Κατάλογος

Φιλοσοφία και Ψυχοπαθολογία των Μέσων – Ο Νάρκισσος, ο Άδειος Καθρέφτης και ο Αγνωστικισμός

«Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Μ.Κ.Δ.) διαπερνούν την κοινωνία ως γεωμετρικό σχήμα, ως σώμα μιας ακανόνιστης σφαίρας, συνδέοντας τα άτομα ως σημεία-κόμβους μεταξύ τους.» Αυτή είναι η λανθάνουσα παράσταση που σχηματίζουμε για τα μέσα, όταν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Η θαμπή παράσταση συνδηλώνει την αφαίρεση του περιεχομένου της κοινωνίας, τη φαντασματοποίησή της. Τα Μ.Κ.Δ. «προάγουν» ένα είδος γεωμετρικής και μαθηματικής κανονιστικότητας των σημείων-κόμβων, αίρουν την κοινωνία ως σώμα πάνω από την υλική της υπόσταση, θέτοντας στη θέση της ένα πενιχρό αντίγραφο, το οποίο αξιώνει επιπλέον να είναι ανώτερης ποιότητας· τα μέσα ενθρονίζονται καταμεσής του ανύπαρκτου σώματος της κοινωνίας ως αυλή μισοσκότεινη μορφή αντιπροσώπευσης του Κοινωνικού, ως ατοπία του.
Μέσα από την προσωπική και θεωρητικά επεξεργασμένη εμπειρία, η ανά χείρας εργασία συνδιαλέγεται στοχαστικά με τη χρήση των μέσων αποκαλύπτοντας πίσω από τις πολυδαίδαλες ψηφιακές σχέσεις τον σολιψισμό του χρήστη. Το ψυχικό αυτό καθεστώς συνεπάγεται πλήγμα του Κοινωνικού στους θεμέλιους λίθους του και αποδόμησή του. Από την άλλη, η ψηφιακή μοναχικότητα του χρήστη αποτελεί παράπλευρη απώλεια της προοπτικής, την οποία του εμφυσά το μέσο· είναι αποτέλεσμα της έξης στη σαγήνη. Αμφότερα, προοπτική και σαγήνη, συνταυτίζονται και συνδράμουν στο να καταλάμψει ο εαυτός στην πίστα της μετουσίωσης – και τούτο αφού προηγουμένως αμελήσει ο χρήστης το προαπαιτούμενο το οποίο έγκειται στην απόθεση του σώματος πριν την άνοδο στη σκηνή.
(Μια ενδιάμεση κατάσταση ή ουδέτερη ζώνη είναι ο πόθος, η αυτοδιαφήμιση γυναικείου κάλλους: απλόχερος γυναικείος ναρκισσισμός και ‘αφιλοχρήματη’ εμπορία γυναικείας σάρκας· από την πλευρά του άντρα: μετατροπή του οφθαλμού σε μυζητήρα και της οθόνης σε μητρικό μαστό.)
Την πίσω πλευρά της μετουσίωσης και του πόθου απαρτίζουν οι λεκτικές αψιμαχίες, οι εξυβρίσεις και η χυδαιολογία. Η άμεσα ανερχόμενη συνείδηση της ανελευθερίας ανακόπτεται, δεν αξιοποιείται· η πλημμυρίδα του συναισθήματος κατισχύει της συνειδήσεως. Ο χρήστης διαρρηγνύει τα αόρατα τείχη του εγκλεισμού κάνοντας σμπαράλια το σώμα του…

Υμπύ Δεσμώτης

Ο Υμπύ δεσμώτης είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του Υμπύ, που άνοιξε καινούργιους δρόμους στο θέατρο και τη λογοτεχνία.

Προς το Παρόν Υγειαίνω

Ένας δωδεκάχρονος εσωτερικός μετανάστης το 1912, στη χώρα που γεννήθηκε, αγωνιά να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Είναι Έλληνας χριστιανός σε ξένη χώρα, είναι Οθωμανός, Έλλην το γένος και Χριστιανός το θρήσκευμα; Ποιας χώρας το όπλο θα κρατήσει; Υπαρξιακά ερωτήματα, που προσπαθούν να βρουν απάντηση. Ένας αγιορείτης καλόγερος, σχοινοβατεί μια ολόκληρη ζωή ανάμεσα στη βαθιά πίστη και αφοσίωσή του στην Παναγία και στο ακατασίγαστο πάθος του για τη γυναίκα και τον έρωτα. Ένας παλαίμαχος ναυτικός, κατασκευάζει μια πλώρη στο βουνό για σπίτι του, κατάντικρυ σ’ αυτήν που του πήρε και του τα ’δωσε όλα, τη θάλασσα. Ένας νέος αριστερός δικηγόρος χάνει αναπάντεχα μέσα από τα χέρια του μια μεγάλη κομματική και επαγγελματική επιτυχία. Σκλαβωμένοι στους Γερμανούς χωρικοί προσπαθούν μέσα από λογοκριμένα γράμματα να επικοινωνήσουν με τα ξενιτεμένα και χαμένα αδέρφια τους. Βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, που περνούν δίπλα μας χωρίς καν να τις υποπτευόμαστε.

