Περιεχόμενα
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές


Ποια σχέση μπορεί να έχει η απηνής «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη με τις ρομαντικές και ιδιαίτερα ευαίσθητες «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέβσκη; Και πώς δίπλα στον έξω του κόσμου τούτου «Φρανκενστάιν» (της Σέλλεϋ) και στον «Αόρατο» (του Ουέλλς) θα μπορούσε να σταθεί ο πολύπαθος Βενέζης με την αφήγηση του μικρασιατικού δράματος;
Ως από μηχανής θεός με τράβηξε έξω από το αδιέξοδο (όπως συμβαίνει τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) το όνειρο, αυτό που έχει τη δύναμη να “αφαιρεί βάρος από τα ξύπνια βάσανά μας”.
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές
Το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη ελληνική μετάφραση, απευθείας από το πρωτότυπο ισπανικό κείμενο και με πλήρη σχολιασμό, του Τραγουδιού του Ρονθεσβάγιες (Cantar de Roncesvalles). Παρά τον αποσπασματικό του χαρακτήρα, είναι το μόνο σωζόμενο μεσαιωνικό ισπανικό επικό κείμενο (του 13ου αι.) που σχετίζεται άμεσα με την πλούσια ευρωπαϊκή επική καρολίγνεια παράδοση και συγκεκριμένα με τις μορφές του Καρλομάγνου και του Ρολάνδου και με τη δράση τους στα Πυρηναία. Η έκδοσή μας έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία και να κάνει γνωστό το συγκεκριμένο έργο στο ελληνικό επιστημονικό αλλά και ευρύ κοινό.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
Αφορμή για το βιβλίο αυτό στάθηκε το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Η μέθοδος του άρα», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Χάρτης […] Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τόσο ο τίτλος του όσο, κυρίως, το περιεχόμενό του. Ο Οδυσσέας Ελύτης μιλούσε για τα μαθηματικά με έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε μια βαθύτερη κατανόηση των μαθηματικών και μια ποιητική άποψη γι’ αυτά. Το κείμενο αυτό με παρακίνησε να προσέξω ιδιαίτερα το ποιητικό του έργο, όπου ανακάλυψα μαθηματικές ιδέες, μεθόδους και εκφράσεις σε πολλά ποιήματά του. Αποτέλεσμα αυτών των αναζητήσεων ήταν μια εργασία μου με τίτλο «Τα μαθηματικά στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Ο Παρατηρητής».
Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
Το εκτόπισμα της λογοτεχνικής και, γενικότερα, πνευματικής παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο μεταπολεμικό πολιτισμικό πεδίο είναι μεγάλο: ο Χριστιανόπουλος υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, προσέχτηκε ως πεζογράφος, ως κριτικός και ως φιλόλογος, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική δεν εξοβελίστηκαν από την άλω της δραστηριότητάς του και, επιπρόσθετα, η Διαγώνιος -το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983- διαμόρφωνε αλλά και καθρέφτιζε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις και εξελίξεις, ενώ υπήρξε χώρος έκφρασης και φυτώριο άνθισης ποιητών, πεζογράφων, κριτικών και φιλολόγων.
Η όλη πορεία του Χριστιανόπουλου υποβάλλει και μία συγκεκριμένη καλλιτεχνική και ιδεολογική πρακτική που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία: εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας ως απεικάσματος της απλότητας σε κάθε πτυχή του βίου, προσπάθεια για ψηλάφηση του βιωματικού πυρήνα, αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο και γνήσιο, τόσο ως εν δυνάμει καλλιτεχνική μορφή όσο και ως ιδεολογικό περιεχόμενο. “Λόγος γυμνός”, λοιπόν, υποβλητικός και δραστικός, δηκτικός, σαρκαστικός και ενίοτε αυτοσαρκαστικός, που διερευνά απογυμνωμένος το βίωμα και δεν χαρίζεται σε κανέναν, γι’ αυτό και μερικές φορές πέφτει στην υπερβολή ή και στην αδικία. Ο απογυμνωμένος από κάθε λογής στολίσματα λόγος θεωρείται αρετή και τόλμη από τον Χριστιανόπουλο. δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση “λόγος γυμνός” αντλήθηκε από το κριτικό του δοκίμιο για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο οποίο ο απογυμνωμένος, ειλικρινής και δραστικός λόγος του ποιητικού ρεαλισμού θεωρείται “κουβέντα ανθρώπινη […] απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει”
Ο Επιτάφιος Δρόμος του ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη έχει ως βασικό μοχλό εκκίνησης τα ανεκτίμητα «πράγματα»-αντικείμενα του δημιουργού· αυτά τα σεβαστά, εναπομείναντα οικογενειακά κειμήλια, πολύτιμη παρακαταθήκη των αγαπημένων του νεκρών και αναγκαία-ζωογόνο υλικό για την ποιητική του έμπνευση και την αρμονική σύνδεση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος. Μετά από έναν κυκεώνα ανατροπών, απωλειών, θανάτων που στιγμάτισαν καθοριστικά τον ποιητή, τα «πράγματα» συνιστούν τον μοναδικό αφιλοκερδή του φίλο στη δύσκολη επίγεια διαδρομή του, στον κακοτράχαλο «επιτάφιο δρόμο».
Έχοντας ως φόντο το γνώριμο χρώμα της νύχτας (γόνιμης χρονικής περιόδου της ποιητικής του δημιουργίας), ο Κώστας Θ. Ριζάκης καταφεύγει στην τρυφερή αγκαλιά τους και με τη συνδρομή τους ανασύρει μνήμες, εικόνες από το προσωπικό και οικογενειακό του παρελθόν.
Απολαμβάνοντας τη θαλπωρή του ήρεμου αυτοσχέδιου «κελλιού» του, του φιλόξενου δωματίου του σπιτιού του, «οικοσιτεί» μαζί τους, χωρίς καμία επιθυμία εξόδου στην ανούσια, τεχνητή κοινωνία.
Με τη συνδρομή της ποίησης, ο Κώστας Θ. Ριζάκης, επάξιος «φτωχός του μόχτου δουλευτής», κατορθώνει τελικά να υπερνικήσει την απαξιωτική-μηδενιστική λήθη, τον φθοροποιό και πανούργο χρόνο, τον ίδιο τον αποκρουστικό θάνατο και να αναδυθεί από τον προσφιλή του «βυθό» στην επιφάνεια, στο λαμπερό «φως», στην ελπίδα.