Θεσσαλονίκη του ’60. Εξοχές. Μονοκατοικίες, λουλουδιασμένες αυλές, αλάνες (πεδία εκτόνωσης παιδιών και έφηβων), παραλιακά κέντρα (ανάσες ψυχαγωγίας των μεγάλων), ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, ρεμβασμοί στο μοναδικό ηλιοβασίλεμα του Θερμαϊκού, έρωτες, πλατωνικοί και όχι, υπό το σεληνόφως, αγνά αισθήματα, ανιδιοτελείς φιλίες. Η Αρετή, αθώα και άκακη ψυχή, βιώνει σ’ αυτό το περιβάλλον τον νεανικό έρωτα αλλά και την προδοσία του, που σημαδεύουν την πορεία της ζωής της. Ζωή που της επιφυλάσσει ανατροπές και δοκιμασίες μέσα από τις οποίες συνειδητοποιείται, ανακαλύπτει τις ικανότητές της, ωριμάζει, μαθαίνει ν’ αποδέχεται και να υπομένει ελπίζοντας πάντα σε μια λύτρωση.
Το Ουζερί
Εξ αρχής θεωρήθηκε ως χώρος μακράν της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των φρονίμων και σοβαρών νοικοκυραίων κείμενος, ως τόπος απαγορευμένος για εμφορούμενους από υγιείς αρχές ανθρώπους, δηλαδή, μ’ ένα λόγο, ως τόπος απώλειας ψυχών της μικρής μας πόλης. Ίσως και γι’ αυτό, όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο άνοιξε τις πύλες του, δεν πραγματοποιήθηκε ο κατά τα ειωθότα καθιερωμένος αγιασμός, για να πάνε καλά οι δουλειές. Το αν κλήθηκε και αρνήθηκε (απίστευτο, πάντως) να παρευρεθεί ιερέας ή δεν κλήθηκε παντάπασιν, δεν έγινε γνωστό. Το σίγουρο είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχές Φεβρουαρίου του 1952, τέτοιο μαγαζί δεν είχαμε ξαναδεί. Και μάλιστα με το παράξενο για μας όνομα ΟΥΖΕΡΙ.
