Οι εκδόσεις μας > Ελληνική & Ξένη Λογοτεχνία

Τίτλος βιβλίου
   

Φραντς Κάφκα,
Η ΔΙΚΗ
264 σελ.



«Κάποιος θα πρέπει να είχε κατηγορήσει τον Γιόζεφ Κ., γιατί, χωρίς να έχει κάνει τίποτε κακό, ένα πρωί τον συνέλαβαν.»
Έτσι αρχίζει η δυστυχώς πάντα επίκαιρη ΔΙΚΗ.

Ο μεταφραστής Βασίλης Τομανάς στον τάφο του Φραντς Κάφκα στο νέο Εβραϊκό Κοιμητήριο της Πράγας (1990).
Στους δικούς μας τάφους προσερχόμαστε ασκεπείς, στους εβραϊκούς με καλυμμένη την κεφαλή.

 

[I.S.B.N.:978-618-5228-18-7]

Παύλος Μουρουζίδης,
ΤΑ ΣΚΑΡΠΙΝΙΑ
διηγήματα,



Μικρές ιστορίες, επεισόδια καθημερινά, παλιές αφηγήσεις και η νοσταλγία της παιδικής αθωότητας, με φόντο και πρωταγωνιστή τον κόσμο του μόχθου, δομούν ανεπαίσθητα, με διάθεση πότε σαρκαστική και παιγνιώδη, πότε οργισμένη, το περίγραμμα του ευαίσθητου μικρόκοσμου των έντεκα διηγημάτων της συλλογής Τα σκαρπίνια και άλλα διηγήματα.
Έντεκα διηγήματα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, που επαληθεύουν αυτό που έγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι:

«Αν δεν μπορείς να κατανοήσεις πραγματικούς ανθρώπους, δεν μπορείς να διακρίνεις τι έχει γενική αξία.»

 

[I.S.B.N.:978-618-5228-17-0]

Ρίτα Σπανούλη και Γιώργος Λεπενιώτης,
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΡΟΜΑ



ΡΙΤΑ ΣΠΑΝΟΥΛΗ
Κατάγεται από τη Γλαύκη Λάρισας. Έκανε βασικές σπουδές στην Κοινωνιολογία και Εθνολογία στη Γαλλία, και μεταπτυχιακές στην Εθνοψυχιατρική στη Γαλλία και στην τοπική, περιφερειακή ανάπτυξη στην Ελλάδα. Ασχολείται με τους Τσιγγάνους από το 1983 με θέματα κοινωνικού αποκλεισμού και κοινωνικής πολιτικής.
Συγγράμματά της για τους Τσιγγάνους:
«Ο ρόλος της γυναίκας στην ελληνική τσιγγάνικη κοινότητα» Πανεπιστήμιο Lyon 2, Γαλλία 1984
«Θεραπευτικές γνώσεις και δεξιότητες των Τσιγγάνων γυναικών στην Ελλάδα» Πανεπιστήμιο Lyon 2, Γαλλία 1986
«Τσιγγάνες»: μύθοι, έθιμα, παραδόσεις, Μαρία Παυλή-Κορρέ, Ρίτα Σπανούλη, Κατερίνα Καλούδη, Ολκός, Αθήνα 1991
«Μορφές οργάνωσης και λειτουργίας άτυπων δομών εκπαίδευσης στους Τσιγγάνους Αλιβερίου Ν. Ιωνίας Βόλου», Γιώργος Λεπενιώτης, Ρίτα Σπανούλη, Δήμος Ν. Ιωνίας 1997
«Τσιγγάνοι. Υποστήριξη στην καθημερινή ζωή», Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, Εκπαιδευτικό υλικό για τα κέντρα διά βίου μάθησης 2013.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΠΕΝΙΩΤΗΣ
Κατάγεται από τα Τρίκαλα. Έκανε βασικές σπουδές στα Νομικά και μεταπτυχιακές στη Φιλοσοφία, Ιστορία και Κοινωνιολογία του Δικαίου. Ασχολήθηκε με θέματα κοινωνικής οικολογίας και κοινωνικού αποκλεισμού.
Συγγράμματα του για τους Τσιγγάνους:
«Τσιγγάνοι και ελληνικός χώρος», οι θεσμοί και η τσιγγάνικη κοινότητα, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 1989
«Μορφές οργάνωσης και λειτουργίας άτυπων δομών εκπαίδευσης στους Τσιγγάνους Αλιβερίου Ν. Ιωνίας Βόλου», Γιώργος Λεπενιώτης, Ρίτα Σπανούλη, Δήμος Ν. Ιωνίας 1997
«Με στέγη τον ουρανό», Ανθολογία ελληνικών διηγημάτων για τους Τσιγγάνους, εκδ. Γένεσις 2008.

 

[I.S.B.N.:978-618-5228-19-4]

Ξενοφών Ε. Μαυραγάνης,
ΕΦΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΝΥΧΤΕΣ



Μερικούς μήνες πριν την απριλιανή δικτατορία του 1967 ένας λοιπός οπλίτης φθάνει σε στρατόπεδο της Λαμίας, για να ζήσει από πρώτο χέρι, έξω από τις γνωστές συνθήκες μιας στρατιωτικής θητείας, και όσες άλλες συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός του ως Β, δηλαδή υπόπτων εθνικών σκέψεων και διαθέσεων. Στα δυο χρόνια που ακολουθούν θα μετάσχει στην «εθνική επανάσταση» της 21ης Απριλίου, θα πληροφορηθεί μέσα από τη λαθραία ανάγνωση του φακέλου του την εθνοπροδοτική δράση του και στη συνέχεια, ως δημοσιογράφος πλέον, θα ζήσει την κοινωνική και πολιτική ζωή της δικτατορίας στη Θεσσαλονίκη, διαπιστώνοντας τελικά πόσο λίγοι έως ελάχιστοι ήταν όσοι έδωσαν εκ του συστάδην τη μάχη εναντίον της. Σημειώνοντας και τις εκκωφαντικές απουσίες. Θα παρακολουθήσει και θα περιγράψει τις δίκες των αντιστασιακών και θα αξιωθεί να δει τιμώμενους από την Πολιτεία όλους ή σχεδόν όλους όσοι στήριξαν ή βοήθησαν τη δικτατορία. Παρακολουθεί και καταγράφει τις διεργασίες στον κοινωνικό και στον φοιτητικό χώρο, τις μέσω της Τέχνης αντιστασιακές εκδηλώσεις, τη συμμετοχή του λαού στη σύνταξη του πρώτου χουντικού συντάγματος του 1968, τις εσωτερικές αντιθέσεις του εσμού του παρακράτους, που φθάνει να αυτοκαταγγέλεται κατονομάζοντας τον δολοφόνο του Γρηγόρη Λαμπράκη. Αποδίδοντάς τον οι μεν στους δε. Στις ιστορίες που συνθέτουν το μυθιστορηματικό χρονικό της εφτάχρονης δικτατορίας λίγες είναι αυτές που δικαιώνουν τον αγώνα των λίγων, εκλεκτών, όμως, αντιπάλων της. Εμμένοντας, παρ’ όλ’ αυτά, σε όσα στη νεότητά του ασπάστηκε, παραμένοντας πάντα λοιπός οπλίτης.

 

[I.S.B.N.:978-618-5228-16-3]

ΚΕΛΛΥ ΠΑΛΛΑ,
Γιούκα η ηδονοβλεψίας
Μυθιστόρημα



Συνήθως οι κριτικές για το βιβλίο ενός φίλου κυμαίνονται από τυπικές έως διθυραμβικές ή κάτι τέτοιο. Ωστόσο αν περιέχουν κάτι από προσωπικές πληροφορίες-κουτσομπολιό ή τολμήσουν να γράψουν, να παραδεχθούν ή να χαρτογραφήσουν κάτι από τις αδυναμίες του βιβλίου μπορεί να τραβήξουν κάπως την προσοχή ή να εξασφαλίσουν ένα «παράθυρο» στα πώς της συγγραφής του. Κι έτσι, το κείμενο για ένα βιβλίο μπορεί να χρησιμεύσει, σε όσους στα κρυφά ή στα φανερά σκαρώνουμε στιχάκια, παραγράφους ή θα θέλαμε να γράψουμε κάτι μεγαλύτερο, γράφοντας για το «Πώς γράφτηκε;» - Πώς γράφτηκε το βιβλίο «Το ελληνικό τραύμα»; «Σπασμωδικά» θα μπορούσε να πει κάποιος, «με βάση παλιότερα άρθρα». «Σε όλη τη μεταπολίτευση», θα απαντούσε ένας άλλος. «Μη λέτε ότι θέλετε, αυτό είναι ένα κολλάζ», φώναξε μια κοπέλα. «Μα καλά δεν βλέπετε;» Αναφώνησε μια μεσόκοπη κυρία με κρητική προφορά, «ο άνθρωπος γράφει από τον καημό του». - Δηλώνεται ήδη από τον τίτλο αλλά είναι πάντα τόσο δύσκολο να το παραδεχθεί κανείς, ή να αρχίσει να υποψιάζεται το τραύμα, την πληγή που ώθησε τη συγγραφή αυτών των κειμένων. Γιατρεύει η γραφή καθώς προσπαθεί να ξεδιπλώσει τον πόνο, να δικαιολογήσει τη φυγή, να μιλήσει για την έλλειψη; Ο συγγραφέας το δίχως άλλο προσπαθεί να πάρει θέση. Ψάχνει να αντικρίσει άλλες παλιότερες να συγκρίνει, να επαληθεύσει, να αναιρέσει, να αξιολογήσει, να παραδεχθεί αδυναμίες, ενοχές, να διαπιστώσει αν έχει ξεστρατίσει. - Κάτι που έχουν σχεδόν αναγκαστικά τα τραύματα είναι πως προέκυψαν από ατύχημα, δεν ήταν σχεδιασμένα. Και αυτό το αναπάντεχο, το πάθημα είναι που προσπαθεί με κάποιο τρόπο να γίνει μάθημα. Τα βιβλία και τα έργα προκύπτουν συνήθως από τα πάθη, εδώ από ένα τραύμα, ωστόσο κάπως σχεδιάζονται. Είναι μάλιστα συνήθεια οι δημιουργοί να κρύβουν τα προσχέδια των έργων τους. Αν τυχόν όμως ο συγγραφέας δεν φοβηθεί και μοιραστεί κάποιο από αυτά τα πρώτα «ριζόχαρτα» ή τα πρώτα αρχεία τότε μπορούμε να μιλήσουμε παραπάνω για το «παίδεμα» του συγγραφέα ή αλλιώς για το πάθος που κρύβεται πίσω από τις χαράξεις των λέξεων και των «γραμμών» του. - Κάπου εκεί σε ένα από τα προ-σχέδια του «τραύματος» έπαθα ένα μικρό σοκ, όταν αποκαλύφθηκε πως το λυρικό ύφος, το ύφος της γραφής του Α.Α., αυτό που τόσο αγαπώ, δεν ήταν έτσι από πάντα ή δεν ήταν έτσι στα προσχέδια του βιβλίου. Έτσι, στην αρχή αντί για τη συναισθηματική γραφή που τόσο με είχε συγκινήσει υπήρχε μια σειρά από στατιστικές, ποσοστά και νούμερα. «Ποιος ήταν αυτός ο συγγραφέας; Στο πλαίσιο μιας έκδοσης είχε φορέσει και αυτός τα καλά του;» Στη συνέχεια μάλλον με κάποια ευκολία για αυτόν αλλά για εμάς, τους Άλλους, τόση δυσκολία κάποιες στατιστικές και οι ιστορικές αναλύσεις εξαφανίστηκαν ενώ πολλές παντρεύτηκαν με έναν λόγο λυρικό. Το σίγουρο: είχε ληφθεί η απόφαση να μιλήσει ακόμα και για τα αυτονόητα, για αυτά που καμιά φορά δεν τολμούμε να ομολογήσουμε, κάνοντας το βιβλίο σε πολλά σημεία να «ψιθυρίζει» στον αναγνώστη: «Με βλέπεις, προσπαθώ να μη φοβάμαι. Μη φοβάσαι και εσύ». - Οι ατομικοσυλλογικές πτυχές, που αποκαλύπτονται στο βιβλίο αυτές που καλείται ο αναγνώστης να παραδεχθεί, ευτυχώς δεν έχουν να κάνουν με τον «καθρέφτη» του κάθε Ράμφου ή με άλλες ηθικοπλαστικές προσεγγίσεις του στυλ «φορτώνω ενοχές» κριτικές ή την κριτική τάση που χαρακτηριστικά ονομάζει «στη χώρα του χωσέ». - Είναι δύσκολο μα μάλλον εξαιρετικά πετυχημένο πως μέσα από μια διαδικασία κυκλώνει ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας, πως συμφιλιώνει και παρουσιάζει το ατομικό αδιαίρετο του συλλογικού και αντίστροφα, πως ψαχουλεύει την ψυχοσύνθεσή μας για να μας ξεκαθαρίσει ακόμα και εκείνα τα κομματάκια που πονάνε. Έτσι, διαβάζοντας σιγά-σιγά χωρίς να το καταλάβω, παράγραφο-παράγραφο, σταδιακά βρέθηκα να παραδέχομαι μια σειρά από γεγονότα, αλλά και να νιώθω καλά για πράγματα που είχα νιώσει παλιότερα αλλά δεν είχα τολμήσει να πω. Κάπου δηλαδή ένιωσα πως «ρε τότε δεν ήμουν τρελή, τα ένιωθαν και άλλοι, τα ζούσαν και άλλοι αυτά που μου συνέβαιναν». Μένει βέβαια εκείνο το παράπονο, η απορία «γιατί τότε δεν μιλήσαμε;» Έρχονται, λοιπόν, οι λέξεις να ερμηνεύσουν πως η σιωπή, οι φωνές που χάθηκαν έγιναν τραύμα και αν θέλετε να επιβεβαιώσουν εκείνα τα προφητικά λόγια του Καστοριάδη, ήδη από τις αρχές του 1980, για τον αφανισμό των χαρακτηριστικών της ελληνικής ψυχοσύνθεσης. - Υπάρχει, ωστόσο, ένα κομμάτι του βιβλίο για το οποίο δεν είναι εύκολο να μιλήσει κάποιος. Για αυτό το κομμάτι θα ήθελα να δανειστώ λίγες από τις λέξεις του Μπλανσό, του Μπαρτ ή του Βαλερύ και να μιλήσουν αυτοί που ξέρουν παραπάνω για το ύφος της γραφής του. Για αυτή τη γραφή που επικαλείται την απουσία του συναισθήματος και την ίδια στιγμή το καλεί-προσκαλεί. Που δεν φοβάται να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο, που είναι τόσο αξιοζήλευτη σε πολλά σημεία, κατά βάση γιατί δεν φοβάται, δεν φοβάται να αποκαλύψει τις αδυναμίες της. Αυτή που σε γεμίζει με ένα «ναι ρε φίλε», με αρκετά «νιώθω», μέχρι την ανάγκη για «αθώωση». Για εκείνη τη σειρά αναλύσεων που ψάχνει τις κατάλληλες λέξεις όχι με βάση την ορθή λογική και τα ρασιοναλιστικά επιχειρήματα για να μιλήσει για μια πιθανή συσχέτιση με εκείνο το κομμάτι που χάσαμε. Εξάλλου υπάρχει ανάμεσα στις σελίδες και αυτή η φοβερή υπόθεση, που χρησιμοποιεί ο Α.Α., θα λέγαμε σαν επικούριος υλιστής, πως «Η λογική ξεκινά από τον έρωτα» αλλά και πως στον ίδιο τον έρωτα ζητείται η επούλωση του τραύματος. - Στην εμπειρία ενός ακραίου συμβάντος, όπως αυτό του έρωτα. Εκεί αρχίζει η λογική, υποστηρίζει. Μοιάζει έτσι και το τραύμα με ένα συμβάν που αναγκαστικά μετατοπίζει, αποκαλύπτει ένα όριο που αν το σπάσεις παύεις να είσαι εσύ, που σε αποσπά από το δικό σου κόσμο, μια πρόσκληση στη γέννηση κάτι καινούργιου, που κάνει τον κόσμο Φαινόμενο, που τον αποκαλύπτει. Το τραύμα ίσως ακριβώς επειδή πια δεν μπορούμε να το αρνηθούμε αποκαλύπτει, ανοίγει, είναι «Σαν μια ρωγμή για να μπει το φως». - Και έτσι σε αυτή τη θεωρία περί τραύματος-έρωτα, μοιάζει όταν τα δάκρυα του «έρωτα», εκείνα τα «μάτια», οι οπές που ξαφνικά αναβλύζουν δάκρυα, εκείνο το σώμα που ανοίγει, όταν οι ζεστές σταγόνες κυλούν καθώς αντικρίζουν το τραύμα τους, την μεγάλη τους απώλεια να έχουμε / έχει περάσει στην άλλη πλευρά, προς την αποδοχή και ίσως τη θεραπεία. Και θα ήταν η θεραπεία πιο πετυχημένη και το βιβλίο ακόμα πιο πετυχημένο, αν ήμασταν έτοιμοι για περαιτέρω ρήξεις, ρίσκα ή παίρναμε κάτι από την τόλμη του να αντικρίσουμε τα τραύματα και να ανοιχτούμε σε εκείνο το πέλαγος, στην άκρη της θάλασσας με το οποίο έτσι παράδοξα τελειώνει το βιβλίο εκεί που δεν ξέρεις αν είσαι ναυαγός, προς τα πού να γύρεις, «ποια έπιπλα να πάρεις μαζί σου;» και τι αξία έχουν και τα έπιπλα εδώ που τα λέμε; - Μοιάζουν εκείνα τα έπιπλα περισσότερο με σχεδίες, σε μια ασυνάρτητη διαλυμένη σουρεαλιστική εικόνα, όπου το ταξίδι έχει πια ξεκινήσει και όπου δεν χρειάζονται πλέον τόσες δικαιολογίες για να παραδεχθεί κανείς πόσο πληγωθήκαμε, πόσο πληγωμένοι είμαστε ή πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε. - Και αν κάθε κριτική που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να περιέχει μια επίκριση, ένα αρνητικό σχόλιο, τότε θα λέγαμε πως το βιβλίο αποκαλύπτει πως Ναι, υπάρχει ανάγκη για περισσότερη, ακόμα πιο επεξεργασμένη, συναισθηματική γραφή. -

