Λογοτεχνική Μελέτη

“Λόγος Γυμνός” Εισαγωγή στο Έργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Το εκτόπισμα της λογοτεχνικής και, γενικότερα, πνευματικής παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο μεταπολεμικό πολιτισμικό πεδίο είναι μεγάλο: ο Χριστιανόπουλος υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, προσέχτηκε ως πεζογράφος, ως κριτικός και ως φιλόλογος, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική δεν εξοβελίστηκαν από την άλω της δραστηριότητάς του και, επιπρόσθετα, η Διαγώνιος -το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983- διαμόρφωνε αλλά και καθρέφτιζε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις και εξελίξεις, ενώ υπήρξε χώρος έκφρασης και φυτώριο άνθισης ποιητών, πεζογράφων, κριτικών και φιλολόγων.

Η όλη πορεία του Χριστιανόπουλου υποβάλλει και μία συγκεκριμένη καλλιτεχνική και ιδεολογική πρακτική που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία: εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας ως απεικάσματος της απλότητας σε κάθε πτυχή του βίου, προσπάθεια για ψηλάφηση του βιωματικού πυρήνα, αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο και γνήσιο, τόσο ως εν δυνάμει καλλιτεχνική μορφή όσο και ως ιδεολογικό περιεχόμενο. “Λόγος γυμνός”, λοιπόν, υποβλητικός και δραστικός, δηκτικός, σαρκαστικός και ενίοτε αυτοσαρκαστικός, που διερευνά απογυμνωμένος το βίωμα και δεν χαρίζεται σε κανέναν, γι’ αυτό και μερικές φορές πέφτει στην υπερβολή ή και στην αδικία. Ο απογυμνωμένος από κάθε λογής στολίσματα λόγος θεωρείται αρετή και τόλμη από τον Χριστιανόπουλο. δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση “λόγος γυμνός” αντλήθηκε από το κριτικό του δοκίμιο για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο οποίο ο απογυμνωμένος, ειλικρινής και δραστικός λόγος του ποιητικού ρεαλισμού θεωρείται “κουβέντα ανθρώπινη […] απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει”

Διεισδύσεις στα Βιβλία των Άλλων

Στα μέσα του 2002 άρχισα δειλά τις διεισδύσεις μου στα βιβλία άλλων συγγραφέων, ξεκινώντας με το μυθιστόρημα του Περικλή Σφυρίδη “Μεταμόσχευση νεφρού”. Έκτοτε, συνέχισα να δημοσιεύω βιβλιοκρισίες και κριτικές μελέτες σε διάφορα έντυπα κι εφημερίδες της χώρας. Με τον καιρό, κατέληξα σε ένα μίνιμουμ δεδομένων που πρέπει να τηρούνται για να είναι ένα κείμενο βιβλιοκρισίας ανεκτό και αναγνώσιμο. Αναφορά σε στοιχεία που έχουν να κάνουν με το βιβλίο αυτό καθεαυτό, επαρκή πληροφόρηση-ενημέρωση πάνω στο περιεχόμενό του, αναφορά και στα υπόλοιπα έως τώρα έργα του συγγραφέα και συσχετισμός με το προς παρουσίαση έργο, και μια θέση στο τέλος, μια προσωπική εκτίμηση, έντιμη και ειλικρινή, ούτε ισοπεδωτική ούτε υμνητική, απ’ αυτό που έμεινε σαν απόσταγμα στην ψυχή και στη σκέψη του σχολιαστή-αναγνώστη. Το πρώτο μέρος αυτού του βιβλίου αφορά πέντε κριτικές μελέτες που γράφτηκαν στο διάστημα 2006-2011. Στο δεύτερο μέρος υπάρχουν 42 βιβλιοκρισίες που αφορούν το χρονικό διάστημα 2003-2011. Όλες τους, είτε δημοσιεύτηκαν σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά και ένθετα εφημερίδων της χώρας είτε αναγνώσθηκαν σε βιβλιοπαρουσιάσεις ή ημερίδες λόγου.

