε από τη λατρεία του παλιού στην επιδίωξη του καινούργιου; Αυτά τα ερωτήματα αφορούν στη συγκρότηση του νεότερου πνεύματος και στα θεμέλια του σύγχρονου συστήματος αξιών. Ο 17ος αιώνας υπήρξε σημείο καμπής, καθώς είδε τον εαυτό του σαν μια νέα ιστορική περίοδο και βάλθηκε να ανακαινίσει εκ βάθρων το ανθρώπινο πνεύμα. Από τους πρωτεργάτες αυτής της ανακαίνισης, ο Ντεκάρτ επεξεργάστηκε έναν μετριοπαθή, φιλοσοφικό και ορθολογικό νεωτερισμό που συμπύκνωσε και ενέπνευσε το πνεύμα της εποχής.