[Εξώφυλλο & βιβλιοκριτική ανθόκοσμος]

 

[I.S.B.N.: 978-618-5228-10-1]

Απόστολος Κιλεσσόπουλος,
ΤΟ ΚΕΝΟ ΑΝΑΜΕΣΑ
Δοκιμιακή μυθιστορία περί τέχνης



Βιογραφικό
Ζωγράφος, συγγραφέας, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ο Απόστολος Κιλεσσόπουλος σπούδασε στη Γερμανία, στην Ιταλία και στην Αθήνα, αρχιτεκτονική, σκηνοθεσία θεάτρου-όπερας, κινηματογράφο. Υπότροφος της ιταλικής κυβέρνησης στη Ρώμη και του Ιδρύματος Fulbright στο Σικάγο. Δίδαξε κινηματογράφο στη Σχολή θεάτρου- κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, ζωγραφική ιδιωτικά και σε σεμινάρια διαφόρων ιδρυμάτων. Ζωγράφισε τις δυο μεγαλύτερες τοιχογραφίες στην Ελλάδα: εξωτερική, στο αμφιθέατρο της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ., και εσωτερική, στο κτήριο διοίκησης του Α.Π.Θ. Έχει πραγματοποιήσει 39 ατομικές εκθέσεις, 8 από τις οποίες ήταν αναδρομικές, στην Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Η.Π.Α., και έχουν κυκλοφορήσει 7 εκδόσεις τέχνης για το έργο του. Δίνει διαλέξεις για το έργο του και για γενικότερα θέματα τέχνης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έχει φιλοτεχνήσει λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές εκδόσεις. Δημοσιεύει δοκίμια και μελέτες του σε περιοδικά λόγου και τέχνης από το 1987. Κυκλοφορούν τα ακόλουθα βιβλία του: Η δική μου Διοτίμα (εκδ. του Εντευκτηρίου, 2004), Οι αβάσταχτες Κυριακές της ζωγραφικής, δοκιμιακή μυθιστορία περί τέχνης (εκδ. Νησίδες, 2009), Το κενό ανάμεσα (εκδ. Νησίδες, 2016), Το αίνιγμα της τέχνης αντιστοιχεί στο αίνογμα που είναι ο άνθρωπος. Δοκίμια για την τέχνη (εκδ. Νησίδες, 2017).

Έγραψαν για τα έργα του Απόστολου Κιλεσσόπουλου
Μέσα στην –εξ ορισμού– αυθαίρετη δοκιμιακή του μυθιστορία ο Κιλεσσόπουλος καταφέρνει να αναπλάσει, με αμεσότητα αλλά και κρυπτογραφικά και αξεχώριστα, τον κόσμο, την πεπερασμένη ζωή του και το απέραντο έργο του σε ενιαίο σφαιρικό όλον, ζυμωμένο με ποίηση, φιλοσοφία και στοχασμό, και την αυτονομία τής πάντα πρωτοπόρας διάνοιάς του που, καθώς ο ίδιος ομολογεί, δεν του επιτρέπει να ταυτιστεί με καμιά από τις γοητευτικές και κάποτε «αιμάσσουσες» αντανακλάσεις του.
Αθανασία Τσατσάκου
Καθηγήτρια Γαλλικής Λογοτεχνίας, Αντιπρύτανις Α.Π.Θ.


Είναι αρετή του έργου να διαλέγεται με τις διάφορες περιοχές του πνεύματος. Οι αληθινοί ποιητές μας ζωγραφίζουν με λέξεις τη μουσική ενέργεια της ψυχής τους. Άλλωστε, γράφω σημαίνει ζωγραφίζω. Αυτό δεν κάνει και ο Κιλεσσόπουλος;
Χρίστος Τσολάκης
Ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ.


Εγώ, μελετητής των έργων σας, δεν ξέρω να είμαι. Γνωρίζω όμως πώς να φερθώ στους κραδασμούς που προκαλούν στην απάθειά μου: μαγευόμενη. Από τι δεν ξέρω και ούτε με νοιάζει να το ονομάσω. Αυτό που νοιώθω έχει τόσο εύρος, σάμπως μάλιστα εξ αιτίας της ανωνυμίας του. Επομένως η κριτική μου αρκείται στην εκθάμβωσή μου. Δεν διαβάζω τα έργα σας, ούτε τα ταπεινώνω με παρανάγνωση. Είμαι απλώς ένας κατάσκοπος του μυστικού τους, αποτυχημένος μεν φωναχτά, αλλά σιωπηλά κερδισμένος. Εξαγνίσατε το μικρό διάστημα που ανήκει στη ζωή μας. Και είναι έξοχο και συγκλονιστικό ότι η τέχνη σας, υψηλή και σοφή, δεν επέτρεψε στην αναπαράσταση –αδέξια ας πω– αυτής της συντομίας που τόσο με πονάει, να εισχωρήσει ίχνος απειλητικής μαυρίλας ή αρπαχτικού, γαμψού υπαινιγμού.
Κική Δημουλά
Ποιήτρια, Ακαδημαϊκός


Έχοντας διαβάσει τα βιβλία του Απόστολου Κιλεσσόπουλου κράτησα μια πολύ καλή εντύπωση, αμετάβλητη και σταθερή. Με κέρδισε η κάθε λέξη του. Μετανιώνω που δεν κράτησα μολύβι ώστε να σημειώνω ό,τι ιδιαίτερα με ενδιέφερε. Πάντως σημασία έχει ότι σ’ αυτές τις τόσο αξιόλογες εργασίες του, μέσα από τις σκέψεις του για την τέχνη ξεπηδά ό,τι πιο ουσιαστικό, και μάλιστα πιο ζωντανό, γιατί είναι κομμάτι εμπειρίας και πόνου.
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Ποιητής


Αν η ελληνική ζωγραφική σάς οφείλει πολλά –και είμαι βέβαιος, ότι στο μέλλον θα σας οφείλει περισσότερα– ας μου επιτραπεί η διατύπωση της γνώμης πως τα βιβλία σας είναι επίσης πολύτιμα αποκτήματα για τα ελληνικά γράμματα. Μέσα από τη μαεστρία της γλώσσας, που ενίοτε, εξαιτίας της ώθησης του ορθού λόγου στις πιο ακραίες συνέπειές του, οδηγούν σε μια μορφή κειμένου όπου υπερβαίνεται η λογοτεχνία για να αναδυθεί ένα νέο είδος, στο οποίο συνυφαίνονται το βάθος της φιλοσοφίας, η καθαρότητα των μαθηματικών και η ελευθερία της ποίησης.
Σπύρος Καρυδάκης
Συγγραφέας


Τόσο ο εικαστικός όσο και ο γλωσσικός χρωστήρας σας, διαπερνούν το μυστικό της εποχής μας αφήνοντάς το ανοιχτό.
Κώστας Αξελός
Φιλόσοφος


Κείμενο οπισθόφυλλου
Σηκώθηκε, την πήρε απ’ το χέρι, την τράβηξε στο μπαλκόνι. «Κοίτα ψηλά, τι βλέπεις;» τη ρωτά. «Τον ουρανό, τι άλλο; Ασυννέφιαστος σήμερα, πεντακάθαρος», απαντά η Ελένη σα μικρό παιδί στον δάσκαλο που το παίζει παιδί. Ο Πανώρας χαμογελά, περνά το χέρι στον ώμο της, της ψιθυρίζει στο αυτί σαν ερωτευμένος στην πρώτη του εξομολόγηση: «Αν δεν γνωρίζαμε την ανέφελη νύχτα, αν βλέπαμε μόνο το γαλάζιο που μας σκεπάζει, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πως πέρα απ’ αυτό απλώνεται το άπειρο, οπότε δεν θα είχαμε μέτρο να μετρηθούμε ούτε να μετρήσουμε παρά μόνον εκείνο του μικρόκοσμού μας, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, περιέχει κι αυτός όχι μόνο τη γεύση μα και τη δομή του απείρου, πώς αλλιώς. Μόνο που δίχως την πλήρη εικόνα είναι αδύνατο να εννοήσουμε καλά ακόμα κι αυτό. Μηρυκάζουμε βέβαια τα λόγια του ποιητή που λέει πως είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των ονείρων, ενώ δεν μας πάει ο νους στο γεγονός πως και τα όνειρα είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, πες το αστερόσκονη, απ’ την οποία είμαστε φτιαγμένοι.» Την κοίταξε στα μάτια: «Παρ’ όλη την προσπάθεια να σε παρασύρω στο σύμπαν, βλέπω πως σκάλωσες στη σκόνη, σ’ ενοχλεί η λέξη, έστω και ως δεύτερο συνθετικό της ποιητικότατης αστερόσκονης. Όμως, ό,τι ξεστόμισα το έκανα για να ενθαρρύνω τον από δική μου υπαιτιότητα πληγωμένο ιδεαλισμό σου, όσο και για να υποκλιθώ μπροστά του. Είχα λησμονήσει πως ο εγκέφαλος λειτουργεί σύμφωνα με τον τρόπο που δραστηριοποιείται το σύμπαν, μέχρι που σήμερα, πρωί-πρωί με την αυγούλα, επέστρεψαν τα λόγια στον νου μου, λόγια ενός άλλου, όχι δικά μου.»

 

[I.S.B.N.: 978-618-5228-08-8]

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΛΕΦΑ,
Ο κοιτώνας,
40 σελ.



Το όγδοο βιβλίο με μικρά πεζά της Δέσποινας Λέφα.

«Δέσποινα Λέφα, η Λογοτέχνις με τον εκρηκτικό λεκτικό πυρηνίσκο, την ανταριασμένη γραφή των καινοτόμων λέξεων και των εξωκοσμικών λεκτικών συνδυασμών, που οδηγούν στην ρωγμή του αναναμάρτητου οξειδωμένου λογισμού.»

Από τα Προλεγόμενα του Κων. Γεωργίου, Συγγραφέα, πρώην Προέδρου της Π.Ε.Λ.

 

[I.S.B.N.: 978-618-5228-09-5]

Ξενοφών Μαυραγάνης,
ΤΟ ΟΥΖΕΡΙ,
αφήγημα,
104 σελ.

(έκδοση στην οποία συνεργάστηκαν οι ΝΗΣΙΔΕΣ και η ΛΕΣΧΗ ΠΛΩΜΑΡΙΟΥ ΒΕΝΙΑΜΙΝ Ο ΛΕΣΒΙΟΣ).



Εξ αρχής θεωρήθηκε ως χώρος μακράν της αξιοπρεπούς διαβι- ώσεως των φρονίμων και σοβαρών νοικοκυραίων κείμενος, ως τόπος απαγορευμένος για εμφορούμενους από υγιείς αρχές αν- θρώπους, δηλαδή, μ’ ένα λόγο, ως τόπος απωλείας ψυχών της μικρής μας πόλης. Ίσως και γι’ αυτό, όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο άνοιξε τις πύλες του, δεν πραγματοποιήθηκε ο κατά τα ειωθό- τα καθιερωμένος αγιασμός, για να πάνε καλά οι δουλειές. Το αν κλήθηκε και αρνήθηκε (απίστευτο, πάντως) να παρευρεθεί ιε- ρέας ή δεν κλήθηκε παντάπασιν, δεν έγινε γνωστό. Το σίγουρο είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχές Φεβρου- αρίου του 1952, τέτοιο μαγαζί δεν είχαμε ξαναδεί. Και μάλιστα με το παράξενο για μας όνομα ΟΥΖΕΡΙ.

Τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη τον γνώρισα μέσα από τον «Φιλόλογο». Τον είχαμε καλέσει να μας μιλήσει για το βιβλίο που μέχρι τότε είχε δημοσιεύσει. Το βιβλίο του μου είχε αρέσει. Έτσι, όταν μας έστειλε τα δύο επόμενά του, Ψάρι με κεφάλι και ουρά το ένα και το άλλο Προς το παρόν υγιαίνω, με πολλή χαρά έγραψα μια μικρή βιβλιοπαρουσίαση στον «Φιλόλογο», στο τ. 157 του Ιουλίου-Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2014. Να αναφέρω και το τέταρτο βιβλίο του με την ευκαιρία, την Ανισαμιά, όλα στις εκδ. Νησίδες. Πριν λίγο καιρό ένα τηλεφώνημα και μια ευγενική πρόσκλησή του στάθηκαν η αφορμή για να είμαι απόψε μπροστά σας και να μιλώ για το καινούριο του βιβλίο, Το Ουζερί. Δεν ξέρω πόσοι έχετε διαβάσει τα βιβλία του. Στην πρώτη συγκέντρωση της χρονιάς της Εταιρείας μας είχαμε την ευκαιρία να τον ακούσουμε να μας διαβάζει ένα μικρό διήγημά του. Και θυμάμαι πως στο τέλος όλοι τον χειροκροτήσαμε ζωηρά. - Ο Ξενοφών είναι Πλωμαρίτης. Όλα τα βιβλία του αποπνέουν αύρες και μυρωδιές του νησιού του, που ανακατεύονται συχνά πυκνά με την ντοπιολαλιά του νησιού του, και το αποτέλεσμα γίνεται ένα εκρηκτικό μείγμα που μαγεύει και παρασύρει σε ταξίδια του νου που ξεκουράζουν και καταπραΰνουν όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη. Είναι ένας λάτρης και πιστός προσκυνητής της γενέθλιας γης. Κι όταν δεν είναι εκεί, την ονειρεύεται ακόμα και ξύπνιος. Στην προσπάθειά του να μας παρουσιάσει την πόλη του από τις αρχές της δεκαετίας του 1950, παίρνει ως αφορμή τη δημιουργία ενός μαγαζιού με το πρωτοφανέρωτο εκεί όνομα Ουζερί. Με κέντρο το Ουζερί ξετυλίγεται η μνήμη του αλλά και πλέκεται το αφήγημά του. Έτσι το ονομάζει. Τα άλλα είναι θέματα των γραμματολόγων και των κριτικών. Μόνο που για να μπορέσει να φωτίσει καλύτερα την πρώτη δεκαετία μετά τον Εμφύλιο, εμείς τώρα τον λέμε έτσι, τότε ήταν συμμοριτοπόλεμος, ανταρτοπόλεμος με εαμοβούλγαρους και άλλα τέτοια, κάνει μερικά αναγκαία φλας-μπακ, πισωγυρίσματα της μνήμης, για να δούμε την πρότερη πολιτεία μερικών από τους χαρακτήρες της μικρής του πολιτείας. - Μια αστυγραφία και μια ανθρωπογεωγραφία του Πλωμαρίου με πολλή αγάπη και σεβασμό προς άτομα και την πόλη του, θα λέγαμε πως είναι το αφήγημά του. - Ο Μαυραγάνης έχει δει τα πάντα και τα έχει χαρτογραφήσει με κάθε λεπτομέρεια. Η παρατηρητικότητά του και η καταγραφική του δεινότητα τον κατατάσσουν στη χορεία των καλυτέρων γεωγράφων. Σου δίνει την εντύπωση ότι έχει ζήσει πολλές ζωές, μία σε κάθε γειτονιά, πλατεία και δρόμο της πόλης του. Αναγνωρίζει τις μυρωδιές των σπιτιών, τις μυρωδιές των ανθρώπων, τις μυρωδιές της μνήμης, τους τοπικούς κώδικες, τα σημεία αναφοράς κάθε γειτονιάς και πλατείας από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν ίσως το έργο «επίσκεψιν πόλεως» ή «εγκώμιον», αλλά νομίζω πως ο όρος «αστυγραφία» είναι απόλυτα κατανοητός. Δεν ξέρω αν το έχει η περιοχή, εκεί στα ανατολικά θαλάσσια σύνορά μας, οι άνθρωποί της να έχουν περισσότερο αυτήν τη δωρεά να μας μεταφέρουν με τόση ενάργεια και ποιητικότητα την περιγραφή της ιδιαίτερης πατρίδας τους. - Λέμε συχνά πως ήταν τυχερός ο Φώτης Κόντογλου, που έζησε σε μια πόλη σαν το Αϊβαλί, κι ακόμα πιο τυχεροί εμείς που ένας Κόντογλου έδωσε λαλιά στο Αϊβαλί και μας έκανε να γνωρίσουμε κάθε πέτρα και κάθε ψαροσπηλιά, να ζήσουμε τους άγριους αέρηδες και τις φουσκοθαλασσιές της πατρίδας του. Ό,τι κάνει σήμερα και ο Μαυραγάνης. Για να περιοριστώ σε εκείνα τα μέρη. Διότι έχουμε, ευτυχώς, και σε άλλα μέρη της πατρίδας μας ανθρώπους που με τα γραπτά τους ύμνησαν τη γενέθλια πόλη. Περιορίζομαι πρώτα στην πόλη μας, αναφέροντας τον Γιώργο Ιωάννου και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, καλή του ώρα, και ύστερα στην ιδιαίτερη πατρίδα μου [Φλώρινα] αναφέροντας τον Μίμη Σουλιώτη. - Θέλω να αναφερθώ σε δύο ακόμα θέματα: τη γλώσσα και το εξώφυλλο. Ο Μαυραγάνης έχει μεγάλη γλωσσική προίκα. Αφενός είναι καλός δικηγόρος και δημοσιογράφος, αλλά και καλός συγγραφέας. Είναι σε ένα μεγάλο ποσοστό και Σαλονικιός, ζει στη πόλη των προσφύγων και κατάγεται από ένα νησί που έπαιξε και παίζει και σήμερα ακόμα καίριο ρόλο στο θέμα της προσφυγιάς. Άρα η ντοπιολαλιά του δεν αποξενώθηκε στην πόλη που ζει, αντιθέτως πιστεύω πως εμπλουτίστηκε αυτή του η προίκα. Βέβαια θέλω να καταθέσω και κάτι άλλο: με την πρώτη παράγραφο του αφηγήματός του που θα διαβάσει κάποιος, αμέσως το μυαλό του πάει σε έναν άλλον νησιώτη των γραμμάτων μας, στον κυρ Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τη γλώσσα και το ύφος του. Ελπίζω να μην έχω μόνο εγώ αυτήν την εντύπωση, που με έκανε να κλείνω τα μάτια και να το διαβάζω περιτρέχοντας ανά τας αγυιάς και τα ρύμας και τους αιγιαλούςς της Σκιάθου, μια και στο Πλωμάρι πήγα μόνο για μια μέρα και δεν το γνωρίζω καλά. Ενώ το υπόλοιπο νησί μού είναι αρκετά οικείο από δυο μεγάλους συμπατριώτες του, τον Αργύρη Εφταλιώτη και τον Στρατή Μυριβήλη. - Το εξώφυλλο, το εμπροσθόφυλλο, καθώς το αντικρίζεις, το μυαλό σου πηγαίνει κατευθείαν σε ετικέτα πάνω σε περίτεχνο μπουκάλι με ούζο Πλωμαρίου. Νά μια άλλη απόδειξη πως ο Μαυραγάνης δεν έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο που τον δένει με την πόλη του. Και αυτό, για μένα, τον τιμά. Δεν είναι λίγοι που έχουν τύψεις συνείδησης γιατί επέλεξαν να φύγουν, χωρίς γυρισμό, όχι μόνο σωματικά εννοώ, από την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Όμως στην ουσία κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει. Είναι σαν να μας εκδικείται και συχνά πυκνά ξεπροβάλλει μέσα στα γραπτά μας και ζητά το μερίδιό της. - Μέσα από το Ουζερί ακτινογραφεί την ιδιαίτερη πατρίδα του ο συγγραφέας. Ζωντανεύει μνήμες από το παρελθόν και τις εναποθέτει σαν σε ένα εικόνισμα για να τις θυμούνται και να τις τιμούν οι συμπατριώτες του. Ονόματα ανθρώπων μνημονεύονται, ζώντων και τεθνεώτων, δρόμοι και πλατείες, μαγαζάτορες, επαγγέλματα, ακρογιαλιές και λιμάνια, σπίτια νεοκλασικά, άνθρωποι που χρωμάτισαν τη ζωή της πόλης, και όχι κατ’ ανάγκη, όπως λέμε σήμερα, μόνο επώνυμοι, αλλά και απλοί, απλοϊκοί άνθρωποι, ξωμάχοι της ζωής. Όλοι τους συναποτέλεσαν αυτόν τον ανθρωπογεωγραφικό πίνακα του Πλωμαρίου που μας ζωγραφίζει ο Μαυραγάνης. Επιχειρεί και το πετυχαίνει αφήνοντας στη μνήμη των συμπολιτών του ανθρώπους, κτήρια, ονόματα επαγγελμάτων και διάφορων περιστατικών και καταστάσεων παντοτινή παρακαταθήκη και προίκα. - Όλους τους περιγράφει με τα παρατσούκλια τους ή με τις ιδιότητές τους και τα επαγγέλματά τους, φαρμακοποιοί, γιατροί, άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να γίνεται αντιληπτό ξεκάθαρα ποιοι είναι. Μόνο για τους γνωρίζοντες την εποχή εκείνη. Αυτό το κάνει, όπως είπαμε και πριν από σεβασμό στη μνήμη τους, ή αν ακόμα είναι εν ζωή, για να μην τους εκθέσει. Όμως θα ήθελα να τον ρωτήσω, μετά από κάποιες γενιές ποιος θα αναγνωρίζει την κυρία Ειρήνη την ασπρορουχού, τον Χριστό με τον Κουμπούρα, τον γλωσσομαθή κύριο Σπύρο, τη Βασιλική με το ξενοδοχείο, τον Σιδερή τον ψιλικατζή, το ρακαδιό του Μαϊμπή, τον κύριο Τάκη τον έξι παρά πέντε, τον λαϊκό ποιητή που επισκεπτόταν με άδεια του Υπουργείου τα σχολεία, τη δασκάλα Κωνσταντία, τον ντελάλη βρακοφόρο μπάρμπα Κωστή τον «Μπαμπούκ», τον δρ Ευστάθιο, το καφενείο Μπουζουγάνη και τον ρόλο του, τον Κώστα «το δυόμισι», τον παπα-Θανάση, τα «Καντνέλια» (την Κατίνα και την Αμερισούδα), τους μικροπωλητές Μάρκο, Φώτη, και Αριστείδη τον ντιν-νταν, τον Μανώλη Ψ. τον Ντα, τον γιατρό τον Φώτη με τις ενδοφλέβιες ενέσεις στις κυρίες, αλλά και περιοχές όπως τη Μαρμάρα, τα Μανιάτικα, την πλατεία του Λιμανιού ως γήπεδο, τη γέφυρα του Ξυδιά, την πλατεία Πλατάνου, την Κεντρική Αγορά, την περιοχή «Άνθη» με όσα θύμιζε από την εποχή του ΕΑΜ, το Αγρονομείο με τον ρόλο που έπαιξε για τον χαρακτηρισμό των πολιτικών φρονημάτων, το χοροδιδασκαλείο του Τσάκωνα, τα «Αλμπάνικα», το καφενείο «παράγκα», διάφορα περιστατικά και καταστάσεις όπως με τα «αραμπαδέλια» και τον μαραγκό τον Μανώλη τον φερετροποιό, με την ΟΥΝΡΑ κ.ά. που τόσο περίτεχνα αφηγείται, και που το καθένα θα μπορούσε να γίνει ένα μικρό διήγημα. - Ακόμα και έτσι ο Μαυραγάνης τα διέσωσε στη μνήμη, και αυτό, κατά την άποψή μου, είναι πολύ σπουδαίο. Εξ άλλου μιλάμε για λογοτεχνία, όχι για ιστορία, αν και θα ήθελα να μπορούσε να γίνει το βιβλίο αυτό βιβλίο αναφοράς τώρα του πρόσφατου παρελθόντος και μετά από χρόνια του απώτερου παρελθόντος. - Αλλά και ονόματα ανθρώπων με θετική προσφορά, άτομα που θα λειτουργούσαν ως πρότυπα, όπως του Γυμνασιάρχη, που το μόνο του αμάρτημα ήταν πως ανέβαινε στον γάιδαρό του και τον χρησιμοποιούσε στις δουλειές του, κάτι «που προσδίδει απαξίαν εις το αξίωμά του και δέον να αποφεύγεται» έγραψαν στο χαρτί που του κοινοποίησαν μετά τις καταγγελίες κάποιων, ή για άλλους εκπαιδευτικούς που διακρίθηκαν για την προσφορά τους. Αλλά και τον συντοπίτη βουλευτή και υπουργό δεν τον αναφέρει ο Μαυραγάνης παρά μόνο με το μικρό του όνομα, ο κυρ Δημήτρης. - Ίσως μόνο το όνομα της της κ. Χρύσας Προβατοπούλου, της αρχόντισσας με τα πολλά ελαιόδενδρα, να είναι αληθινό, αλλά σίγουρα του στρατηγού Οπρόπουλου είναι αληθινό, και το περιστατικό αυτό μου ήταν άγνωστο… - Όσο για τους θαμώνες του Ουζερί του Αχιλλέα ή του Βάσου, συνήθως άνθρωποι με ιδιαίτερα βεβαρημένο παρελθόν, γίνεται περισσότερο αναφορά τονίζοντας τα αρνητικά τους, αλλά και τη ζήλεια κάποιων άλλων για την μποέμικη ζωή τους. Αναφέρονται ο Φόρης με τα στεγνοκαθαριστήρια, ο συμβολαιογράφος κύριος Ταξιάρχης, ο γιατρός ο Φώτης, ο έμπορος ελαιολάδων Μήτσος, ο Μένιος ο επιλεγόμενος δάσκαλος, ο Μανώλης ο Κρητικός, ο Γιώργος ο τραγουδιστής και κανταδόρος, ο Γιώργος ο γαλλομαθής, ο κυρ Γιώργης ο κατ’ εξοχήν αίτιος της κακής φήμης του Ουζερί, κάποτε και βουλευτής των Φιλελευθέρων στην εποχή του Βενιζέλου. Ο Αχιλλέας μετά από λίγα χρόνια έφυγε στην Αφρική, όπου, όπως φαίνεται, κατέφευγαν πολλοί Πλωμαρίτες (για να κάνουμε και μια αναφορά εκτός βιβλίου, μάθαμε πως ένας από τους πρώτους προσωπάρχες του νέου Προέδρου Τραμπ έχει καταγωγή από το Πλωμάρι από την πλευρά της μάνας του που ζούσε στο Σουδάν. Μιλάμε για τον Ράιαν Πρίμπους, από την οικογένεια Πιτσιλαδή, η μητέρα του ονομάζεται Δήμητρα, Ρούλα). - Μέσα από την ιστορία του Ουζερί ο Μαυραγάνης μας έδωσε εκτός από την αστυγραφία και ανθρωπογεωγραφία της ιδιαίτερης πατρίδας του, και μια κοινωνιολογική ανάλυση της πόλης του τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Μόνο όσοι από μας καταγόμαστε από μικρές και κλειστές πολιτείες, έχουμε αντίστοιχες μνήμες και εμπειρίες και οι κεραίες μας είναι ίσως λίγο πιο ευαίσθητες συγκριτικά με άλλων που δεν έζησαν τη μιζέρια και την ανέχεια της εποχής μετά το 1950 και την περασμένη εβδομηκονταετία. Μέσα σ’ αυτό το χρονικό διάστημα έγιναν τόσες αλλαγές όσες δεν έγιναν για αιώνες. Και βέβαια η συμβολή του Μαυραγάνη ως ενός ιδιαίτερα ενεργού πολίτη στα δρώμενα όχι μόνο της πόλης του, αλλά ολόκληρης της χώρας, έχει τη δική του θεώρηση μέσα από τους αγώνες που έχει δώσει από τα φοιτητικά του χρόνια μέχρι σήμερα. - Στο αφήγημά του το Ουζερί λειτουργεί ως αφορμή για να μιλήσει για το Πλωμάρι. Το Ουζερί διατρέχει όλο το αφήγημα, τα πάντα γράφονται και περιγράφονται με αναφορά και κέντρο το Ουζερί. Λέτε η επιλογή του ρακαδιού Ουζερί να μην επιλέχθηκε σαν μια ευκαιρία, θεμιτή πάντως, για να μιλήσει για το κύριο εξαγωγικό προϊόν της ιδιαίτερης πατρίδας του; Ηθελημένα ή όχι, το πέτυχε. Και δείχνει γιατί οι συμπατριώτες του τον εκτιμούν και τον ονομάζουν ευπατρίδη. - Το Πλωμάρι, λοιπόν, είναι μια μικρογραφία της Ελλάδας, για να μην πω όλου του κόσμου, και με αυτήν την οπτική μπορεί να το διαβάσει ο καθένας και να πάρει τα όποια μηνύματα του συγγραφέα κοντά στα όσα είπαμε για το βιβλίο του. Να είναι καλοτάξιδο, και γρήγορα να μας δώσει και το έκτο πνευματικό παιδί του. Τελειώνοντας, θέλω να σας ευχαριστήσω που με ακούσατε. Να ευχαριστήσω τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη που με τίμησε με την πρόσκλησή του, και να του πω πως αν δεν μπόρεσα, έστω για λίγο, να σας μεταφέρω αυτή την αύρα του βιβλίου του και την αγάπη του για το Πλωμάρι, αυτό βαρύνει εμένα και όχι το βιβλίο του.