Δοκίμια και Δοκιμασίες

Μια συρραφή δεκαεπτά κειμένων για τους ποιητές της Θεσσαλονίκης. Η συγγραφέας με τη συλλογή αυτή δεν διεκδικεί ούτε τον τίτλο του κριτικού, ούτε την ιδιότητα του δοκιμιογράφου. Για λόγους χρονικής ιστορικότητας, τοποθετεί τα κείμενα κατά χρονολογική σειρά δημοσίευσής τους καί όχι αξιολογικά.

Δύο Τόποι – Δύο Ποιήματα/ “Πρέβεζα” του Καρυωτάκη, “Ιερά Οδός” του Σικελιανού

Η συνύπαρξη στο ανά χείρας βιβλίο δύο τόσο διαφορετικών ποιημάτων, γραμμένων από δύο τόσο διαφορετικούς ποιητές, θα μπορούσε να είναι τυχαία, δηλαδή αυθαίρετη – αλλά δεν είναι, νομίζω. Εκτός του ότι τα δύο ποιήματα προέκυψαν από και μέσα σε δύο συγκεκριμένους τόπους (που όμως κι αυτοί διαφέρουν διαμετρικά), υπάρχει κάτι ακόμη που τα συνδέει -κατά κάποιον έστω τρόπο: αυτό που συμβαίνει με τους τίτλους τους. Το ποίημα του Καρυωτάκη είχε «τελικό τίτλο», σε αυτόγραφο που μάλλον έχει χαθεί, Επαρχία -φαίνεται ότι ο ποιητής ήθελε (δικαίως, θα έλεγα) το κείμενό του να αφορά όχι μόνο έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό τόπο, αλλά μια πολιτικοκοινωνική κατηγορία κατοικημένων χώρων. Ο Σικελιανός είχε κλείσει τον τίτλο του ποιήματός του σε εισαγωγικά: «Ιερά Οδός» έτσι ώστε το κείμενο να αναφέρεται όχι μόνο στην Ιερά Οδό της Αττικής, αλλά σε μια κατηγορία βιωματικών-ψυχικών εμπειριών που οδηγούν σε μια λυτρωτική αποκάλυψη, παρόμοια με εκείνη που συνέβαινε στο «Ιερό της Ψυχής, στην Ελευσίνα». Όπως και να ‘ναι, τα δυο ποιήματα, η Πρέβεζα του Καρυωτάκη και η «Ιερά Οδός» του Σικελιανού, εντάσσονται -για λόγους διαφορετικούς το καθένα- στα σημαντικότερα επιτεύγματα της νεοελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα.

Η Δυναμική των “Πραγμάτων” του Κώστα Θ. Ριζάκη Βασικός Μοχλός Εκκίνησης στον Επιτάφιο Δρόμο

Ο Επιτάφιος Δρόμος του ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη έχει ως βασικό μοχλό εκκίνησης τα ανεκτίμητα «πράγματα»-αντικείμενα του δημιουργού· αυτά τα σεβαστά, εναπομείναντα οικογενειακά κειμήλια, πολύτιμη παρακαταθήκη των αγαπημένων του νεκρών και αναγκαία-ζωογόνο υλικό για την ποιητική του έμπνευση και την αρμονική σύνδεση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος. Μετά από έναν κυκεώνα ανατροπών, απωλειών, θανάτων που στιγμάτισαν καθοριστικά τον ποιητή, τα «πράγματα» συνιστούν τον μοναδικό αφιλοκερδή του φίλο στη δύσκολη επίγεια διαδρομή του, στον κακοτράχαλο «επιτάφιο δρόμο».
Έχοντας ως φόντο το γνώριμο χρώμα της νύχτας (γόνιμης χρονικής περιόδου της ποιητικής του δημιουργίας), ο Κώστας Θ. Ριζάκης καταφεύγει στην τρυφερή αγκαλιά τους και με τη συνδρομή τους ανασύρει μνήμες, εικόνες από το προσωπικό και οικογενειακό του παρελθόν.
Απολαμβάνοντας τη θαλπωρή του ήρεμου αυτοσχέδιου «κελλιού» του, του φιλόξενου δωματίου του σπιτιού του, «οικοσιτεί» μαζί τους, χωρίς καμία επιθυμία εξόδου στην ανούσια, τεχνητή κοινωνία.
Με τη συνδρομή της ποίησης, ο Κώστας Θ. Ριζάκης, επάξιος «φτωχός του μόχτου δουλευτής», κατορθώνει τελικά να υπερνικήσει την απαξιωτική-μηδενιστική λήθη, τον φθοροποιό και πανούργο χρόνο, τον ίδιο τον αποκρουστικό θάνατο και να αναδυθεί από τον προσφιλή του «βυθό» στην επιφάνεια, στο λαμπερό «φως», στην ελπίδα.

