Περιεχόμενα
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές


Ποια σχέση μπορεί να έχει η απηνής «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη με τις ρομαντικές και ιδιαίτερα ευαίσθητες «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέβσκη; Και πώς δίπλα στον έξω του κόσμου τούτου «Φρανκενστάιν» (της Σέλλεϋ) και στον «Αόρατο» (του Ουέλλς) θα μπορούσε να σταθεί ο πολύπαθος Βενέζης με την αφήγηση του μικρασιατικού δράματος;
Ως από μηχανής θεός με τράβηξε έξω από το αδιέξοδο (όπως συμβαίνει τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) το όνειρο, αυτό που έχει τη δύναμη να “αφαιρεί βάρος από τα ξύπνια βάσανά μας”.
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές
Αφορμή για το βιβλίο αυτό στάθηκε το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Η μέθοδος του άρα», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Χάρτης […] Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τόσο ο τίτλος του όσο, κυρίως, το περιεχόμενό του. Ο Οδυσσέας Ελύτης μιλούσε για τα μαθηματικά με έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε μια βαθύτερη κατανόηση των μαθηματικών και μια ποιητική άποψη γι’ αυτά. Το κείμενο αυτό με παρακίνησε να προσέξω ιδιαίτερα το ποιητικό του έργο, όπου ανακάλυψα μαθηματικές ιδέες, μεθόδους και εκφράσεις σε πολλά ποιήματά του. Αποτέλεσμα αυτών των αναζητήσεων ήταν μια εργασία μου με τίτλο «Τα μαθηματικά στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Ο Παρατηρητής».
Το εκτόπισμα της λογοτεχνικής και, γενικότερα, πνευματικής παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο μεταπολεμικό πολιτισμικό πεδίο είναι μεγάλο: ο Χριστιανόπουλος υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, προσέχτηκε ως πεζογράφος, ως κριτικός και ως φιλόλογος, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική δεν εξοβελίστηκαν από την άλω της δραστηριότητάς του και, επιπρόσθετα, η Διαγώνιος -το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983- διαμόρφωνε αλλά και καθρέφτιζε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις και εξελίξεις, ενώ υπήρξε χώρος έκφρασης και φυτώριο άνθισης ποιητών, πεζογράφων, κριτικών και φιλολόγων.
Η όλη πορεία του Χριστιανόπουλου υποβάλλει και μία συγκεκριμένη καλλιτεχνική και ιδεολογική πρακτική που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία: εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας ως απεικάσματος της απλότητας σε κάθε πτυχή του βίου, προσπάθεια για ψηλάφηση του βιωματικού πυρήνα, αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο και γνήσιο, τόσο ως εν δυνάμει καλλιτεχνική μορφή όσο και ως ιδεολογικό περιεχόμενο. “Λόγος γυμνός”, λοιπόν, υποβλητικός και δραστικός, δηκτικός, σαρκαστικός και ενίοτε αυτοσαρκαστικός, που διερευνά απογυμνωμένος το βίωμα και δεν χαρίζεται σε κανέναν, γι’ αυτό και μερικές φορές πέφτει στην υπερβολή ή και στην αδικία. Ο απογυμνωμένος από κάθε λογής στολίσματα λόγος θεωρείται αρετή και τόλμη από τον Χριστιανόπουλο. δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση “λόγος γυμνός” αντλήθηκε από το κριτικό του δοκίμιο για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο οποίο ο απογυμνωμένος, ειλικρινής και δραστικός λόγος του ποιητικού ρεαλισμού θεωρείται “κουβέντα ανθρώπινη […] απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει”
«Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου». Η δήλωση αυτή του Αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη αποκαλύπτει πλήρως -με συμβολικό ασφαλώς τρόπο- τον πρωτεύοντα ρόλο που αναλαμβάνει ο Χρόνος στη διαμόρφωση της ανθρώπινης πορείας. Ο παράγοντας αυτός επηρεάζει άλλοτε θετικά και συχνότερα αρνητικά τις προσωπικές στιγμές και περιόδους της ζωής του ποιητή, που -υπό τη μορφή αναμνήσεων, έντονων ή αχνών- ανασύρονται στην καταπονημένη μνήμη του ως «ενδύματα» χρώματος γαλάζιου (παιδική αθωότητα και ανεμελιά), κόκκινου (πάθος), κίτρινου (μίσος ή ερωτική ζήλεια) και τέλος μαύρου (θλίψη, μοναξιά, φθορά, γηρατειά, θάνατος).
Ο διαχρονικός αυτός πανίσχυρος τιτάνας ταλανίζει και τον Γάλλο διανοούμενο Albert Camus, καταλήγοντας σε έναν τρομακτικό επίγειο εφιάλτη, που δεν παραλείπει να υπογραμμίζει με κυνικότητα τον εφήμερο και παράλογο χαρακτήρα της ζωής. Η τοποθέτηση-ένταξη του ατόμου σε σχέση με τον χρόνο οδηγεί τελικά στην τραγική ανακάλυψη του παραλόγου, του «absurde» που στιγματίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης πορείας.