- Πέτρος Μπέσπαρης, φιλόλογος-λογοτέχνης, εκδήλωση στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης στις 3 Φεβρουαρίου 2017. -

Η μικρή μας πόλη - Σκηνές, εικόνες και ακούσματα από το Πλωμάρι, τη μικρή πόλη της Λέσβου, με αφετηρία και έναυσμα «το Ουζερί», ένα μαγαζί που άνοιξε το 1952 ως μια νεωτερική εκδοχή του παραδοσιακού καφενείου και συντάραξε συθέμελα τα χρηστά ήθη της συντηρητικής και αξιοπρεπούς νησιωτικής κοινωνίας, συγκεντρώνοντας στις ουζοποσίες και στα ολονύχτια γλέντια του, πάντοτε μετά μουσικής, θεαμάτων και εκλεκτών εδεσμάτων, τους οπαδούς της ευζωίας και των πιπεράτων απολαύσεων. - Ο συγγραφέας αποφεύγοντας τις μελίρρυτες εξιδανικευτικές αναπολήσεις, περιγράφει με οξυδέρκεια, λεπτή ειρωνεία και διεισδυτικό πνεύμα την κοινωνική διαστρωμάτωση, που εμφανίζεται στη γενέτειρά του τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια, εστιάζοντας στις οξυμμένες αντιθέσεις ευμάρειας, τρυφηλότητας και ανεμελιάς από τη μια μεριά και απόλυτης ανέχειας, πείνας και ανασφάλειας από την άλλη. Τη δίσεκτη δεκαετία του πενήντα οι γόνοι των πλουσίων οικογενειών του τόπου διαβιούντες υπό την πολιτική προστασία των κυβερνώντων δυνάμεων και την οικονομική κάλυψη των δανείων του Σχεδίου Μάρσαλ και της Ατλαντικής συμμαχίας, παραδίνονταν ανενδοίαστα στην άσωτη ζωή, παρ’ όλο που οι πλουτοπαραγωγικές πηγές του τόπου έφθιναν, οι παραδοσιακές βιοτεχνικές μονάδες παρήκμαζαν και το εξαθλιωμένο εργατικό δυναμικό προσπαθώντας να επιβιώσει κατέφευγε ομαδόν στη μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική. - Το Ουζερί, χώρος μουσικών και γαστριμαργικών απολαύσεων, εισήγαγε για την εκλεκτή του πελατεία εκλεπτυσμένα ξενόφερτα τελετουργικά, όπως τα λευκά τραπεζομάντηλα, τα ατομικά πιάτα και τα κολονάτα ποτήρια με τον πάγο για το ούζο, συγκεντρώνοντας όλους τους αργόσχολους, ράθυμους ηδονοθήρες, εργένηδες και τους ανυπότακτους μπερμπάντηδες οικογενειάρχες της πόλης. Πιστούς και σταθερούς θαμώνες που αναζητούσαν τη νυχτερινή κραιπάλη στη φιλόξενη αγκαλιά των τραγουδιστριών που επισκέπτονταν περιστασιακά το νησί. Ενώ στο μεταξύ οι σαπωνοποιίες της παραλιακής ζώνης οι περίφημοι «σαμπουλχανάδες» ερήμωναν, οι ελαιουργίες υπολειτουργούσαν και σταδιακά λιγόστευαν, οι παραδοσιακοί μαγαζάτορες και οι τεχνίτες εγκατέλειπαν τον τόπο μαγνητισμένοι από τις ευκαιρίες και την απατηλή λάμψη της πρωτεύουσας. Με την πάροδο του χρόνου τα εργαστήρια απόσταξης, τα ρακαδιά έδιναν τη θέση τους στις βιοτεχνίες τυποποίησης και εμφιάλωσης του ούζου και η τουριστική ανάπτυξη έκανε δειλά-δειλά τα πρώτα της βήματα ξενίζοντας μεν βάζοντας σε πειρασμό δε τους αμύητους και ανυποψίαστους νησιώτες. - Ο συγγραφέας με επίκεντρο των αφηγήσεών του το Ουζερί, που άνοιξε μια ωραία ημέρα στην καρδιά της μικρής τους πόλης, δηλαδή στην αγορά με τα παραδοσιακά καφενεία, τα κάθε λογής μαγαζιά και τα ξενοδοχεία, δημιουργεί ένα λογοτεχνικό πανόραμα αναπαριστώντας την ατμόσφαιρα μιας δύσκολης και αντιφατικής εποχής πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών και ανακατατάξεων. Με σημαντικές βιωματικές καταθέσεις κατασκευάζει μια «φυσιολογία» της μετεμφυλιακής νησιωτικής επαρχίας, που προσπαθούσε να ξεχάσει την ήττα, τους εξανδραποδισμούς και τις πολιτικές διώξεις, χαρτογραφώντας με επιμέλεια τα τοπόσημα της ευρύτερης περιοχής και σκιαγραφώντας με οίστρο το ετερόκλητο πλήθος που σύχναζε εκεί. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες του αναφορικά με τις συνήθειες και τις καθημερινές πρακτικές των ενηλίκων αλλά και τα παιχνίδια των παιδιών. Παραστάσεις Καραγκιόζη, δακρύβρεχτα θεατρικά έργα για όλη την οικογένεια από μπουλούκια σε αυτοσχέδιες σκηνές, τυραννικοί σχολικοί εμβολιασμοί, μουρουνόλαδο και κολυμβητικές εξορμήσεις μικρών και μεγάλων με αυτοσχέδια μπανιερά και σωσίβια από νεροκολοκύθες ραμμένες μεταξύ τους, τις περίφημες «γαλιές» στις πεντακάθαρες παρθένες παραλίες. Χαριτωμένα ή θλιβερά περιστατικά με πρωταγωνιστές τους χαρακτηριστικούς θαμώνες του Ουζερί καθώς και τους συνήθεις ιδιόρρυθμους τύπους, τους οποίους η επαρχία βάζει στο στόχαστρο και επιτηρεί με ακοίμητη προσήλωση και ανεξάντλητο κέφι. Όλοι με πρωτότυπα και γλυκόηχα παρατσούκλια της ντοπιολαλιάς να σκιαγραφούνται με σαρκασμό και χιούμορ: Ο αργόσχολος δανδής και ο σοφολογιώτατος δόκτωρ, οι παραδοσιακοί μουσικοί και οι μάστορες των εύγευστων μυρωδικών αποσταγμάτων, ο φερετροποιός και ο αλμπάνης. Η σεβάσμια ελαιοπαραγωγός δέσποινα Χρύσα και η μυστηριώδης ξενοδόχος Βασιλική. Ο χαρισματικός γυμνασιάρχης που ενέπνευσε και γαλούχησε γενιές από φτωχά χωριατόπαιδα, δίνοντας ελπίδα, γνώσεις και ευκαιρίες και στον αντίποδα η μικρόψυχη δασκάλα του δημοτικού που με άκαμπτα ταξικά κριτήρια, μόλις έμπαινε στην τάξη πετούσε έξω τους παρίες, ξεκαθαρίζοντας την ήρα από το στάρι με τη παροιμιώδη φράση: «Κουλούκια, Κουμλιά, Κούτελα, Ντάδες έξω». - Στο βιβλίο του αυτό ο Λέσβιος συγγραφέας Ξενοφών Μαυραγάνης με τη γλαφυρότητα του λόγου και τη γνώση του βιωμένου χρόνου μάς ανεβάζει σ’ ένα από τα αυτοσχέδια ξύλινα καροτσάκια, που έφτιαχναν με πάθος και τέχνη αυτός κι η παρέα του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα περίφημα «αραμπαδέλια», και με μια μικρή σπρωξιά μας στέλνει στις πλακόστρωτες κατηφοριές της μικρής του πόλης, πίσω στην αντιφατική και παράξενη δεκαετία του πενήντα, με τις μεγάλες προσδοκίες και τις μεγάλες διαψεύσεις.

- Η Μαρία Μοίρα είναι αρχιτέκτονας και διδάσκει στο ΤΕΙ της Αθήνας. Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ της 5ης Φεβρουαρίου 2017. -

 

[I.S.B.N.: 978-618-5228-07-1]

Φραντς Κάφκα,
Ο ΠΥΡΓΟΣ
(μυθιστόρημα)
420 σελ.



O Πύργος είναι η διεξοδική περιγραφή μιας γραφειοκρατικής δυστοπίας και της ζωής των ανθρώπων σ' αυτήν.

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-82-2]

Φραντς Κάφκα,
ΑΜΕΡΙΚΗ
344 σελ.



Ο Φραντς Κάφκα (1883-1924)
δεν ταξίδεψε ποτέ πέρα από την Κεντρική Ευρώπη.
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα περιγράφει τη ζωή
του νεαρού μετανάστη Καρλ Ρόσμαν
στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

 

[I.S.B.N.: 978-618-5228-01-9]

Γιάννης Καισαρίδης,
ΑΠΟΤΟΜΗ
μυθιστόρημα, 544 σελ.

Έργα του:
ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ, Εξάντας 1997
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΟΧΕΣ, Κέδρος 2000
ΜΙΣΑΝΤΡΑ, Κέδρος 2005
(Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας).

Υδάτινες μνήμες.

Αποτομή σημαίνει αποκοπή, αλλά και διακλάδωση, διασταύρωση και ενίοτε αποκεφαλισμό. Ο Γιάννης Καισαρίδης, ένδεκα έτη μετά την εξαιρετική «Μισάντρα», αποδύεται σε μια μυστηριώδη μυθιστορηματική σύνθεση, που στοιχειοθετείται από κερματισμένες εξιστορήσεις και αυτοαναφορικούς στοχασμούς. Οι φωνές εκβάλλουν στο χαρτί ακατέργαστες, χωρίς τυπογραφική τάξη και διάταξη, με γραμματοσειρά η οποία απομιμείται τον γραφικό χαρακτήρα ενός χεριού, που καταγράφει προφορικές αφηγήσεις, για να τις αναδιηγηθεί σ’ έναν λόγο λογίως ιστορημένο. Κεντρική μορφή είναι ένας συγγραφέας, ο οποίος, φορώντας δάνεια, πολυκαιρισμένα ρούχα, ακολουθεί τις διασταυρούμενες διαδρομές συγγενικών του προσώπων μέσα στον χρόνο από το 1922, όταν αποκόπηκαν από τα πατρογονικά χώματα, έως τις σημερινές ημέρες, όπου περατώνεται η συγγραφή των υπάρξεών τους. - Η αναδρομή στο οικογενειακό παρελθόν εκτυλίσσεται μυσταγωγικά, με διαφυγές στο φανταστικό, υπερβατικό στοιχείο, στο μέτρο που ο Καισαρίδης επιχειρεί να αποτυπώσει τον ρου του χρόνου σαν μία αλληγορία του ατέρμονου, αρχετυπικού κύκλου της βλάστησης, του μαρασμού και της αναγέννησης. Σ’ ένα μυθιστόρημα όπου το νερό προβάλλει φορτισμένο με μυθολογικούς συμβολισμούς, νερό αμίλητο, νερό που θυμάται, νερό της λήθης, οι ζωές των ηρώων διαρρέουν το γραπτό, ποντίζοντάς το στα βαθιά ύδατα μιας κοινής μήτρας. Μέτοικοι σ’ έναν τόπο προσωρινό, που με τα πολλά έγινε πατρίδα, οι πρόγονοι του συγγραφέα ναυαγούν από ξαφνικές φουρτούνες, παρασύρονται από ρεύματα αμετάκλητα «ώς τις ρίζες του κόσμου», ρέοντας κάποτε πέραν των εγκοσμίων, φτερουγίζουν παραισθητικά πάνω από διεσταλμένους ορίζοντες, ψιθυρίζουν «αλλόκοτα λέξεις γλώσσας ξεχασμένης», αφουγκράζονται τους ψιθύρους των φτερουγισμένων, υπερίπτανται σε μυστικές νεφελοκοκκυγίες, οδηγημένοι από μια «αύρα μυστήρια». - Η γραφή, άκρως ποικιλμένη, ονειρική και εκστατική, μεγεθύνει τα πάθη των ηρώων σε τελετουργίες μαρτυρικές και καθαρτήριες. Η παλμώδης γλώσσα τούς προσδίδει ένα μέγεθος που υπερβαίνει τις πραγματικές διαστάσεις του βίου τους, αποκαλυπτικό, ωστόσο, της σημασίας που τους αποδίδει ο συγγραφέας. Ο γλωσσικός διάκοσμος, αρτυμένος με θραύσματα ιδιολέκτου, αναδεικνύει στιγμιότυπα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Χριστάκης, πατέρας του συγγραφέα, βαφτίζει το κεφάλι του στο νερό μιας παυσίλυπης πηγής. «Ανείπωτης ηδονής αποτομή». Ο παππούς Μιχάλης επιστρέφει πεθαίνοντας στην αποξηραμένη λίμνη, όπου άρχισε τη μετά την προσφυγιά ζωή του, βλέποντας στα εναπομείναντα ύδατα τα νερά να κυλούν κατακόκκινα. Αλλού η Αμυγδαλιά, που αργότερα ο Χριστάκης θα κάνει γυναίκα του, παίζει στην αυλή με την αδελφή της, την οποία ένας λαιλαπώδης άνεμος, «που σπέρνει σταγόνες αίματος», την παίρνει και τη σηκώνει πέρα μακριά, διώχνοντάς την για πάντα από τη ζωή. Ο άνεμος με το δρεπάνι την πέταξε έξω από τον χρόνο, και από εκείνη δεν έμεινε παρά ένα πλάσμα χωρίς συνείδηση, χωρίς λέξεις, δοσμένο ολοσχερώς στο παιχνίδι, ένα παιδί που πλατσούριζε «στα χωρικά ύδατα των απαρχών τού λόγου και της δημιουργίας». Όταν η αδελφή της πέθανε, η μόνη παρηγοριά τής Αμυγδαλιάς ήταν ο τύμβος της που ανθοβολούσε, και έτσι «από πεθαμένη την είδαν ξαναγυρισμένη». - Οι αφηγήσεις διασείονται, σπαράζουν, σαν με τους σπασμούς τους να αντιδικούν με τον θάνατο. Ο Καισαρίδης ενορχηστρώνει έναν τελετουργικό χορό, τραγικό, που κινείται κυκλικά, στον ρυθμό μιας αρχαϊκής, ακατεύναστης αντάρας. «Ανοίγει ο κύκλος ξανά, παίρνει μιαν ανάσα ο ανθρώπινος φράκτης. Εδώ θα μείνουμε, γράφουν με τα πόδια τους οι χορευτές, μικρά σταθερά βήματα επί τόπου, εδώ, στα μέρη που ημέρεψαν οι δικοί μας». Η δεύτερη πατρίδα, σπαρμένη με μνήμες και μνήματα, αποκτά μια υπερκόσμια, φαντασμαγορική όψη. Στο υπερχρονικό τοπίο οι νεκραναστημένοι ουρλιάζουν χθόνιες οιμωγές, άδουν μοιρολόγια, παραμύθια και αλεξητήρια ξόρκια, γλεντοκοπούν με τους πενθούντες. Ο κόσμος γίνεται μυστικός κήπος, ένα «θαύμα χλωρό», όπου «οι ψυχές ως άνθη θροΐζουν», ένας «μυστηριώδης σκηνικός χώρος», ιδανικός για συγγραφείς, που βλέπουν στις λέξεις «μια λάμψη αύρας ιερής». Ένα αξιέπαινο, σπάνιο έργο. - Λίνα Πανταλέων, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 18 Ιουνίου 2016. -