Ιχνηλατώντας τον Χρόνο

Σε αυτήν την εφήμερη επίγεια διαδρομή “είμαστε όλοι ανώνυμοι/ άμμος που σκορπίζει ο χρόνος/ στην έρημο του κόσμου/ στιγμιαίες λάμψεις/ φτερουγίσματα/ προσωρινή απόδραση/ από το τίποτα στην αυταπάτη/ ζούμε τα δευτερόλεπτά μας/ σ’ ένα περίπλοκο οικοδόμημα/ επινοούμε θρησκείες και θεούς/ μήπως και παρηγορηθούμε/ για την αφόρητη αλήθεια του πεπρωμένου/ είμαστε όλοι ανώνυμοι/ εναλλασσόμενες σκιές της ύπαρξης/ φαντάσματα σε θέατρο του παραλόγου”, σύμφωνα με τον ποιητή και πεζογράφο της Θεσσαλονίκης Τόλη Νικηφόρου.
Τελικά, μετά από πολυετείς δοκιμασίες, άγονες αυταπάτες και διαφόρων μορφών χίμαιρες που παγίδευσαν το σύγχρονο δυτικό άτομο στο όνομα της υποτιθέμενης ευμάρειας και της υλικής ευτυχίας (αφοπλίζοντάς το σε ανούσιους τεχνητούς ρόλους και κομφορμιστικούς κανόνες), η ελπίδα διαφαίνεται αχνά μέσα από τους χώρους της Λογοτεχνίας και της Τέχνης- μέσα από έναν γόνιμο επαναπροσδιορισμό των ανθρώπινων αξιών και της ηθικής σύμφωνα με τους κανόνες της αμόλυντης φύσης: “Τη μυγδαλιά αγαπώ/ όχι νυφούλα/ του χειμώνα στολισμένη/ αλλά γιατί/ ν’ ανθίσει βιάζεται/ τους νόμους αψηφώντας” – Γ. Στεφανάκις