Ωστόσο, οι δύο συγγραφείς -μένοντας απολύτως ξένοι απέναντι σε μια στείρα αντιμετώπιση της ζωής, που σημαδεύεται συνεχώς από την προδιαγεγραμμένη -αρνητικά- ανθρώπινη μοίρα (: φθορά < γηρατειά < θάνατος)- προτείνουν στο κοινό τους μια αντικομφορμιστική αλλά ωστόσο ειρηνική λύση την υιοθέτηση μιας ρεαλιστικής ηθικής, εδραιωμένης στην αλήθεια, στην ειλικρίνεια, στην αλληλεγγύη…
Η συνύπαρξη στο ανά χείρας βιβλίο δύο τόσο διαφορετικών ποιημάτων, γραμμένων από δύο τόσο διαφορετικούς ποιητές, θα μπορούσε να είναι τυχαία, δηλαδή αυθαίρετη – αλλά δεν είναι, νομίζω. Εκτός του ότι τα δύο ποιήματα προέκυψαν από και μέσα σε δύο συγκεκριμένους τόπους (που όμως κι αυτοί διαφέρουν διαμετρικά), υπάρχει κάτι ακόμη που τα συνδέει -κατά κάποιον έστω τρόπο: αυτό που συμβαίνει με τους τίτλους τους. Το ποίημα του Καρυωτάκη είχε «τελικό τίτλο», σε αυτόγραφο που μάλλον έχει χαθεί, Επαρχία -φαίνεται ότι ο ποιητής ήθελε (δικαίως, θα έλεγα) το κείμενό του να αφορά όχι μόνο έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο, αλλά μια πολιτικοκοινωνική κατηγορία κατοικημένων χώρων. Ο Σικελιανός είχε κλείσει τον τίτλο του ποιήματός του σε εισαγωγικά: «Ιερά Οδός» έτσι ώστε το κείμενο να αναφέρεται όχι μόνο στην Ιερά Οδό της Αττικής, αλλά σε μια κατηγορία βιωματικών-ψυχικών εμπειριών που οδηγούν σε μια λυτρωτική αποκάλυψη, παρόμοια με εκείνη που συνέβαινε στο «Ιερό της Ψυχής, στην Ελευσίνα». Όπως και να ‘ναι, τα δυο ποιήματα, η Πρέβεζα του Καρυωτάκη και η «Ιερά Οδός» του Σικελιανού, εντάσσονται -για λόγους διαφορετικούς το καθένα- στα σημαντικότερα επιτεύγματα της νεοελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα.
Στο “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” ένας νέος δολοφονείται από παρανόηση, επειδή μοιάζει καταπληκτικά με κάποιον άλλο. Ο φόνος αναπαράγεται κατοπτρικά στο τέλος της ιστορίας, πάλι βασισμένος σε παρανόηση. Πριν από τον φόνο αυτόν, ανάλογοι φόνοι (ή κατ’ επίφαση φόνοι) διαπράττονται κατά συρροή σε άλλους τόπους, σε άλλα, ξενόγλωσσα κείμενα, σε συνδυασμό με ανάλογες παρεξηγήσεις, αντικαταστάσεις προσώπων, διχασμούς προσωπικοτήτων, κλεμμένες σκιές και χαμένα είδωλα. Όλος αυτός ο φασματικός κόσμιος των αναδιπλασιασμών -εκτόνωση του άγχους που προκαλεί η επέλαση του βιομηχανικού εφιάλτη αλλά και η ανακάλυψη του ασυνείδητου- συνυπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις με τον θάνατο. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι και τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού είναι μελέτες θανάτου, με εστίαση κάθε φορά σε διαφορετική δεσπόζουσα. Ακόμα και το “Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως”, όπου κανείς δεν πεθαίνει βιολογικά, υπαινίσσεται έναν συναισθηματικό θάνατο. Το συγκεκριμένο διήγημα, πάντως, ακολουθεί στερεοτυπικά τη σχετική παράδοση, υποβάλλοντάς την ταυτόχρονα σε επανεξέταση υπό την πίεση του ρεαλιστικού αιτήματος του καιρού του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες το θέμα του σωσία αξιοποιείται επιπλέον ως όργανο διερεύνησης του σπουδαιότερου (κατά πολλούς, του μοναδικού) θέματος της λογοτεχνίας, του θανάτου, ως ρητορικό στρατήγημα για την άρθρωση του ανείπωτου.
Η Σχολή Μπάουχαους ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Βαϊμάρη της αναστατωμένης Γερμανίας.
Με διευθυντές διαδοχικά, τον Βάλτερ Γκρόπιους, τον Γιοχάνες Μάγυερ και τον Μης βαν ντερ Ρόε έζησε, μετακομίζοντας στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.
Φιλοδόξησε να προχωρήσει την τέχνη και να την φέρει πιο κοντά στον απλό άνθρωπο (δίνοντας το βάρος στον σχεδιασμό αντικειμένων καθημερινής χρήσης), αλλά συντρίφτηκε από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.
Η τεχνοκρίτης και ιστορικός της τέχνης Εύα Φοργκάς παρουσιάζει στο βιβλίο της την συναρπαστική ιστορία αυτής της μεγάλης προσπάθειας, καταγράφει και αναλύει την εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της σχολής, συγκρίνει το Μπάουχαους με άλλες αντίστοιχες σχολές της ίδιας εποχής και τονίζει, στο Επίμετρο, την επικαιρότητα του Μπάουχαους.
Με εισαγωγή του επιμελητή της Εθνικής Πινακοθήκης Μάνου Στεφανίδη και με επίμετρο της Εύας Φοργκάς για την ελληνική έκδοση.