Ο Γιάννης Καισαρίδης στο νέο του βιβλίο με τίτλο “Αποτομή” παρουσιάζει αποσπασματικές εξιστορήσεις, με διαρκή την εσωτερική συνοχή τους, για να αναδείξει τα πάθη των προσώπων σε ένα εκτεταμένο χρονικό πλαίσιο, από το 1922 ως το σύγχρονο παρόν της συγγραφής. Το υλικό του αντλημένο από τα δράματα της οικογένειας, όπως αυτά προέκυψαν από τις θύελλες της Ιστορίας, το μεταπλάθει με μυθιστορηματικό τρόπο. Ο ξεριζωμός του Μικρασιατικού Ελληνισμού και ο εμφύλιος πόλεμος, αν και δεν προβάλλονται σε πρώτο επίπεδο, επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή και τον ψυχισμό των ηρώων του. Οι επιλογές και οι απώλειες αγαπημένων προσώπων, στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, έχουν οδυνηρές συνέπειες για τους αποδέκτες της λύπης (“Έχουμε χαμένους και νεκρούς στο σπίτι”, σ. 32). - Η εγκατάλειψη των παιδιών, η μοναξιά και η στέρηση των γονέων σφραγίζουν ανεπανόρθωτα τον ψυχικό τους κόσμο. Ο συγγραφέας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ιδιαίτερα στο συναισθηματικό κενό του Χριστάκη, ο οποίος από μικρό παιδί ζει “μες στην ορφάνια και την εγκατάλειψη” (σ. 20), με μόνο καταφύγιο το σπίτι της γιαγιάς του. Ο πόνος και η οργή του για την απουσία της μητέρας φωτίζονται, όταν ο ίδιος καταφεύγει στην πηγή του Κεμάλ-μπέη. Ο Καισαρίδης μέσα από τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα του νεαρού άνδρα αναδεικνύει μια γυναικεία μορφή – ως υποκατάστατο της μητέρας – που βρίσκεται σε αντιστοιχία με θεότητες των πηγών και του νερού, της ελληνικής μυθολογίας, ενώ με τη χρήση της προσωποποίησης και της μεταφοράς δημιουργεί μια τρισυπόστατη γυναικεία οντότητα, η οποία συνδυάζει την τελειότητα της κλασικής πλαστικής με τον κίνδυνο και την επιθετική διάθεση. Η εικαστική ματιά του συγγραφέα, όπως διαπιστώνεται σε προηγούμενα αφηγηματικά κείμενά του, εντοπίζεται και στη συγκεκριμένη περιγραφή, καθώς ο τρόπος παρουσίασης του ιδιόμορφου γυναικείου όντος παραπέμπει σε πίνακες του κυβισμού. Όλη η σκηνή αποτελεί μια κορύφωση της εσωτερικής αναζήτησης που οδηγεί στην εξέλιξη του ήρωα, μέσα από τη διαδικασία της κάθαρσης – με την έννοια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας – την οποία ο συγγραφέας συμπλέκει με το βάπτισμα της χριστιανικής θρησκείας, ως μέσον εξαγνισμού. - Σε αρκετές εξιστορήσεις του βιβλίου κυριαρχεί το θέμα του θανάτου, άμεσα συνδεδεμένο κυρίως με το δράμα του Εμφυλίου. Κάποιες φορές παρουσιάζεται ως ονειρική σύλληψη, άλλοτε προβάλλεται ως παρελθοντική αφήγηση κι άλλοτε μας δίνεται με ρεαλιστικές σκηνές θεατρικής οργάνωσης ή επανέρχεται ως διαρκής εγρήγορση της μνήμης. Το τελετουργικό δρώμενο με τις μπούλες της Νάουσας τη μέρα της Αποκριάς, με τα λυπητερά τραγούδια για την απώλεια ενός νέου ανθρώπου, γίνεται εφιαλτικό προμήνυμα, καθώς ο συγγραφέας με τις αναφορές του στις σκοτεινές διαδρομές του νερού της αποξηραμένης λίμνης και την ομίχλη του βάλτου, δημιουργεί μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα για να προετοιμάσει το μελλοντικό θάνατο του ήρωά του. (“Κλήρος Θανάτου”). Έτσι διαβάζουμε για τις αγριότητες των Πουλικών στο Βρυσάκι και στην Κρύα Βρύση, για τους φρικιαστικούς αποκεφαλισμούς των πολιτικών τους αντιπάλων, με μια ακόμη απώλεια για την οικογένεια του αφηγητή. Το θάνατο του Μιχάλη, πατέρα του Χριστάκη (“Αποτομές”, σ. 241-254). - Εξίσου δραματική και η εκτέλεση του δασκάλου, την ημέρα του Αγίου Δημητρίου, στο κείμενο “Ο χιονάνθρωπος”. Η περιγραφή του εσωτερικού της εκκλησίας, με τους ψαλμούς και τις προσευχές έρχεται σε αντίθεση με τη χιονισμένη αυλή, όπου καραδοκούν οι οπλισμένοι αντάρτες για τη στάση του Γιορδάνη. Όλο το χιονισμένο πλαίσιο σχηματίζει μια θεατρική σκηνή, καθώς ο αφοπλισμός και η εκτέλεση του Γιορδάνη, κοντά στον τοίχο του ιερού, από τους συναγωνιστές του, προκαλεί το συναίσθημα της φρίκης. - Εκτός όμως από τους βίαιους θανάτους, ως απόρροια των πολιτικών αντιθέσεων, υπάρχει και η μυστηριώδης απώλεια της Ασπασίας, γεγονός που επηρεάζει ανεπανόρθωτα τα μέλη της οικογένειας. Με αφορμή το θάνατό της ο συγγραφέας μας δίνει την εικόνα ενός αρχαϊκού τάφου, όπου εναποθέτουν την Ασπασία, με όλα τα κτερίσματα που συνοδεύουν μια ανάλογη ταφή. Όλη η περιγραφή παραπέμπει στη ζωγραφική παράσταση της Βεργίνας, που απεικονίζει την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, και προκαλεί ανάλογους συνειρμούς με τη λύπη της Δήμητρας, αν συσχετίσουμε το βουβό δράμα της μητέρας Χρυσούλας, που την οδηγεί στην απόλυτη σιωπή για το χαμό της κόρης της. - Η οριστική απουσία των αγαπημένων προσώπων περνάει στο χώρο της μνήμης, και η μορφή και τα πάθη τους επανέρχονται διαρκώς στο χρόνο του παρόντος. Η γιαγιά Γεσθημανή, μέσα στη μοναξιά της ανακαλεί τα παιδιά της, Γιορδάνη, Μιχάλη και τον εγγονό της Γιάννη, κι ο Πρόδρομος “καταργώντας χώρο και χρόνο πάνω στην κιβωτό του, επέτρεπε να υπάρχουν οι γονείς του μπροστά του ανά πάσαν στιγμήν υπό φτερωτήν μορφήν...” (σ. 30). Ο θάνατος του Μιχάλη και των άλλων συγγενών θα αποτελέσει για τον Χριστάκη μια διαρκή, επώδυνη αναζήτηση, καθώς δεν βρήκε ποτέ τον τόπο ενταφιασμού τους, ενώ η Αμυγδαλιά βιώνει σε κάθε στιγμή την επανεμφάνιση της ψυχής της Ασπασίας. Έτσι ο θάνατος σφραγίζει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων. - Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία και η θέση της γυναίκας, αφού ο συγγραφέας την περιγράφει σε διάφορες εκδοχές. Η γιαγιά Γεσθημανή με τη βουβή καρτερία, τη λύπη, την απελπισία, μπορεί να σταθεί ακόμα σαν μάνα απέναντι στα δυο εγκαταλελειμμένα παιδιά, τον Πρόδρομο και τον Χριστάκη. Υπάρχει όμως και η βάρβαρη συμπεριφορά του Αναστάση. Η γυναίκα του γίνεται ο αποδέκτης της βίας και της σωματικής κακοποίησης. Το ίδιο η άγρια αντίδραση του Γιορδάνη, που αναγκάζει με απειλές (“κεφάλι στο πήρα” σ. 24) τη λεχώνα γυναίκα του να τον ακολουθήσει στο βουνό, χωρίς να σκέφτεται την εγκατάλειψη των μικρών παιδιών του. - Στο πρόσωπο της Αρίστης (μητέρας του Χριστάκη) συνυπάρχουν οι αντιθετικές πλευρές της ομορφιάς και της σκληρότητας. Ως γυναίκα “ σαγηνευτική, αινιγματική - μια μέδουσα σκύλα” (σ. 39-40) την παρουσιάζει ο συγγραφέας, για να υπογραμμίσει την αδιαφορία της για τα παιδιά που άφησε πίσω. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η μητέρα Χρυσούλα, που καταφεύγει σε γιατροσόφια και ιερές τελετές, κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να θεραπευθεί η άρρωστη Ασπασία. Οι ενέργειες και προσπάθειές της παραπέμπουν στη μητέρα του Βιζυηνού, όπως αυτή περιγράφεται στο διήγημα “Το αμάρτημα της μητρός μου”, για να γίνει καλά η Αννιώ. Αν ο Γιωργής στο κείμενο του Βιζυηνού νιώθει παραμελημένος από τη μητέρα του, στην ίδια θέση βρίσκεται η Αμυγδαλιά, που κανείς δεν την προσέχει, γιατί όλοι ανησυχούν για την Ασπασία, κι αργότερα πενθούν απαρηγόρητοι το χαμό της. Έτσι η Αμυγδαλία “μέσα από αντικατοπτρισμούς θανάτων, πυρκαγιών, ασθενειών” (σ. 74) προσπαθεί να βρει τον εαυτό της. Όμως σε όποια στιγμή χαράς “τύψεις μαύρα έλη κι ενοχές διεισδυτικές” (σ. 74) διαποτίζουν τη σκέψη της. - Όπως και στα προηγούμενα έργα του Καισαρίδη, δεν λείπει κι από αυτό το βιβλίο η παρουσία των παιδιών. Αν στα “Γενέθλια” ο συγγραφέας μάς δίνει τις συμπεριφορές τους μέσα από φωτογραφίες και θεατρικούς διαλόγους, με την ίδια ευαισθησία μας περιγράφει τα παιχνίδια της Ασπασίας και της Αμυγδαλιάς, πριν συμβεί αργότερα το ατύχημα. Εξάλλου, ο ρόλος της μικρής Αμυγδαλιάς αποδεικνύεται καθοριστικός για τη θεραπεία της μητέρας της, όταν εκείνη χάνει για ένα διάστημα την επαφή με την πραγματικότητα, εξαιτίας του μεγάλου πόνου για την απώλεια της Ασπασίας. Η μικρή κοπέλα, με τους συμβολικούς αυτοσχεδιασμούς και τις επαναλαμβανόμενες ρυθμικές κινήσεις τη βοηθάει υποσυνείδητα να ξαναβρεί το νήμα της ζωής και την επανασύνδεση με τον κόσμο. (“Ξιοξιόνο”). Υπάρχουν και άλλες μορφές της παιδικής ηλικίας, όπως τα κάλαντα των παιδιών, τα βιώματα των παιδικών χρόνων με κάθε είδους απρόοπτα και εκπλήξεις, αλλά και το ενδιαφέρον τους να ανακαλύψουν το καινούριο, μέσα από γνωριμίες, ταινίες και βιβλία (“Μαγικός Φανός”). - Η περιπλάνηση των προσώπων σε διάφορες περιοχές της πόλης αποτελεί ένα άλλο σημείο αναφοράς για τον συγγραφέα. Όπως μας πληροφορεί ο ίδιος, επιχειρεί “ένα είδος έρευνας, αυτοψίας... στα οδικά τοπία των ηρώων του” (σ. 116). Με λόγια γλώσσα, που θυμίζει Παπαδιαμάντη, περιγράφει το “Κιόσκι” του Κεμάλ-μπέη –τόπο διανυκτέρευσης του Χριστάκη την παραμονή των Φώτων του 1959– για να αποκαλύψει τις ξεχωριστές ιδιότητες του νερού που αναβλύζει από τη “θεόβρυτο πηγή”, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί έναν σκηνικό χώρο με αντιθετικές προεκτάσεις. “Το ύδωρ επέφερε εξαγνισμό και θεραπεία συνειδήσεων (...) διυλίζον άρρωστες ψυχικές ενέργειες και συναισθήματα ερεβώδη” (σ. 37). Αν η αναφορά στις λαϊκές δοξασίες, στο συγκεκριμένο κείμενο μας δίνεται με λόγια γλώσσα, σε άλλα κείμενα του βιβλίου ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες διάφορες τελετουργίες της λαϊκής παράδοσης. Δεν παραλείπει, ωστόσο, να εμπλουτίσει το κείμενο με την ιστορική πληροφορία ότι στον τόπο αυτό, στο πέρασμα των χρόνων, “συνέρρευσαν κι ενώθηκαν (...) Έλληνες, Τούρκοι, Οβριοί, αντάρτες, Άγγλοι, Γερμανοί, δωσίλογοι, παιδιά” (σ. 37). Από την άποψη αυτή κατορθώνει να συνενώσει την πολυσύνθετη περιγραφή με την πολιτική υπόμνηση, αλλά και να υπογραμμίσει τη σημασία των χρονικών βαθμίδων (μέλλον-παρελθόν- παρόν) για κάθε άνθρωπο. - Η πλημμύρα του 1935, που προκαλεί τεράστιες καταστροφές στην πόλη, συνδέεται άμεσα με τα πάθη των προσώπων, αφού το σπίτι τους το παρασύρει το νερό και οι ίδιοι (Χριστάκης, Γιάννης, Μιχάλης) καταφεύγουν στην αυλή και στις αίθουσες του σχολείου. Εκεί ο Χριστάκης ακούει από μαθητές διαφόρων εθνοτήτων την περιγραφή των συμβάντων σε διαφορετικές γλώσσες, (Εβραίος, τσιγγάνος, Μικρασιάτης, Βλάχος, Πόντιος, Ντόπιος), στοιχείο που αποδεικνύει την ετερόκλιτη πληθυσμιακή σύνθεση (“Κιβωτός” σ. 400). Τα σπαρακτικά βιώματα του Χριστάκη με το διωγμό της μητέρας από το σπίτι, τη νύχτα της πλημμύρας, και το αίσθημα της εγκατάλειψης, θα σφραγίσουν οριστικά τον ψυχικό του κόσμο. Το ίδιο οδυνηρές αποδεικνύονται και οι υλικές απώλειες, αφού αργότερα ο έρημος Χριστάκης, θα έχει “μόνο το σπίτι της γιαγιάς του για να κουρνιάσει” (σ. 20). - Η γέφυρα από όπου ρίχνουν το σταυρό την ημέρα των Φώτων είναι ένα άλλο σημείο της πόλης που επιλέγει ο συγγραφέας για να περιγράψει χώρους, πρόσωπα, διαθέσεις. Πριν μας εισαγάγει στην κύρια θρησκευτική τελετή αναφέρεται στα κοιμητήρια, που βρίσκονται κοντά στο συγκεκριμένο τόπο. Μέσα από ένα υποβλητικό σκηνικό μας δίνει τη φροντίδα των μαυροφορεμένων γυναικών για τους εκλιπόντες, το βουβό πόνο του πένθους για την απώλεια και την απουσία των αγαπημένων προσώπων. - Ο συγγραφέας, μέσα από μια φωτογραφία, καταγράφει πρόσωπα της πόλης από το παρελθόν (1959). Ο Χριστάκης σε ρόλο πρωταγωνιστικό, δεν παύει να αναζητεί , μέσα στο πλήθος, τη μητέρα του. “Νά 'ν κι η μάνα μου;” (σ. 277). Η στέρηση της παρουσίας της παραμένει διαρκής. Το στοιχείο του θανάτου επανέρχεται, και ο κόσμος των νεκρών εισχωρεί στο χώρο των ζωντανών. Ο Χριστάκης ανακαλεί τους δικούς του. “Εμφανίζονται οι άχωστοι κι ακήδευτοι νεκροί του (...) με λερωμένη αντάρτικη χλαίνη (...) αυτόματο στο στήθος κρεμασμένο (...) ο Γιάννης, φέρων ανά χείρας την με ολάνοιχτους οφθαλμούς ασώματο την κεφαλή του πατέρα τους, του Μιχάλη (...) και δεξιά τους ο θείος Γιορδάνης” (σ. 290). Η εφιαλτική περιγραφή ανατρέπεται, όταν ο συγγραφέας μάς επαναφέρει στον παγωμένο χρόνο των ζωντανών για να μας δώσει μια άλλη τραγική εικόνα της εγκατάλειψης. Τα παιδιά της Παιδοπόλεως, κι ανάμεσά τους ο Κωστάκης, ο μικρός γιος του Γιορδάνη. Η επιλογή των ονομάτων των κεντρικών προσώπων στην παραπάνω σκηνή δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία, αν συσχετίσουμε τη μέρα της βάφτισης του Ιησού και τη μετέπειτα τύχη του Ιωάννη σύμφωνα με τις πληροφορίες της Γραφής. - Ο λόγος του Παπαδιαμάντη καρποφορεί, σε μια περιγραφή όπου ο συγγραφέας αναφέρεται σε ευρήματα εκταφών του αρχαίου κόσμου, αλλά και σε τεκμήρια του παλαιότερου και νεότερου παρελθόντος (σ. 288). Όμως η σφραγίδα του Καισαρίδη αποτυπώνεται έντονα σε έναν ιδιότυπο μονόλογο, για να αποδώσει στοιχεία του βυθού του ποταμού, τα οποία συμπυκνώνουν αιώνες Ιστορίας της πόλης: ψηφιδωτές μυθικές μορφές, σπαράγματα επιγραφών και μέλη αγαλμάτων, εβραϊκά χειρόγραφα, οθωμανικές επιτύμβιες πλάκες (σ. 292). Εξάλλου, οι ανασκαφές της Βεργίνας αποτελούν αφορμή έμπνευσης για τον Καισαρίδη, ο οποίος την τοιχογραφία με θέμα την αρπαγή της Περσεφόνης τη συνδέει με το χαμό της Ασπασίας. Έτσι η Αμυγδαλιά στο πρόσωπο της μυθικής κόρης αναγνωρίζει την αναστημένη Ασπασία, και μέσα από την εικαστική αναπαράσταση η χαμένη αδελφή επιστρέφει στην “αγκαλιά της οικογένειας” (“Πνεύμα πολύτεχνο” σ. 387). - Κάποιες φορές ο συγγραφέας εμπνέεται από πίνακες ζωγραφικής τούς οποίους συνδέει και συσχετίζει με τα θέματα των ιστοριών του. “Γάμος εν Κανά” του Βερονέζε, “Νυχτερινή Περίπολος” του Ρέμπραντ, “Δαβίδ” του Καραβάτζιο, υπηρετούν τις συγγραφικές αναζητήσεις. Άλλοτε το κείμενο εμπλουτίζεται με στίχους δημοτικών τραγουδιών, τη χρήση παροιμιών, αλλά και με αποσπάσματα ιερών κειμένων και συναξάρια τοπικών αγίων. Η ενασχόληση του Καισαρίδη με τη θεατρική πράξη γίνεται και εδώ εμφανής, όχι μόνο στη δημιουργία σκηνών και διαλόγων αλλά και στην παρουσίαση των χαρακτήρων, με έντονη τη δραματική υπόσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι στο αφήγημα “Αποτομές” ενσωματώνει σελίδες από το “Ματωμένο γάμο” του Λόρκα, καθώς τις συνδέει με την υπόθεση και την εξέλιξη της ιστορίας. “Ο Γλάρος” του Τσέχωφ , “Η Τρικυμία” του Σαίξπηρ και αποσπάσματα άλλων θεατρικών έργων επιλέγονται για να αξιοποιηθούν ως πυρήνες μυθοπλασίας. - Ο τρόπος αξιοποίησης του αφηγηματικού υλικού απασχολεί έντονα το συγγραφέα. Ο ίδιος προβληματίζεται αν το βάρος πρέπει να δοθεί στην “αλίευση λέξεων” ή στην απροσδόκητη σύζευξη ασύνδετων γεγονότων και καταστάσεων, επάνω στο χρονικό άξονα παρελθόν, μέλλον, παρόν. Η επίτευξη του στόχου δεν απέχει από τη συγγραφική πρόθεση, αφού πραγματοποιείται και στα δύο ζητούμενα. Την αποσπασματική οργάνωση της σύνθεσης την ανατρέπει η εσωτερική δομή των ιστοριών του, καθώς η διαρκής σύνδεση προσώπων, σκηνών και ψυχικών διαθέσεων αναδεικνύεται σταθερά μέσα στην εκτεταμένη διάρκεια του χρόνου. - Οι αφηγητές εναλλάσσονται, και συχνά ο Καισαρίδης καταγράφει αυτούσιες προφορικές εξιστορήσεις, με συνεχείς εναλλαγές των γραμματοσειρών. Σε αρκετές σελίδες κυριαρχεί η χειρόγραφη εκτύπωση. Συχνά διάλογοι και αφηγηματικά μέρη αποδίδονται με ιδιωματική γλώσσα, για να υπογραμμίσουν το ήθος ή τον ψυχισμό των προσώπων. Αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας συνενώνει λέξεις και δημιουργεί ιδιότυπα λεκτικά σύνολα. “Χωματοϋγροπετρεσμαυρίλας” (σ. 287) - “Μικρασδευτέρασπαρουσίας” (σ. 21) - “νεραϊδεί” (σ. 41). - Πολλές φορές χρησιμοποιεί τη λόγια γλώσσα για να δημιουργήσει μια υποβλητική ατμόσφαιρα, δεν λείπουν όμως και οι σελίδες όπου η ρεαλιστική γραφή σχηματίζει φρικιαστικές σκηνές ωμού ρεαλισμού (“Αποτομές” σ. 241-254). Η χρήση της περιγραφής αξιοποιείται πολύπλευρα. Άλλοτε για να σχηματίσει έναν εφιαλτικό σκηνικό χώρο, που λειτουργεί ως προάγγελος θανάτου (σ. 49), κι άλλοτε για να δώσει ποιητικές εικόνες διαφυγής από το χώρο του ρεαλισμού. Οι ήρωές του, τραυματισμένοι από οδυνηρές καταστάσεις, μεταφέρονται σε έναν υπερβατικό χώρο, όπου μπορούν να επικοινωνούν με τα απόντα αγαπημένα πρόσωπα. Η μεταφορική χρήση της γλώσσας υπηρετεί τους συγγραφικούς σκοπούς, προκειμένου να αποδοθούν τα εσωτερικά αδιέξοδα και τα προβλήματα παρελθόντος-παρόντος (“δακρύων τόπος, νερό μελαγχοποιό, υγρή δυστυχία, ύλη απελπισία” σ. 38). - Το στοιχείο του νερού και η κίνησή του προβάλλεται με πολλαπλούς τρόπους, άλλοτε για να τονιστεί ο κίνδυνος και η καταστροφική δύναμή του κι άλλοτε “η καθαρτήρια” ιδιότητά του για τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων του. Παράλληλα, τα πουλιά λειτουργούν ως σύμβολα που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν, ανακαλούν μνήμες ή καλύπτουν το κενό της στέρησης της ανθρώπινης παρουσίας, άλλες φορές όμως αξιοποιούνται για να σχηματίσουν μια σκοτεινή σκηνογραφία θανάτου (“Τελευταία διαδρομή”). - Σημαντικός αναδεικνύεται ο ρόλος των μηνών σε ορισμένες ιστορίες, αφού αποτελούν τον κύριο τίτλο τους και συνδέονται άμεσα με την πορεία των προσώπων. Αν ο Ιανουάριος αποδεικνύεται καθοριστικός για τον Χριστάκη, στις τρεις τεμαχισμένες αφηγήσεις, με κεντρικό άξονα την αναζήτηση της μητέρας, οι άλλοι μήνες προδιαγράφουν το πάθος των ηρώων (Φεβρουάριος “Κλήρος θανάτου”, Ιούνιος “Η αύρα της κληρονομιάς”), περιγράφουν το δράμα της απώλειας (Μάρτιος “Ανάληψη”) ή προμηνύουν το σκληρό τέλος τους (Αύγουστος “Αποτομές”, Οκτώβριος “Ο χιονάνθρωπος”). Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο Καισαρίδης στο μήνα Μάιο –τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου του βιβλίου– καθώς αποτελεί για τον ίδιο αφορμή προβληματισμών γύρω από το θέμα της ύπαρξης, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται το αίσθημα ευθύνης του συγγραφέα για τη διάσωση της μνήμης των χαμένων προσώπων. “Καλλιεργητής μνημών; Μελλοθάνατος διαμετακομιστής μηνυμάτων θανόντων;” (σ. 489). Οι μήνες, ως ένα είδος ημερολογίου, σχηματίζουν τον κύκλο της οδύνης, όπως αυτός αναπτύσσεται από το παρελθόν, απλώνεται στο παρόν και εξακολουθεί ακόμη να προκαλεί την απόγνωση και τη λύπη. - Τα φιλοσοφικά ερωτήματα απασχολούν το συγγραφέα και συχνά προκύπτουν από τα δραματικά γεγονότα που αφηγείται. “Ποια είναι τα όρια της συνείδησης; Διασαλεύονται; 'Η τι είναι το πλάσμα που ονομάζεται “άνθρωπος”; (“Αποτομές” σ. 239). Και αλλού, “Πόσο λίγο έλειψε ο άνθρωπος να μη γίνει άνθρωπος” (σ. 490- 491). Κεντρικό ζητούμενο η ανάκληση και επαναφορά της ψυχής, άμεσα συνδεδεμένη με το χώρο της μεταφυσικής. “Υπάρχει κι άλλος κόσμος; Δεύτερος; Κρυμμένος; Άλλη ζωή;” (σ. 464). Δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία η αναφορά στην Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη (σ. 491) για τον τρόπο δημιουργίας των ζωγραφικών του έργων, όσον αφορά την αξιοποίηση γραμμάτων με χρωματικές αντιστοιχίες. Στους συμβολισμούς της συγκεκριμένης ζωγραφικής ο Καισαρίδης αναζητεί τις συγγένειες του τρόπου γραφής του. Μέσα από τους εξομολογητικούς μονολόγους υποσκάπτει τα όρια του ρεαλισμού, για να μας οδηγήσει σε μια αίσθηση ρευστότητας, από όπου αναδεικνύει το μετεωρισμό ανάμεσα στη ζωή και στην επιστροφή των ψυχών. - Το νέο βιβλίο του Καισαρίδη, με την ιδιότυπη αξιοποίηση του αφηγηματικού υλικού, τον εξαιρετικό πλούτο της γλώσσας, τις φιλοσοφικές αναζητήσεις και την εμβάθυνση στο πρόβλημα της ύπαρξης, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην εξέλιξη της συγγραφικής του πορείας. - Φωτεινή Κεραμάρη