Κ. Π. Καβάφης – Albert Camus Η Δύναμη του Χρόνου και των Συμβόλων στο Έργο τους

«Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου». Η δήλωση αυτή του Αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη αποκαλύπτει πλήρως -με συμβολικό ασφαλώς τρόπο- τον πρωτεύοντα ρόλο που αναλαμβάνει ο Χρόνος στη διαμόρφωση της ανθρώπινης πορείας. Ο παράγοντας αυτός επηρεάζει άλλοτε θετικά και συχνότερα αρνητικά τις προσωπικές στιγμές και περιόδους της ζωής του ποιητή, που -υπό τη μορφή αναμνήσεων, έντονων ή αχνών- ανασύρονται στην καταπονημένη μνήμη του ως «ενδύματα» χρώματος γαλάζιου (παιδική αθωότητα και ανεμελιά), κόκκινου (πάθος), κίτρινου (μίσος ή ερωτική ζήλεια) και τέλος μαύρου (θλίψη, μοναξιά, φθορά, γηρατειά, θάνατος).
Ο διαχρονικός αυτός πανίσχυρος τιτάνας ταλανίζει και τον Γάλλο διανοούμενο Albert Camus, καταλήγοντας σε έναν τρομακτικό επίγειο εφιάλτη, που δεν παραλείπει να υπογραμμίζει με κυνικότητα τον εφήμερο και παράλογο χαρακτήρα της ζωής. Η τοποθέτηση-ένταξη του ατόμου σε σχέση με τον χρόνο οδηγεί τελικά στην τραγική ανακάλυψη του παραλόγου, του «absurde» που στιγματίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης πορείας.
Ωστόσο, οι δύο συγγραφείς -μένοντας απολύτως ξένοι απέναντι σε μια στείρα αντιμετώπιση της ζωής, που σημαδεύεται συνεχώς από την προδιαγεγραμμένη -αρνητικά- ανθρώπινη μοίρα (: φθορά < γηρατειά < θάνατος)- προτείνουν στο κοινό τους μια αντικομφορμιστική αλλά ωστόσο ειρηνική λύση την υιοθέτηση μιας ρεαλιστικής ηθικής, εδραιωμένης στην αλήθεια, στην ειλικρίνεια, στην αλληλεγγύη…

Κήπος Βιβλίων – Διαβάζοντας Θεσσαλονικείς και Αμερικανούς Πεζογράφους

“Αναρωτιέμαι, αν αυτή η ηθική στάση των πεζογράφων της Θεσσαλονίκης απέναντι στη ζωή διαφέρει τελικά και κατά πόσο από την ειλικρίνεια του Ροθ και των άλλων Αμερικανών συγγραφέων, αλλά και την αίσθηση του χρέους που τους διακρίνει στη γραφή τους. Χρέος να καυτηριάσουν τη σαπίλα της αμερικανικής κοινωνίας, τα αδιέξοδα του έρωτα, τα προσωπικά ναυάγια, τον παραλογισμό της οικογένειας, το συλλογικό τραύμα του πολέμου στο Βιετνάμ, τους δήθεν διανοούμενους του καιρού τους. Πιστεύω τελικά πως αυτό το ηθικού τύπου “συγγραφικό καλούπι”, αν μπορώ να το ορίσω έτσι, είναι κοινό τόσο στους Αμερικανούς όσο και στους Θεσσαλονικείς πεζογράφους. Και αν ο αντικομφορμισμός και η αντισυμβατικότητα των Αμερικανών συγγραφέων αυτής της περιόδου είχε αιχμή του δόρατος τη στηλίτευση του ιδεολογήματος του “αμερικανικού ονείρου”, στη Θεσσαλονίκη του ’60 και του ’70, το ισοδύναμο των επιπτώσεων του αμερικανικού ονείρου σε κοινωνικό επίπεδο ήταν ο συντηρητισμός, ο μικροαστισμός και η απέραντη ηθικολογία των ανθρώπων της – στοιχεία που, βοηθούσης και της θρησκοληψίας, επιβιώνουν, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα σ’ αυτήν εδώ την πόλη.”
Δύο εκτενείς ενότητες με 50 συνολικά κείμενα -μελέτες, δοκίμια, βιβλιοκρισίες και συνδυαστικές κριτικές- για Θεσσαλονικιούς (και όχι μόνο) πεζογράφους, αλλά και για μια ενδεκάδα Αμερικανών, που η ρεαλιστική τους γραφή, το “ηθικό βίωμα”, η αυτοβιογραφική διάθεση αλλά και η δημιουργική φαντασία καθόρισαν (και καθορίζουν ακόμη) το σημαντικό τους έργο.