Τρίκερι

Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, καρπός αγάπης για τον τόπο, περιγράφει και αναλύει τις αθέατες πηγές της ιστορίας των Τρικέρων -η κραταιά ναυτική πολιτεία επί Τουρκοκρατίας υπήρξε μείζον κέντρο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα- , αναδεικνύει όψεις της οργάνωσης και της εξέλιξης της κοινωνίας τους, την ακμή και την προσαρμογή τους στις εξελίξεις, τον καθοριστικό ρόλο των γυναικών λόγω της μακρόχρονης απουσίας των ανδρών στα καράβια. Μιλά συγχρόνως για τις άμεσες αισθήσεις και τις φυσικές ομορφιές του τόπου, για τη μαγειρική και το κάλλος της τοπικής ενδυμασίας, τη γοητεία των μικρών νησιών και των λιμανιών του.

Τραγούδια της Πείρας

Ελπίζω πως ο τίτλος του βιβλίου μου (Τραγούδια της πείρας) θα γίνει κατανοητός περισσότερο ως απότιση φόρου τιμής και λιγότερο ως χειρονομία επηρμένης προσοικείωσης. Ο δικαιολογημένα εγκωμιασμένος κύκλος ποιημάτων του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, αντίβαρο κατά κάποιο τρόπο στα Τραγούδια της αθωότητας που επίσης συνέθεσε, παρέχει ενοράσεις σ’ αυτό που ονόμασε “οι δυο αντίθετες καταστάσεις της ψυχής”, και μία νηφάλια πραγματεία δεν μπορεί να ελπίσει πως θα τα συναγωνιστεί. Καμία πεζογραφική “τίγρης” δεν θα λάμψει ποτέ τόσο λαμπρά μέσα στη νύχτα όπως έκανε η ποίησή του, κανένα ακαδημαϊκό σκουληκοφαγωμένο “Ρόδο” δεν θα φαίνεται ποτέ τόσο αρρωστιάρικο. Ερευνώντας λαμπρά τις θρησκευτικές, πολιτικές, ηθικές και ψυχολογικές συνεπαγωγές της έκπτωσης από τη χάρη, τα ποιήματα του Μπλαίηκ θέτουν έναν γνώμονα που μόνον οι πιο παράτολμοι θα επιχειρούσαν ν’ ανταγωνιστούν.

Το Τοπίο ως Ερωτική Προϋπόθεση

Η Νέλλη και ο Πέτρος βιώνουν την ερωτική σχέση τους αβίαστα, χωρίς υποσχέσεις στα τοπία των Πρεσπών, της Μαρώνειας αλλά και της Θεσσαλονίκης.
Η μοναδική τους δέσμευση είναι η αποσιώπηση της πραγματικής τους ζωής και του παρελθόντος τους. Έτσι, η σχέση ξετυλίγεται ρευστή σε έναν κύκλο τεσσάρων εποχών. Η επικοινωνία τους αναλώνεται σε σύγχρονες αναζητήσεις, αδιέξοδα, σχόλια για την τέχνη, κυρίως τη μουσική, με φόντο πάντα τα τοπία που είναι ζωντανά, πρωταγωνιστούν, έχουν αισθήσεις και μυούν τους ήρωες στα μυστικά τους.
Οι συμπτώσεις κορυφώνουν την αγωνία, για να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, που λειτουργεί ως πρόσχημα τελικά για να αναδειχτεί το μεγαλείο της ζωής, της ελευθερίας, της μαγείας του έρωτα, της φύσης και της τέχνης.