"Οι φαγεντιανές της Γραφής. Τραύματα και Θαύματα

στην 'Αποτομή' του Γιάννη Καισαρίδη" πάντες οι λόγοι έγκοποι∙ Εκκλησιαστής - O Γιάννης Καισαρίδης (γενν. 1959) έχει διαγράψει ήδη με την έκδοση των προηγούμενων βιβλίων του, τη δική του πετυχημένη πορεία στο χώρο της πεζογραφίας. Το 1997 κυκλοφόρησαν τα διηγήματά του με τίτλο Χρονικό μιας πρεμιέρας (Εξάντας). Το 2000 τα διήγηματα με τίτλο Συναντήσεις και ενοχές (Κέδρος). Για το βιβλίο του Μισάντρα (Κέδρος) βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2005. Με το νέο του βιβλίο Αποτομή (Νησίδες, 2016) ο Καισαρίδης επιχειρεί μιαν ευρύτερη σύνθεση, η οποία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος, αν και ο ίδιος αποφεύγει τον συγκεκριμένο ειδολογικό χαρακτηρισμό για τη νέα πεζογραφική σύνθεση. - Περίληψη- Δομή - Στο νέο του βιβλίο, με τίτλο Αποτομή, ο συγγραφέας παρουσιάζει τις ιστορίες των γεννητόρων του. Η Αποτομή είναι ένα οικογενειακό ιερό παλίμψηστο. Θεματικά οι ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, από τη μεριά του πατέρα του, σχετίζονται με την ορφάνια, τις αξίες των τουρκόφωνων προσφύγων από τα μέρη της μικράςδευτέρας παρουσίας, που εγκαταστάθηκαν στον κάμπο της Βέροιας και του Γιδά (Αλεξάνδρειας), και τις απώλειες μελών της πατρικής οικογένειας κατά την τραγική δεκαετία 1940-50. Οι απώλειες των αγαπημένων προσώπων σημαδεύονται από το γεγονός πως οι οικείοι δεν μπόρεσαν να βρουν τα σώματα των δικών τους και τον τόπο ταφής τους, καθώς και από τον τρόπο θανάτωσης δια αποκεφαλισμού. Αποτομή. - Από την πλευρά της μητέρας του οι ιστορίες αρδεύονται από την μνήμη-καθρέφτη της αποξηραμένης λίμνης του κάμπου του Γιδά, τον πυρωμένο κάματο του θερισμού, τις ιστορίες για το στοιχειό και τον χαμένο θησαυρό, πλεγμένες με την ιστορία του παππού του συγγραφέα–αφηγητή, ο οποίος έρχεται και και αυτός από τα μέρη της μικραςδευτεραςπαρουσίας, μετωνυμία των χαμένων πατρίδων της Ανατολής, για να ριζώσει στο χωριό Βρυσάκι. - Η παράθεση αυτών των λεπτομερειών για τα θέματα του βιβλίου απέχει πολύ από το να αποδώσει τη γοητεία και τα θαύματα που περικλείει η αφήγηση. Αυτή η γοητεία συντηρείται, βέβαια, με την λεπτομερή εξιστόρηση των περιπετειών των προσώπων, αποκαλύπτεται όμως και με τη δομή των ενοτήτων του ιερού οικογενειακού βιβλίου. Η δομή του βιβλίου του Καισαρίδη έχει τη μορφή ενός ιερού οικογενειακού Μηνολόγιου με τα δικά του συναξάρια και τους βίους μελών των οικογενειών που ενώθηκαν. Το βιβλίο περιέχει 14 μέρη που αντιστοιχούν στους 12 μήνες. Οι ενότητες είναι 14, επειδή ο Ιανουάριος επιμερίζεται σε τρεις διαφορετικές μέρες (6, 7 και 8 Ιανουαρίου), οι οποίες παρεμβάλλονται στη δομή της σύνθεσης και της εναλλαγής των μηνών. - Κάθε μήνας του ετήσιου κύκλου, εκτός από τον Ιανουάριο και τον Μάιο, έχει συγκεκριμένη δομή επιμεριζόμενος σε τρεις ενότητες. Η α΄ ενότητα περιέχει ιστορίες της οικογένειας Στε, του πατέρα του αφηγητή-συγγραφέα, η δεύτερη περιέχει ιστορίες της οικογένειας Τσι, της οικογένειας της μητέρας του και η γ΄ ενότητα αφορά στις ιστορίες της ζωής του ίδιου του αφηγητή- συγγραφέα. Οι ιστορίες αυτές δίνονται καλειδοσκοπικά σε μια ενότητα χρονική με τη συμπαράθεση διαφορετικών χρονικών περιόδων. Η συμπαράθεση αυτή δικαιολογείται από την ενδιάθετη συγγένεια των ιστοριών και από την αντίληψη της κυκλικής εναλλαγής του Χρόνου. - Για παράδειγμα, ο Φεβρουάριος περιλαμβάνει ως πρώτη ιστορία, την ιστορία του παππού Μιχάλη, της οικογένειας Στε, ο οποίος αρνείται τον αγροτικό κλήρο στο Βρυσάκι, χωριό του Γιδά, και με τη γυναίκα του Αρίστη πηγαίνει στη Νάουσα για να χαρεί τις Απόκριες. Εκεί συναντάει μια ιδιότυπη τελετή, στην οποία οι Μπούλες συμμετέχουν στο μνημόσυνο του γιού της κυρά Κατερίνης, θύματος των συμπλοκών του Μακεδονικού Αγώνα. Η ιστορία τοποθετείται στα 1925-26; (σελ. 67-70) Η δεύτερη ιστορία της οικογένειας Τσι αναφέρεται στην απόπειρα της Μυγδαλιάς-Μαγδαληνής (μητέρας του αφηγητή), παρόλο το πένθος για την απώλεια της αδελφής της και τη λωλαμάρα της μητέρας της να συμμετάσχει στις Απόκριες του 1955. Ο αφηγητής αναφέρεται στο στενό συναισθηματικό δεσμό της Μαγδαληνής με τη γιαγιά της Λένκου, της οποίας σχολιάζει τις τελευταίες της Απόκριες στη ζωή. Η τρίτη ιστορία που περιέχει ο Φεβρουάριος έχει τίτλο Χρονικό μιας πρεμιέρας και αφορά τη εμπειρία του συγγραφέα-αφηγητή στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ με το ανέβασμα της παράστασης του Γλάρου του Τσέχωφ το Φεβρουάριο του 1985. - Ο Ιανουάριος παρουσιάζει σε τρεις διαφορετικές μέρες την ιστορία του Χριστάκη, πατέρα του αφηγητή. Οι τρεις μέρες αυτές αποτελούν μιαν ενότητα και πάνω σ’ αυτές δομείται η εναλλαγή των υπόλοιπων μηνών του ετήσιου κύκλου. Η ενότητα αυτή εμπεριέχει το τριαδικό σχήμα θάνατος, ανάσταση, γέννηση. Η αρχή του βιβλίου αναφέρεται στην παραμονή των Φώτων του 1959, όταν ο Χρηστάκης μαθαίνει πως η μητέρα του, η Αρίστη, ζούσε, ενώ αυτός πίστευε πως χάθηκε στη μεγάλη πλημμύρα του ’35. Γράφει ο συγγραφέας. «Τα σπλάχνα του στεγνά. Βάζει το κεφάλι του κάτω από το νερό της πηγής. Ανείπωτης ηδονής αποτομή. Λείος και απαλός χρόνος εν ροή, μύρου διαυγές. Πίνει γάλα μητρικό, εξαγνίζει τα σωθικά του. Να η μάνα του:νερό, μάνα βάπτιση. Νερό μάτι της γης-δεύτερη αποτομή στην πηγή ο λόγος του έγινε νερό (σελ. 41).» - Η δεύτερη ιστορία του Ιανουάριου τοποθετείται μετά τον Αύγουστο. Εκεί υπάρχει η περιγραφή του αγιασμού των υδάτων στη Βέροια και της ανεύρεσης του Σταυρού στη γέφυρα του Σταυρού στη Βέροια από τον Χριστάκη τη μέρα των Θεοφανείων του 1959. Το γεγονός αυτό αξιοποιεί ο αφηγητής για να περιγράψει την εσωτερική μεταβολή του ψυχισμού του ήρωα. Η περιπέτεια του Χριστάκη ορίζεται από την άρνηση να αποδώσει τον σταυρό στο Δεσπότη, την πρόσκληση και πρόκληση της Τύχης στο σπήλαιο αυτογνωσίας Μοιραού, μοναδικό καταφύγιο μετά την αποθέωση και την κατακραυγή. Εκεί η εσωτερική μεταβολή του Χριστάκη ολοκληρώνεται. Οι αποφάσεις έχουν παρθεί. Η αρραβωνιαστικιά του Μυγδαλιά-Μαγδαληνή τον περιμένει για να σφραγίσουν πλέον την κοινή τους πορεία στη ζωή. Το ερωτικό σμίξιμο την επόμενη μέρα στις 7 Ιανουαρίου 1959, Σύναξη του Αη Γιάννη του Πρόδρομου, περιγράφεται στην προτελευταία ενότητα του βιβλίου, πριν από το μήνα Μάιο. - «Μόλις τον είδε, πήρε σβάρνα τις σκάλες, δεν την ένοιαξε αν θα σκοντάψει... Όπως χτυπάει φλεβίτσα ύδατος στο φως έπειτα από τριβές κι αποκλεισμούς χιλιάδες στα έγκατα της γης και γίνεται σιγά-σιγά, ορμητικό ποτάμι, νερό πολύτιμο, σπερματικό, που ενώνει τα αλληλοσυγκρουόμενα σύμβολα της γέννησης και του θανάτου, έτσι φούντωσε κι έσκασε η επιθυμία της» (σελ. 477). Καρπός αυτής της ένωσης είναι ο αφηγητής συγγραφέας, γεννημένος με αντύμα, με τον αμνιακό σάκκο, όπου είναι γραμμένες όλες οι ιστορίες των προγόνων, ενώ η αύρα της κληρονομιάς τον οδηγεί στο να τις φέρει στο φώς, όχι από μια πρόσκαιρη φιλοδοξία, αλλά από την βαθύτερη ανάγκη να βρουν οι ψυχές και τα σώματα των προγόνων το δικό τους χώρο σε έναν κοινό χρόνο για να ξαναζήσουν. - Ο ετήσιος περιοδικός κύκλος του ιερού οικογενειακού Μηνολογίου ολοκληρώνεται με τον μήνα Μάιο, γεγονός που παραξενεύει τον αναγνώστη. Ο Μάιος τιτλοφορείται «ο άνθρωπος ωσεί χόρτος» και έχει υπότιτλο το «Μυστικός κήπος». Εδώ ο συγγραφέας ορίζει με σαφήνεια τα θέματα του βιβλίου του, δηλώνει τη χαρά της δημιουργίας και προσφέρει θεωρίες για την ερμηνεία του συγγραφικού του σχεδίου. Ερμηνείες οι οποίες δεν είναι δεσμευτικές για τον αναγνώστη. Το ερώτημα που αναδύεται με την ύπαρξη αυτού του κεφαλαίου είναι, αν, τελικά, αυτή η δηλωτική απόφανση των συγγραφικών στόχων ενισχύει τη μυθολόγηση των ιστοριών που αφηγείται ή την υποβαθμίζει. Η χαρά της ζωής και της δημιουργίας –γραφής αποκαλύπτει το κύριο θέμα του βιβλίου, σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα, τη συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών πέρα από το χρόνο και το χώρο. Παράλληλα, η ροδακινιά αναδεικνύεται ως σύμβολο σύνδεσης των ηρώων και του συγγραφέα, σύμβολο στο οποίο παρεισδύει ο ρόλος της αιώνιας επιστροφής των ψυχών. Η νιτσεϊκή «επιστροφή» ως ρέουσα ενέργεια συστημάτων – υπάρξεων, η οποία επιστρέφει για να ορίσει ένα πεπερασμένο σύνολο όντων; Είναι προφανές πως οι ανθώδεις ευωδίες των φυτών και της ροδακινιάς συμβολοποιούν το άρωμα της ψυχής των προγόνων, την ενέργεια –ρευστότητα των υπάρξεων που ανανεώνεται ακαταπαύστως. - Ο αφηγητής στον μυστικό κήπο της δημιουργίας περιγράφει τις ασήμαντες ιδιότητες των φυτών. Σ’ αυτόν το Μυστικό Κήπο τα φυτά έχουν όνομα, ψυχή και ένα ρόλο ζωής σε αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Το όνομά τους είναι ήδη ένα σύμβολο, η οξιά, ο κάρδαμος, το πιπέρι κ.