Μαθηματικά και Ποίηση/Από τον Αρχιμήδη στον Ελύτη

Αφορμή για το βιβλίο αυτό στάθηκε το κείμενο του Οδυσσέα Ελύτη «Η μέθοδος του άρα», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Χάρτης […] Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση τόσο ο τίτλος του όσο, κυρίως, το περιεχόμενό του. Ο Οδυσσέας Ελύτης μιλούσε για τα μαθηματικά με έναν τρόπο που έδειχνε ότι είχε μια βαθύτερη κατανόηση των μαθηματικών και μια ποιητική άποψη γι’ αυτά. Το κείμενο αυτό με παρακίνησε να προσέξω ιδιαίτερα το ποιητικό του έργο, όπου ανακάλυψα μαθηματικές ιδέες, μεθόδους και εκφράσεις σε πολλά ποιήματά του. Αποτέλεσμα αυτών των αναζητήσεων ήταν μια εργασία μου με τίτλο «Τα μαθηματικά στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Ο Παρατηρητής».

Ο Καβάφης και η Υποδοχή του Έργου του

Η σύντομη αυτή μελέτη γράφτηκε για να διαβαστεί ως ομιλία σιη 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση με τίτλο: «150 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή Κ. Π. Καβάφη» (Θεσσαλονίκη, 17 Μαΐου 2013). Ο προφορικός χαρακτήρας του κειμένου και τα συγκεκριμένα χρονικά όρια δεν επέτρεπαν τις εκτενείς παρεκβάσεις και την επαρκή παράθεση αποσπασμάτων από τις πηγές, που θα λειτουργούσαν ως επιπλέον τεκμηρίωση για κάποιες από τις απόψεις μου. Παρά τις μεταγενέστερες διορθώσεις, προτίμησα, για λόγους που κυρίως σχετίζονται με τη δομή, το εύρος του θέματος και τη μικρή έκταση του κειμένου, να διατηρήσω και στην τελική μορφή τον αρχικό προφορικό -αλλά με πυκνότητα πληροφοριών- χαρακτήρα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι όλες οι αναφορές σε παλαιότερες πηγές είναι απολύτως διασταυρωμένες.

Ο Σωσίας του Νεκρού Αδερφού

Στο “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” ένας νέος δολοφονείται από παρανόηση, επειδή μοιάζει καταπληκτικά με κάποιον άλλο. Ο φόνος αναπαράγεται κατοπτρικά στο τέλος της ιστορίας, πάλι βασισμένος σε παρανόηση. Πριν από τον φόνο αυτόν, ανάλογοι φόνοι (ή κατ’ επίφαση φόνοι) διαπράττονται κατά συρροή σε άλλους τόπους, σε άλλα, ξενόγλωσσα κείμενα, σε συνδυασμό με ανάλογες παρεξηγήσεις, αντικαταστάσεις προσώπων, διχασμούς προσωπικοτήτων, κλεμμένες σκιές και χαμένα είδωλα. Όλος αυτός ο φασματικός κόσμιος των αναδιπλασιασμών -εκτόνωση του άγχους που προκαλεί η επέλαση του βιομηχανικού εφιάλτη αλλά και η ανακάλυψη του ασυνείδητου- συνυπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις με τον θάνατο. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι και τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού είναι μελέτες θανάτου, με εστίαση κάθε φορά σε διαφορετική δεσπόζουσα. Ακόμα και το “Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως”, όπου κανείς δεν πεθαίνει βιολογικά, υπαινίσσεται έναν συναισθηματικό θάνατο. Το συγκεκριμένο διήγημα, πάντως, ακολουθεί στερεοτυπικά τη σχετική παράδοση, υποβάλλοντάς την ταυτόχρονα σε επανεξέταση υπό την πίεση του ρεαλιστικού αιτήματος του καιρού του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες το θέμα του σωσία αξιοποιείται επιπλέον ως όργανο διερεύνησης του σπουδαιότερου (κατά πολλούς, του μοναδικού) θέματος της λογοτεχνίας, του θανάτου, ως ρητορικό στρατήγημα για την άρθρωση του ανείπωτου.