Το Σπίτι με τις Ρόδες

Είχε μπει στον πειρασμό
και είχε κρυφοκοιτάξει
μέσα απ’ το φινιστρίνι.
Δεν περίμενε να υπάρχουν
πόρτες που προδίδουν
τα μυστικά τους.
Γι’ αυτό υπάρχουν τα παράθυρα.
Στη μέση ένας καλόγερος
σκυφτός χωρίς λόγο.
Γυμνός από πανωφόρια
τυλιγμένος μ’ ένα μεταξωτό μαντήλι.
Στο πάτωμα ένα ποτήρι με μία ανεμώνη.
“Μια άνοιξη κλεισμένη μ’ έναν καλόγερο
σ’ ένα δωμάτιο, πόση ζωή να έχει…” σκέφτηκε.
Ο καλόγερος που άκουσε τη σκέψη του
άρχισε να ψάχνει την κορμοστασιά του…

Το πιο Ωραίο Τοπίο

ΘΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙΣ

Ποιητής στην αυλή του βασιλιά
έτσι το θέλησε η μοίρα
να υπηρετείς τους ισχυρούς
τα μεσημέρια να γεμίζεις τα ποτήρια τους
διασκεδάζοντάς τους με αστεία στιχάκια.
Να σε γεμίζουν με επαίνους και βραβεία
αυτοί που δεν σκαμπάζουν από ποίηση
και κάθε βράδυ κλαίγοντας να εύχεσαι
να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αλλιώς.
Θα ξεχαστείς κι εσύ κι εκείνοι
όλοι οι στίχοι σου θα ξεχαστούν
και δεν θ’ αργήσει ο βασιλιάς να βάλει
στη θέση σου έναν άλλο σαν εσένα.

Το Παράδοξο του Ζην

“Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει
πως κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού μας πάνε;”

Το Ξύπνημα

Έτσι κύλησε η ώρα και η Άννα σηκώθηκε να φύγει γιατί είχε μάθημα, και “θα τηλεφωνηθούμε”, είπαν και οι δυο σχεδόν ταυτόχρονα. Μετά από λίγο σηκώθηκε και ο Max. Ο ήλιος πήγαινε να δύσει και άρχισε να κάνει κρύο. Ο Max κούμπωσε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Πήδηξε στην άμμο. Είχε σηκώσει κύμα και αέρα. Σήκωσε το φερμουάρ μέχρι το πηγούνι και, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα μπροστά, άρχισε να περπατά και τα παπούτσια του βούλιαζαν στην υγρή άμμο. Κάτι έλαμπε στην άμμο. Έσκυψε και το πήρε. Ήταν μια ρόδα από ένα παιδικό παιχνίδι. Σκέφτηκε το μικρό τραυματισμένο αυτοκίνητο, το παιδάκι που θα το κοίταζε με λύπη ή απορία. Θυμήθηκε ότι μικρός είχε δημιουργήσει στην αποθήκη του σπιτιού τους ένα νοσοκομείο αυτοκινήτων. Κάποτε, σε κάποια εκκαθάριση, η μητέρα του τα πέταξε, τα θεώρησε άχρηστα όλα αυτά τα αυτοκινητάκια, με τις λειψές ρόδες, χωρίς τιμόνια, με τις σπασμένες πόρτες. Είχε κλάψει πολύ όταν το είδε και του έλειπαν για καιρό, κάκισε τη στεγνή λογική των μεγάλων και την αυστηρή κατάταξη με την οποία ταξινομούσαν τα αντικείμενα σε χρήσιμα και άχρηστα. Ήταν, θυμάται, η πρώτη διαφοροποίηση που ένιωσε να τον χωρίζει από τους ενήλικες. Έφερε στο μυαλό του το κουτί με τα αυτοκινητάκια, και ξαφνικά του έλειψαν πολύ. Έσφιξε τη ρόδα στη χούφτα του και την άφησε να πέσει στην τσέπη του.
Αργότερα, στην προσπάθειά του να ζεσταθεί, σήκωσε τους ώμους και έσπρωξε τα χέρια του πιο βαθιά στις τσέπες του. Άφησε ένα μικρό επιφώνημα πόνου, καθώς το δάκτυλό του γρατζουνίστηκε στη ρόδα. Έβγαλε την παλάμη του και είδε μια μικρή κόκκινη αμυχή, λίγο αίμα. Το κοίταξε και χαμογέλασε. Αν συνέβαινε τότε, θα ήταν εργατικό ατύχημα, σκέφτηκε, κάποιου τραυματιοφορέα στο παιδικό του νοσοκομείο αυτοκινήτων.