λπ. υποστηρίζει ο συγγραφέας. «Έπειτα τις δίνει ένα όνομα. Έπειτα ανακαλύπτει τι όνομα τους έχει δώσει η επιστήμη, ποια είναι η κοινή τους ονομασία ή δίνει ένα όνομα δικής του έμπνευσης. Κάνοντάς το αλλάζει τα πάντα, κυρίως , τον εαυτό του. Στήνει μία νέα τάξη πραγμάτων γύρω του και εντός του» (σελ. 505). Ενώ όσοι/α δεν έχουν ένα όνομα είναι αυτοί/α που η ενέργεια τους θα χαθεί δεν θα επιστρέψει στον αισθητό κόσμο, σαν τον Παροξυσμό που αποκεφάλισε τον παππού Μιχάλη για ένα σταματημένο ρολόι. ΄Η σαν την Παλιόψαθα που σύλησε τον οικογενειακό θησαυρό του σπιτιού της οικογένειας της μητέρας του. Οι ψυχές τους θα έχουν την εμπειρία του κακού και όχι της ανδρείας. - Ο Καισαρίδης εκμεταλλεύεται στοιχεία της οντολογίας του Πλωτίνου, σύμφωνα με τον οποίο η Ψυχή διαιρετή και αδιαίρετη ταυτόχρονα, ενώνεται με το Εν, αλλά όταν στραφεί προς τον αισθητό κόσμο ανακτά τη μνήμη των πραγμάτων που συνέλεξε από τις προηγούμενες εισόδους στον αισθητό κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο ο αφηγητής εισέρχεται στα σώματα, τις μνήμες και τις ιστορίες των προγόνων για να δημιουργήσει μια ενότητα συνύπαρξης, αλληλοαναγνώρισης και αλληλεπίδρασης. - Οι εσώτερες συγγραφικές προθέσεις. - Ποιο είναι, τελικά, και που αποσκοπεί το συγγραφικό σχέδιο με τη γραφή της Αποτομής; Κεντρικό στοιχείο των εσώτερων συγγραφικών προθέσεων είναι η δημιουργία ενός σύνθετου χωρόχρονου συνύπαρξης προγόνων-απογόνων στον οποίο κυριαρχούν τα κυκλικά μοτίβα της Αποτομής και της μη ανεύρεσης των σωμάτων των προγόνων. Η δημιουργία αυτού του σύνθετου χωροχρόνου σημαδεύεται από τη νοσταλγία της απώλειας της πατρίδας για τους παππούδες, της μητέρας για τον Χριστάκη, της αδελφής για την Μυγδαλιά-Μαγδαληνή. Οι απώλειες αυτές με κυρίαρχη την απώλεια της μικραςδευτέραςπαρουσίας, διαμορφώνουν μια συλλογικότητα, μια κοινότητα αξιών που υπερβαίνει το χρόνο. Η μνημονική αναπαράσταση των ατομικών ιστοριών εγγράφει αυτή τη νέα συλλογικότητα στην ατομική συνείδηση του απογόνου, του αφηγητή–συγγραφέα. Συνεπώς, η σύνθεση του Καισαρίδη αποτελεί μεν ένα οικογενειακό παλίμψηστο, αλλά, ταυτόχρονα και μια ποιητική ελεγεία της απώλειας της μητρόπολης –πατρίδας και της εξιστόρησης της εγκατάστασης σε ένα νέο τόπο, τη Βέροια και τον κάμπο της. - Ποιες όμως αξίες καθορίζουν το συγγραφικό εγώ που αποκαλύπτεται στο κείμενο; Ποιος είναι ο χαρακτήρας του; Πιστεύω πως γίνεται φανερό ότι ο αφηγητής λειτουργεί ως ένας μυσταγωγός, εν μέρει ρομαντικός, εν μέρει μεταφυσικός, που πρωταρχικό του μέλημα είναι να επουλώσει μέσω της ποιητικής της γλώσσας τα τραύματα των απωλειών και να επιτρέψει την συνύπαρξη των προσώπων σε ένα κοινό χώρο. Ο αφηγητής επιχειρεί να επιστρέψει τη ρέουσα ενέργεια της ρίζας των προγόνων μέσω της γραφής και της τέχνης, αλλά και να ενισχύσει τη ροή της στο μέλλον. Μελλοθάνατος διαμετακομιστής μηνυμάτων θανόντων, σύμφωνα με τον ίδιο. - Βοηθό σ΄ αυτή τη μεταφυσική σύλληψη του χώρου, στον οποίο κυκλικά συμβαίνει η γέννηση, ο θάνατος , η ανάσταση, ο αφηγητής έχει το δικό του θησαυρό, τα χρυσά και τις φαγεντιανές του. Αυτοί είναι οι αγαπημένοι συγγραφείς και ποιητές: Παπαδιαμάντης, Πεντζίκης, Ιωάννου, Λόρκα, Σαίξπηρ, Βαρβέρης, Αγγελάκη-Ρουκ κ. ά. Η τέχνη, ιδίως η ποίηση, συνθέτουν τους φορείς της δικής του ατομικής συνείδησης, με τον ίδιο τρόπο που οι ιστορίες των προγόνων τον σφράγισαν. Ακολουθώντας την προηγούμενη σκέψη, μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως η Αποτομή του Γιάννη Καισαρίδη ανήκει στο «μυθιστόρημα» διάπλασης του καλλιτέχνη, κείμενο που περιγράφει την πορεία του συγγραφέα- αφηγητή από την παιδική του ηλικία μέχρι την πραγμάτωση του καλλιτεχνικού-συγγραφικού του πεπρωμένου, με τη δημιουργία του δικού του θησαυρού, της γραφής την οποία απολαμβάνουν οι αναγνώστες. - Ωστόσο, ο Καισαρίδης αποφεύγει τη σκόπελο τόσο του αισθητισμού όσο και της ναρκισσιστικής προσέγγισης. Η τέχνη είναι για να υμνήσει τη ζωή, να δώσει υπόσταση, μορφή και σχήμα στις ψυχές των όντων, τελικά, να ανυψώσει το καθημερινό ασήμαντο και τετριμμένο στη θέση ενός συμβόλου και όχι να αυτοθαυμάζεται. Παράλληλα, το αφηγηματικό εγώ εγγράφει στο σώμα της σύνθεσής του την αξία του προφορικού πολιτισμού, αποκαλύπτοντας τον τρόπο σύνθεσης των ιστοριών του μέσω των προφορικών αφηγήσεων. «-Προλαβαίνεις να τα γράψεις; τον ρωτάει ο πατέρας του. Συνέχισε, του λέει ο αφηγητής». Μετά , πιο κάτω, «-τα έγραψες αυτά για το θείο-Γιορδάνη; -Πιο αργά μπαμπά, περίμενε…». Προφορικότητα, αληθοφάνεια και μυθολόγηση υφαίνονται στο στημόνι της ποιητικής της γλώσσας του κειμένου. - H γλώσσα-θησαυρός. - Η γλώσσα της Αποτομής είναι μια σύνθεση των ιδιολέκτων των ηρώων της. Η πολυτυπία και η πολυμορφία της συντίθεται από τον τρόπο ομιλίας του Χριστάκη, η οποία διασώζει την ομιλία συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας της Βέροιας του Μεσοπολέμου καθώς και των συγγενών του, οι οποίοι μιλούν τα ελληνικά με τούρκικη προφορά, αναμεμιγμένη με τούρκικες λέξεις. «Η γιαγιά Γεσθημανή, πουπουλοκουτσουλισμένη περισσότερο από ποτέ, αιωρείται πάνω στο ογκηρό, έτοιμη να πετάξει. Η φωνή της, καθαρή μετά από χρόνια, ταχταρίζει με τη βοήθεια του ποτάμιου ανέμου τις λέξεις και ακινητοποιεί τον Χριστάκη. - … άμα ελληνικό ήρτε, παππούς σου ζευγάρι κόρφο χώνει, Πόλεμο πάει. Θηλυκιά πότε στέλνει-γούτο πότε στέλνει: Ένα δυό σημάντια, Χάιντι, ένα –δυό σημάντια, φρουουσστ, πουλιά, χάντι , πάνε… … Πρωί, θηλυκιά κουμάσι πάνω βλέπω… Στήθια της , να!...Θηλυκιά πάνω, τελευταία σημάντια μου βλέπω… Φαί ντίνω… Χαϊντεύω-χαϊντεύω… …Εντό κουμάσι, πουλιά, κείνο νταμάρι είναι! Αναντούν; Απέ πατρίντα κόρφο μου ήρτανε… Αναντούν;», (σελ 35). Από την πλευρά της μητέρας του αφηγητή κυριαρχεί το λαϊκό ιδίωμα με την αποβολή των φωνηνέντων της τελευταίας συλλαβής και γενικά η ντοπιολαλιά των χωριών του κάμπου της Αλεξάνδρειας με το κόψιμο των συλλαβών. «- Πού τα’αφήσαμι του παραμύθ….; ρωτάει ασθμαίνουσα κι αρχινάει … -Μπουτί, κορ μανιά, κοιμιθκει του Στοιχειό;απορείς κάποια στιγμή. -Ήνταν ακοίμιστου χρόνους και ζαμάνια, του καημένου-ου… ιεφτασ’η ώρα τ’… Μπουτί ήταν ακοίμιστου; -Ε, για να μας φυλάγει-ει , για! -Αμά μπουτί ήνταν ιέτσι; -Πώς «ιέτσ’»; -Ε, να …ιέτς»: δύου μάτια μόνου… -Ιέτς΄ κοιμούντι -ῑ κινάν απ’τ΄ν νουρά τ΄ κι τρών’ του σώμα τς λάου-λάου. Τυχερή που είσαι ! Ο κόρφος εγκολπώνεται του Στοιχειού το φώς –που βαστάει από παλιά πολύ πριν τη γέννησή του-και κάποιες από τις παροιμίες επιθανάτιο ρόγχο της γιαγιάς σου που θα επαναλαμβάνεις μια ζωή… -αυτές είναι το δώρο που σου υποσχέθηκε τα Χριστούγεννα του 1949…; Αχ , τι γιαγιά είχες, «μ΄ιένα πουτήρι νιρό τουν καβαλάρη κατέβαζι!» ( σελ. 76). - Τέλος, στο στημόνι των γλωσσικών ποικιλιών υφαίνεται και η γλώσσα του αφηγητή-συγγραφέα, η κοινή νεοελληνική ποικιλμένη με γλωσσικούς τύπους της εκκλησιαστικής γλώσσας, της ποίησης, και θεατρικών έργων. Η συνειδητή ενσωμάτωση ειδών και κειμένων γίνεται με τρόπο που θυμίζει τον Μπαχτίν, τον διάλογο ανάμεσα σε αναγνωρισμένα κείμενα, Σαίξπηρ, Ματωμένος γάμος, λαογραφικές αφηγήσεις, σε συνάρτηση με την τύχη και την πορεία των προγόνων. Η διαλογοποίηση υφίσταται πολύμορφα. Οι ιστορίες του Μηνολογίου μεταξύ τους συγκροτούν έναν διάλογο, ο αφηγητής διαλέγεται με τις ιστορίες και τις φωτίζει με τη δική του ανάγνωση και, τέλος, τα διακειμενικά αποσπάσματα αναγνωρίσιμων κειμένων διαλέγονται και πολλές φορές καθορίζουν την τύχη των ηρώων, όπως, λόγου χάρη ο Ματωμένος γάμος του Λόρκα παρακολουθεί την τύχη και το χαμό του παππού Μιχάλη, όχι μόνο ως στοιχείο της πλοκής του μύθου αλλά και ως στοιχείο συμβολικό της ίδιας του της τύχης. - Ο γλωσσικός πλούτος της Αποτομής -μέγιστο κατόρθωμα του συγγραφέα- μαζί με την προφορικότητα ενισχύουν την πεποίθηση του αναγνώστη για την αληθοφάνεια των αφηγημένων ιστοριών. Ο γλωσσικός πλούτος εκτείνεται από το λεξιλόγιο κοινωνικών ομάδων(τουρκόφωνοι, χωρικοί, αγρότες, ντόπιοι της πόλης), αλλά και επαγγελματικών ομάδων, (οδηγοί, κυνηγοί, θεριστάδες). Η πολυμορφία των γλωσσικών ιδιολέκτων τροφοδοτείται από την προφορικότητα. Ωστόσο, ο αναγνώστης οφείλει να έχει υπόψη του πως πρόκειται για κατασκευασμένη προφορικότητα με στόχο να υπηρετήσει το συγγραφικό σχέδιο, ως προς τη συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών μέσω μιας καλειδοσκοπικής σύνθεσης. - Ο γλωσσικός πλούτος του οικογενειακού παλίμψηστου μας οδηγεί να αναρωτηθούμε για τη στροφή μεγάλου μέρους της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής σε παραδοσιακές γλωσσικές πηγές και αξίες που φωτίζουν πρισματικά παλιότερες μορφές γλωσσικών διαλέκτων της ελληνικής γλώσσας, οι οποίες οδηγούν στην περιγραφή και ανάδειξη ετερογενών κοινωνικών και πολιτισμικών ομάδων που συνέθεσαν το σύγχρονο νεοελληνικό κράτος. Οι λογοτεχνικές δοκιμές αυτές δεν εμπεριέχουν εγγενώς ως σκοπό την ανάδειξη εθνοτικών-πολιτισμικών διαφορών, αλλά, εξ αντιθέτου, ιχνογραφούν τον γλωσσικό πλούτο και τις αξίες μελών παραδοσιακών κοινοτήτων που έζησαν στον νεοελληνικό χώρο, κοινότητες που προσέθεσαν τη δική τους ψηφίδα στη σύγχρονη νεοελληνική ταυτότητα. Η στροφή αυτή μέρους της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής, μέσω της σύνθεσης και αξιοποίησης της γλωσσικής πολυμορφίας, ενέχει σπέρματα αντίστασης απέναντι σε ηγεμονικές αφηγήσεις οι οποίες προκρίνουν την κοινή νεοελληνική γλώσσα με σκοπό την προβολή μιας κοινής νεοελληνικής συνείδησης και ταυτότητας. - Συμπεράσματα. - Με την Αποτομή ο Καισαρίδης δοκιμάζει με επιτυχία την έκθεση του σε κείμενα ευρύτερης σύνθεσης, στα οποία η έκταση, τα πολλά πρόσωπα, οι ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές και η ίδια η δομή συντείνουν στο να χαρακτηριστούν μυθιστορήματα. Ωστόσο, η μορφή των κειμένων, η πίστη στο θαύμα και στη συνύπαρξη προγόνων-απογόνων, η εκκλησιαστική αύρα του λεξιλογίου, η κληρονομική μαγιά καθώς και το εικονοστάσι των αγαπημένων συγγραφέων, μας οδηγούν στο να το χαρακτηρίσουμε ως ένα κείμενο καλλιτεχνικής διαμόρφωσης στο οποίο συνυπάρχει η συλλογική ταυτότητα των προσφύγων της μικράςδευτέραςπαρουσίας που καθόρισε και την ατομική αποστολή-ταυτότητα του καλλιτέχνη-συγγραφέα. - Διαθέτοντας στις αποσκευές του ο Καισαρίδης τη γόνιμη θητεία του σε συγγραφείς του νεοελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, που υμνούν μια παραδοσιακότητα, επιμένοντας στις λεπτομερείς περιγραφές με σκοπό τη δημιουργία ποιητικής ατμόσφαιρας, δραματοποιώντας τις ιστορίες που συνθέτει (εμφανής, εδώ, η επίδραση της θεατρικής παιδείας), συνθέτει ένα παλίμψηστο όχι απλώς οικογενειακό, αλλά γλωσσικό, πολιτισμικό και, τελικά, απλά γοητευτικό. Για όλους αυτούς του λόγους ο αναγνώστης καθίσταται ικανός να απολαύσει το κείμενο, να αναστοχαστεί από ποια ποτάμια ρεύματα, από ποια πηγή απωλειών και τραυμάτων, από ποιους θησαυρούς είναι συνθεμένος ο ίδιος, αλλά και ο χαρακτήρας της κοινωνίας της πόλης. Αυτή άλλωστε θα είναι και η ικανοποίηση του συγγραφέα. Με τη γραφή να φέρει πίσω το συλημένο οικογενειακό θησαυρό για να τον μοιραστεί με τον αναγνώστη, αντίδωρο στην παρουσία των απόντων. -