Ο Φραντς Κάφκα και η Μοσχούλα

Τα λογοτεχνικά κείμενα έχουν, όπως τα δέντρα, το ορατό μέρος και τις ρίζες. Ακόμη και αν κανείς εντρυφήσει μια ολόκληρη ζωή στο ορατό μέρος, μόνο εικασίες θα μπορεί να κάνει για την υπόγεια ζωή, τους σχηματισμούς των ριζών και τις μυστικές διαδρομές του νερού και των θρεπτικών συστατικών από το έδαφος προς τα φύλλα και τα άνθη.
Ο συγγραφέας διερευνά το μεγάλο μυστήριο της γραφής εστιάζοντας κυρίως σε δύο λογοτεχνικά έργα: στο διήγημα Όνειρο στο κύμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και στο μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα Η Δίκη. Ένα δοκίμιο για τη γραφή, την έμπνευση και τις διακειμενικότητες στη λογοτεχνία, με αναφορές σε δημιουργούς όπως ο Όμηρος, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κ. Π. Καβάφης και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και σε λογοτεχνικούς ήρωες και ηρωίδες όπως τα πρόσωπα της Οδύσσειας, η φεγγαροντυμένη του Κρητικού, το βοσκόπουλο και η Μοσχούλα του Ονείρου στο κύμα και ο Γιόζεφ Κ. της Δίκης.

Ποιητικός Ρυθμός Παραδοσιακή και Νεωτερική Έκφραση

Τα μελετήματα, που συγκροτούν το βιβλίο, γράφτηκαν στη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας. Από ένα σημείο και μετά έγινε κατανοητό από τον υπογράφοντα πως δεν αποτελούν παρά οπτικές γωνίες υπό τις οποίες αυτός παρακολουθεί το ποιητικό φαινόμενο, τόσο στην παραδοσιακή όσο και στη νεωτερική ρυθμολογική εκδοχή του. Η ποίηση ήταν και είναι λόγος ρυθμικός, και προφανώς και η ποίηση που θα δημιουργηθεί στο άμεσο αλλά και στο απώτερο μέλλον θα εξακολουθεί ενίοτε να επιδεικνύει, οπωσδήποτε να εγκιβωτίζει ή και απλώς να υπαινίσσεται τον ρυθμό ως sine qua non χαρακτηριστικό της. Στο πλαίσιο του βιβλίου, αρυόμενοι ποιητικό υλικό πρωτευόντως από το πεδίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, προσπαθήσαμε να ψηλαφίσουμε τις ποικιλότροπες εκφάνσεις της ρυθμικής υπόστασης του ποιητικού λόγου, εντάσσοντάς τες σε οπτική αλληλοσυσχετίσεων και χρονικής διαδοχής.

Στα Κύματα η Μοίρα του Κόσμου – Προσεγγίζοντας τη Ζωή και το Έργο του Ηλία Βενέζη

«Θα σε ρωτήσουν κει πάνω, σαν έρθει η ώρα: “Ποιον συναπάντησες κάτω στη γη;” Κ’ εσύ θα τους αποκριθείς: “Κανένα. Τον εαυτό μου μόνο”. Θα σε ρωτήσουν ακόμα: “Πίστεψες, τουλάχιστο, στα όνειρα και στις χίμαιρες, στα ταπεινά έργα των ταπεινών ανθρώπων;” Κ’ εσύ θ’ αποκριθείς: “Όχι”. “Πλήρωσες, λοιπόν, γι’ αυτό κει κάτω;” Κ’ εσύ είναι δίκαιο να τους αποκριθείς πώς πλήρωσες, γιατί, εδώ, στη γη, είναι η μοίρα των ανθρώπων».
Γαλήνη

Ένα βιβλίο-σχόλιο για τη ζωή και το έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς της περίλαμπρης γενιάς του ’30. Ένα βιβλίο-προτροπή για όλους εκείνους που γοητεύονται να κυνηγούν στη ζωή τους χίμαιρες και να πιστεύουν στο θαύμα. Ένα βιβλίο καταδίκης της ασχήμιας και ύμνου της ομορφιάς της ζωής. Ένα βιβλίο για τον Βενέζη με τη γραφή του Βενέζη.