Το Καταφύγιο

Ο Γίρκα πάντα παραδεχόταν ότι ο χαρακτήρας είναι προϊόν κληρονομικών καταβολών και επιδράσεων, αλλά στην περίπτωση της Σάρρας πίστευε ότι οι επιδράσεις της αμερικανικής κοινωνίας ήταν καταλυτικές και προπαντός της καταναλωτικής κοινωνίας, που κατά τα τελευταία χρόνια του περασμένου αιώνα σάρωσε τα πάντα. Την κατέτασσε, λοιπόν, στα θύματα του άγριου καπιταλισμού, κι επειδή ήταν και πετυχημένη δικηγόρος, την κατηγορούσε ότι κουβαλάει σαν χαμάλης νερό στον μύλο του συστήματος. Αυτή αντιδρούσε λέγοντάς του ότι η ζημιά έγινε μέσα του σταγόνα-σταγόνα, ύπουλα, ανεπαίσθητα, ο υπαρκτός σοσιαλισμός τού εμφύσησε αυτές τις ιδέες κι έγινε έτσι μοχθηρός και φανατικός. Λέει πως είναι εναντίον κάθε ολοκληρωτισμού, υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας, κι όμως είναι έτοιμος ν’ ακολουθήσει κάθε αμφιλεγόμενη επανάσταση και ν’ αρχίσει πάλι απ’ την αρχή. Και ότι πίνει το καταπέτασμα. Η αλήθεια είναι ότι πίνει. ‘Οτι πίνει πολύ. Κανείς, όμως, δεν ρωτάει γιατί πίνει. Δοκίμασε να ζήσεις και να σκεφτείς μέσα σ’ αυτήν τη φρίκη, κι έπειτα τα λέμε. Τρελαίνεσαι και πας κατά διαβόλου. Η Σάρρα είναι μόνο «Πόσα βγάλαμε σήμερα», «Πού θα πάμε για βραδινό», «Τι ταγεράκι θα φορέσουμε αύριο», κι από κέρατα άλλο τίποτα. Ευτυχώς δεν κάνανε παιδιά. Ωραίο μάθημα θα παίρναν.

Κρουαζιέρα στο Ναυάγιο του Τιτανικού

Παρακολουθούμε μαζί με τους επιβάτες της κρουαζιέρας τις προσπάθειες των συνεργείων να ανελκύσουν μια μεγάλη λαμαρίνα του ναυαγισμένου Τιτανικού σε μία αποστολή στην οποία συμμετέχουν ειδικά σκάφη, βαθυσκάφη και διάσημοι συντελεστές.
Ταξιδεύουμε μαζί με ναυτικούς από σαράντα εθνικότητες και βλέπουμε τη ζωή τους στα καράβια και στα λιμάνια του κόσμου.
Πλέουμε στα «μαύρα νερά» του κόλπου της Βεγγάλης, παραπλέουμε τη γέφυρα του Αδάμ. Ναυσιπλοούμε στον Ρίο ντελά Πλάτα και περπατούμε στους δρόμους του Ρίο ντε Τζανέιρο, του Μπουένος Άιρες, της Λίμας του Περού, της Σάντα Μάρτα της Κολομβίας.
Στοχαζόμαστε στην τελευταία κατοικία του Σιμόν Μπολίβαρ και επισκεπτόμαστε την περιοχή Nazca θαυμάζοντας τα πανέμορφα αρχαία γεώγλυφα.
Με θλίψη πλέουμε σε μια «θάλασσα από πλαστικά» (Great Pacific Garbage Patch) ελπίζοντας ότι οι άνθρωποι θα λύσουν και το μεγάλο πρόβλημα της ρύπανσης των ωκεανών.
Αληθινές ιστορίες από έναν παλιό καπετάνιο…

Τελευταίοι Προλετάριοι

Τουλάχιστον για ένα πράγμα θα είμαστε περήφανοι και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο στην ανθρωπότητα. Μεγαλώσαμε με τα δικά μας χέρια, με το δικό μας μυαλό, με τον δικό μας ιδρώτα και ποτέ, μα ποτέ, δεν εκμεταλλευτήκαμε κανέναν και καμία. Και όλα αυτά γιατί απλά αγαπήσαμε, πιστέψαμε και ποντάραμε στον άνθρωπο.

Το Σύνορο Βλέμμα

Έζησα και πέθανα στην ακαμψία.
Μου διέφυγε το παιδί που με κρατούσε όρθιο.

Τα βουνά εκεί.
Δίχως πλαστά δέντρα.
Χωρίς ίχνος καπηλείας.
Αρχίζω να σκέφτομαι ήσυχα.

Από γεννησιμιού μου πήρα την όψη σου.
Με τύφλωσες, πατέρα.
Δεν έγινα άντρας για ζωή.

Αθώοι τάχα.
Άμαθοι δήθεν.
Ετοιμαστήκαμε στο ψέμα.
Ανατινάξαμε το είναι.

Πολιτεία, σε γέμισα τσιμέντο.
Αφυδατώθηκες.
Έχασα το περίγραμμά σου.

1 17 18 19 25