Το Όνειρο και οι Μεταμορφώσεις του

Ποια σχέση μπορεί να έχει η απηνής «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη με τις ρομαντικές και ιδιαίτερα ευαίσθητες «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέβσκη; Και πώς δίπλα στον έξω του κόσμου τούτου «Φρανκενστάιν» (της Σέλλεϋ) και στον «Αόρατο» (του Ουέλλς) θα μπορούσε να σταθεί ο πολύπαθος Βενέζης με την αφήγηση του μικρασιατικού δράματος;
Ως από μηχανής θεός με τράβηξε έξω από το αδιέξοδο (όπως συμβαίνει τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) το όνειρο, αυτό που έχει τη δύναμη να “αφαιρεί βάρος από τα ξύπνια βάσανά μας”.

Filter by Product Authors
(π.) Καλλιανός Ν. Κωνσταντίνος
Adnan Etel
Arendt Hannah
Asseo Henriette
Bergson Henri
Chaucer Geoffrey
Debord Guy
Dostoevsky Fyodor
Dujardin Édouard
Enriquez Eugene
Forgacs Eva
Frisby David
García Calvo Agustín
Goya Francisco
Gravert Angelika
Grosz George
Haroche Claudine
Illich Ivan
Jacques Ellul
Jan Neruda
Jarry Alfred
Jean Baudrillard
Jerry Brown
Jorge Semprun
Jorn Asger
Juan Goytisolo
Kafka Franz
Karl Heinz Roth
Karl Polanyi
Kazimir Malevich
Kenneth Clark
Lasch Christopher
Lewis Mumford
Lipovetsky Gilles
Lola Olufemi
Louis-August Blanqui
Malatesta Errico
Manfred Chobot
Marc Ferro
Marcel Cohen
Marcuse Herbert
Marie-Luise Berneri
Mark Rothko
Martin Buber
Martin Jay
Mattei E. Clara
Mendelsohn Erich
Moya Castellanos Horacio
Nathalie Zaltzman
Neumann Franz
Norman Cohn
Novac Ana
P. Risal (Joseph Nehama)
Patrick Brantlinger
Paul Lafargue
Paul Virilio
Paulus Joseph Georg
Peter Gay
Peter Lehmann
Pier Paolo Pasolini
Pyotr Kropotkin
Retzer Arnold
Richard Sennett
Riesman David
Roberta Sassatelli
Russell Jacoby
Sabato Ernesto
Serge Tisseron
Shahram Khosravi
Speck Dimitri
Sumanac Brana
Thomas Bernhard
Thompson E.P.
Trakl Georg
Tzvetan Todorov
Weiss S. Allen
Wiesel Elie
William James
Zygmunt Bauman
Άγγελος Π. Σερέτης
Αδάμ Δράγας
Αλέκος Γρίμπας
Αλέξανδρος Γραμματικός
Αλέξανδρος Κοσματόπουλος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Αλιπράντης Α. Χρίστος
Αναστάσιος Μαργαριτόπουλος
Ανθή Χαραλάμπη
Άννα Βιδάλη
Άννα Στεφούλη
Αντρέας Τσάκαλης
Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Απόστολος Κιλεσσόπουλος
Απόστολος Λυκεσάς
Αργύρης Παυλιώτης
Άρης Παπάζογλου
Αριστοτελίδης Παναγής
Άρτεμις Βακαλέρη-Παναγιωτοπούλου
Αρχοντούλα Διαβάτη
Βαγγέλης Βανταράκης
Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά
Βασίλης Δ. Κουκορίνης
Βασίλης Τομανάς
Βασιλική Νευροκοπλή
Βασιλική Στεργίου
Βασιλόπουλος Π. Περικλής
Βίκυ Δράκου
Βίκυ Φαλάρα
Βίλλη Στελλάκου
Γεωργία Βλάσση
Γεωργία-Ειρήνη Κύρου
Γεωργιάδης Πόλυς
Γεώργιος Χατζηκωνσταντίνου
Γιάννης Γ. Μασμανίδης
Γιάννης Ζήκας
Γιάννης Καισαρίδης
Γιώργος Λεπενιώτης
Γιώργος Φαρσακίδης
Γιώργος Χουρμουζιάδης
Γιώτα Κραβαρίτου
Γλαύκη Γκότση
Γούτας Παναγιώτης
Δέσποινα Θ. Ξιφιλίδου
Δέσποινα Λέφα
Δήμητρα Ε. Παπουτσάκη
Δημήτρης Ζάβρας
Δημήτρης Κόκορης
Δημήτρης Λάλλας
Δημήτρης Τζελέπης
Δημήτρης Τσινικόπουλος
Δημοτζίκη Φωτεινή
Διονύσης Βάγιας
Διονύσης Στεργιούλας
Έλενα Ψαραλίδου
Έρη Κασίμη
Ευανθία Τσιούκαρη
Ευστράτιος Τζαμπαλάτης
Ζαφειρία Τζίντζα
Ζηνοβία Σαπουνά
Ζήσης Παπαδημητρίου
Ζήσης Σαρίκας
Ζωή Καλαφάτη
Ζωή Καραπατάκη
Ζωή Χατζησταύρου
Θεοκλής Καρανέλης
Θωμάς Κοροβίνης
Ι. Π. Βογιατζής
Ίβυκος Κ.
Ιγνάτης Χουβαρδάς
Ιορδάνης Στυλίδης
Ιωάννης Δρακιώτης
Κατερίνα Τσιάνα-Πανταζίδου
Κατερίνα Φιλίππου-Ρόδη
Κέλλυ Πάλλα
Κοσμάς Σπυρίδων
Κωνσταντίνος Μοσχόπουλος
Κωνσταντίνος Παυλίτσας
Κωνσταντίνος-Καισάριος Δαπόντες
Κώστας Λάμπος
Κώστας Ν. Στρατηλάτης
Κώστας Τομανάς
Λαμπελέ Φούλα
Λένα Καλαϊτζή-Οφλίδη
Λέτσιου Στυλιανή
Μάγδα Χρυσοστομίδου
Μαίρη Κοτσελίδου
Μάκης Αγγελόπουλος
Μανόλης Λανάρης
Μάνος Νικολάου
Μάρα Βδοκιά
Μαρία Ιατρού
Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου
Μαρία Πάλλα
Μαρία Σαλαχώρα
Μαρία Σέκιου
Μαρία Τσιρωνά
Μαρίνος Παπαμαρινούδης
Μάριος Πουρκός
Μάρκος Καραγιάννος
Μιχαηλίδης Τάσος
Μιχάλης Ανεζίρης
Μιχάλης Αρβανίτης
Μιχάλης Σακελλαρίου
Μουρουζίδης Παύλος
Μπαλής Στέφανος
Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς
Νικόλαος Μουτσόπουλος
Νικόλαος Μπινιάρης
Νικολάου-Βαλιουλή Σίσσυ
Νικόλας Γκιμπιρίτης
Νίκος Αργυρόπουλος
Νίκος Ηλιόπουλος
Νίκος Τακόλας
Νίκος Τζ. Σέργης
Νιρβάνας Παύλος
Ξενοφών Α. Κοκόλης
Ξενοφών Μαυραγάνης
Όλγα Κοτσελίδου
Ορφέας Λεοντίου
Οφλίδης Σίμος
Παλάσκας Γ. Σωτήρης
Πόταρη Σοφία
Σγουρός Στέλιος
Σερμέτης Τριαντάφυλλος
Σιδηροπούλου-Φαντίδου Φρειδερίκη
Σουφλέρης Σταμάτης
Σπανούλη Ρίτα
Συλλογικό
Τραπεζανλίδης Σωτήρης
Τριανταφυλλίδης Παύλος
Τσολάκης Χρίστος
Φλόκα Χριστίνα