Χρήστος Ι. Σκούπρας, Φιλόλογος, δρ. Παιδαγωγικών

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-97-6]

Μάκης Αγγελόπουλος,
Η ΤΣΕΛΙΣΤΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ
μυθιστόρημα, 444 σελ.,

Το δεύτερο μυθιστόρημα του Μάκη Αγγελόπουλου.
Το πρώτο του,
ΟΛΟ ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΚΑΙ ΕΜΒΑΤΗΡΙΑ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ, κυκλοφορεί επίσης στις Νησίδες.

Μία τσελίστρια και ένας σπηλαιολόγος συναντιούνται στη Θεσσαλονίκη και αρχίζει μεταξύ τους μία έντονη ερωτική ιστορία. - Μια μέρα η κοπέλα προτείνει στον άντρα να επιχειρήσουν να βρουν έναν θησαυρό που εγκατέλειψαν φεύγοντας οι Ναζί σε μια περιοχή της βόρειας Πελοποννήσου, στο Αίγιο. Ο άντρας δέχεται και κατεβαίνουν σ’ αυτήν την πόλη. - Εκεί, κατά τη διάρκεια των ερευνών τους, έρχονται σε επαφή με την ιστορία της περιοχής, ενώ ο έρωτας είναι διάχυτος παντού και εξορκίζει κάθε κακό που παραμονεύει.

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-95-2]

Φρειδερίκη Φαντίδου-Σιδηροπούλου,
ΖΙΛ ΚΑΙ ΝΙΚΟΛ
μυθιστόρημα, 290 σελ.,

Μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη από το 1917 (χρονιά της μεγάλης πυρκαγιάς) μέχρι σήμερα. Ένας μεγάλος έρωτας που τον καταστρέφει ένα απρόβλεπτο γεγονός: η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου 1917.

Η Φρειδερίκη Φαντίδου-Σιδηροπούλου είναι φιλόλογος. Προηγούμενα βιβλία της:

1. Αλεξάνδρειας 93 - Από το Μαράσλειο Ελληνογαλλικό Εμπορικό και Πρακτικό Λύκειο Στ. Νούκα στο Β΄ Γυμνάσιο Θηλέων, στο Ζ΄ Γυμνάσιο Θηλέων και στο 19ο Γυμνάσιο και 19ο Γενικό Λύκειο Θεσσαλονίκης
(Θεσσαλονίκη 2008, ιδιωτική έκδοση)
2. Είναι όλοι τους παιδιά μας
(εκδ. Νησίδες, 2013)

ΜΙΑ ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΕΠΙΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΗ.

- Είχα γνωρίσει τη γραφή της συγγραφέως Φρειδερίκης Φαντίδου, συναδέλφου εκπαιδευτικού, από το πρώτο της κιόλας βιβλίο (Αλεξανδρείας 93), ένα είδος χρονικού για το παλιό μας σχολείο, το Β΄ Γυμνάσιο Θηλέων στο Ντεπό, μετεξέλιξη του παλιού Μαράσλειου Ελληνογαλλικού Εμπορικού και Πρακτικού λυκείου Στ. Νούκα, ένα από τα κτήρια που συναντάμε και στο τωρινό βιβλίο, Ζιλ και Νικόλ, κι όχι Ζυλ και Τζιμ – όπως χαμογελάει παιχνιδιάρικα η κινηματογραφική μας μνήμη. Είναι βέβαια ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα του Ζιλ προς τη Νικόλ, όπως αναγγέλλεται στο οπισθόφυλλο, έναν έρωτα που εγγράφεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, της Θεσσαλονίκης πριν την πυρκαγιά του 1917, ενός γάλλου φαντάρου της Μεγάλης Στρατιάς, των συμμάχων μας που στρατοπέδευσαν στη Δυτική Θεσσαλονίκη και στο λιμάνι πριν τον Μεγάλο Πόλεμο και ενός κορτισιού από τη Θεσσαλονίκη. Ο παλιός εκείνος έρωτας μας αποκαλύπτεται ως αφήγηση μέσα στην αφήγηση από τη σχέση ενός σημερινού ζευγαριού, της Κατερίνας, μιας καθωσπρέπει θεσσαλονικιάς, διδακτορικής φοιτήτριας στο Παρίσι και του πανεπιστημιακού φίλου της, Λοράν . Το βιβλίο που χαρακτηρίζεται μυθιστόρημα, χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια άνισα κατανεμημένα με αφηγήτριες εναλλάξ την Κατερίνα, που έφυγε για το Παρίσι, και τη φίλη της που άφησε πίσω, τη Νικόλ, και είναι η αφήγηση ενός έρωτα που όμως είναι μόνο το πρόσχημα για να ανακαλύψουν οι σημερινές κοπέλες-αφηγήτριες το παλίμψηστο της πολυπολιτισμικής τους πόλης ανάμεσα σε ημερολόγια, φωτογραφίες και διαβάσματα για τη Θεσσαλονίκη του καιρού εκείνου, κι εμείς μαζί τους να περιδιαβούμε έντυπα και χρονογραφικό υλικό, τις γειτονιές και τις διηγήσεις για την παλιά πόλη, τις συνήθειες, τη γλώσσα και τους τρόπους της. Να συναντήσουμε και να ερωτευθούμε ξανά την πόλη μας, όπως ο Ζιλ συνάντησε κι ερωτεύθηκε έξω από το μοδιστράδικο το μελαχρινό εκείνο κορίτσι με την πλεξούδα, την Νικόλ, που είναι η τωρινή γιαγιά Νίκη και είναι στα τελευταία της. - Η αφηγήτρια Κατερίνα που πάει να σπουδάσει στο Παρίσι, γνωρίζει και ερωτεύεται τον Λοράν και μόνο νοερά τον κατηγορεί για σοβινισμό, όπως, διαβάζουμε, η παλιά Νικόλ σε έναν νοερό μονόλογό της επιρρίπτει ευθύνες στους συμμάχους «που ήρθαν εδώ και φέρονται σαν να ήμαστε αποικία τους», κι όχι στον Ζιλ, τον αγαπημένο της – αυτός τι φταίει; Όταν, καθώς προχωράει η σχέση, η Κατερίνα επισκέπτεται την οικογένεια του φίλου της αρχίζουν οι ανταλλαγές –τι ξέρουν, τι αγαπούν, τι εκτιμούν– κρασιά, βιβλία, δίσκους, φαγητά, φτάνουν και στην αγαπημένη πόλη που έτυχε να γνωρίζουν οι γονείς του Λοράν, υπήρχε στην οικογένειά τους ο παππούς που δεν είναι πια στη ζωή, αλλά στην ιστορία της οικογένειας έχει καταγραφεί ο έρωτάς του για ένα κορίτσι από τη Θεσσαλονίκη, τη Νικόλ – υπήρχαν γράμματα, μια φωτογραφία και πολλή συγκίνηση. Το νήμα όμως με την πόλη εκείνη και τους πρωταγωνιστές της ιστορίας είχε χαθεί για πάντα μετά τη μεγάλη εκείνη πυρκαγιά του 1917 και η ζωή συνεχίστηκε χωρίς την επιστροφή στην ουτοπία εκείνου του έρωτα. - Στο δεύτερο κεφάλαιο, το νήμα της αφήγησης παίρνει η νεαρή Νικόλ, η Ελληνίδα φίλη της Κατερίνας που αναλαμβάνει να περιγράψει το δίκτυο των σχέσεων μέσα στην οικογένειά της, μυστικά και ψέματα που όμως αποκαλύπτονται αργά ενόσω η αφήγηση καλά κρατεί, αποκαλύπτοντας το χρώμα και τα ονόματα, τις γεύσεις και την καθημερινότητα της ευρύτερης οικογένειάς της, διηγημένα και από το στόμα της προγιαγιάς Νίκης, που ήταν το παιδί του έρωτα. Η γλώσσα της αφήγησης είναι ωραία κρουστά ελληνικά, μια χρονογραφία της εποχής απ’ όπου περνούν έννοιες και πράγματα παλιά και ξεπερασμένα σήμερα: η προίκα και η αντιπαροχή, το καρίκωμα των καλτσών, η μπουγάδα στο πλυσταριό με αλισίβα, η σκάφη, το καζάνι και η ξυλόσομπα, τα μαγκάλια, οι τεντζερέδες, τα ταψιά και τα γκιούμια, τα δράμια, οι οκάδες και τα πληθωριστικά χιλιάρικα, οι λουκουμάδες, οι λαχανοντολμάδες και τα σαρμαδάκια –αυτά αξεπέραστα–, οι παλιές ταινίες, τα σχολεία αρρένων και θηλέων, η αρμένικη βίζιτα, οι τσιγαρίδες, τα Λαδάδικα, το Μπέχτσιναρ και οι φανοστάτες, η «νεότευκτη λεωφόρος των Εξοχών», τα σιρίτια και οι δαντέλες στη στοά Καράσο, ο Φραγκομαχαλάς, το γύρισμα του φλιτζανιού για τη σύγχρονη μαντεία, η μοδίστρα με μεροκάματο στα σπίτια, το Αρσακλί, οι προσφυγοπούλες και τα κατορθώματά τους, το Πατέ και η Παναγούδα, τα ηλεκτροκίνητα τραμ, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής με τις γειτονιές των προκομμένων προσφύγων στην Καλαμαριά, στην Τούμπα, στο Κορδελιό και στον Εύοσμο. - Στο τρίτο κεφάλαιο η Κατερίνα ανοίγει το πακέτο που της εμπιστεύθηκαν –γράμματα, κάρτες και ημερολόγια του Ζιλ–, κι εμείς διαβάζουμε για τον καταδικασμένο του έρωτα. Έχουμε εδώ το λογοτεχνικό εύρημα των τεκμηρίων, για την αληθοφάνεια της διήγησης. - Στο τέταρτο κεφάλαιο η Νικόλ επισκέπτεται τη γιαγιά της και τον κόσμο της προγιαγιάς της, ενώ ο παππούς δίνει εξηγήσεις. Υπάρχει παράλληλα σε πλαγιογράμματα διάσπαρτος ο ενδιάθετος λόγος της προγιαγιάς Νίκης, σχεδόν ανοϊκής πια, που διηγείται την ιστορία της και ψιλοκουβεντιάζει με τον αγαπημένο της Ζιλ εκείνου του καιρού. - Το πέμπτο κεφάλαιο επέχει θέση επίμετρου και σφραγίζεται από το τέλος της γιαγιάς, κρίσεις, σχόλια και συμπεράσματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας. - Μετά τον εορτασμό των εκατόχρονων της απελευθέρωσης της πόλης έχουν γίνει ξεναγήσεις κι αφιερώματα, γράφτηκαν βιβλία στην προσπάθεια να ανιχνευτεί το πολιτιστικό και πολιτισμικό παλίμψηστο της πόλης και το βιβλίο που σχολιάζουμε εντάσσεται νομίζω σ’ αυτό τον κύκλο βιβλίων. - Αφού κάνουμε κατ’ αρχάς ένα σχεδιάγραμμα για το περίπλοκο οικογενειακό δέντρο με τις πολλές γιαγιάδες που προκύπτουν, παρακολουθούμε την ταυτοποίηση των ηρώων μέσα από το αργό ξετύλιγμα του μύθου, περνώντας απ’ τα παλιά κτήρια με τα αλλαγμένα ονόματα, τα παλιά ωραία σπίτια του εκλεκτικισμού που έγιναν πολυκατοικίες και τους παλιούς δρόμους, μέχρι να αιχμαλωτιστούμε από τη μυθοπλαστική ανάπλαση μιας ιστορίας μέσα στην Ιστορία, του νέου αξιόλογου επιστολικού μυθιστορήματος της Φρ. Φαντίδου.
Αρχοντούλα Διαβάτη, πεζογράφος.-

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-94-5]

ΝΙΚΟΣ ΤΑΚΟΛΑΣ,
Το Κάστρο της Νιφάδας
(διηγήματα)

Οι δρόμοι για το Κάστρο της Νιφάδας ξεκινούν από παντού και τελειώνουν στο βάθος των οριζόντων, αν μπορείς να ονειρεύεσαι. Μα αυτό θα το μάθεις μόνο αν διαλέξεις να ζεις τη ζωή σου σαν παραμύθι, σαν τον τόπο των εκπλήξεων και της ομορφιάς, μέσα στον πόνο και στον χρόνο…

Ο Νίκος Τακόλας γεννήθηκε στη Λάρισα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές σε τεχνικά πεδία και στη Διεθνή Ενεργειακή Οικονομία. Γράφει για πολλά χρόνια κείμενα επιστημονικά, τεχνικά, οικολογικά και λογοτεχνικά.

Πιο πρόφατα έργα του: Το κρυμμένο αριστούργημα του Ζοζέφ Ινεμπράο (Ένεκεν 2011) Το πέρασμα του Αρμένιου (Πηγή 2014).
Έχει τιμηθεί με λογοτεχνικά βραβεία.

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-91-4]

ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΔΙΑΒΑΤΗ,
Σκουλαρίκι στη μύτη
(διηγήματα)

Γεννήθηκα, μεγάλωσα και σπούδασα Νομικά και Φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκα ως καθηγήτρια νομικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Τα προηγούμενα βιβλία μου: ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, χρονικό, εκδ. Το Ροδακιό 2004 ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ , μυθιστορίες , εκδ. Νησίδες 2012 ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ, χρονογραφήματα, εκδ. Νησίδες 2014.

Μπάμπης Δερμιτζάκης, ηλεκτρονικό περιοδικό ΛΕΞΗΜΑ (lexima.gr), Σαβ 28 Νοεμ 2015 - Αρχοντούλα Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη, εκδ. Νησίδες - Αναπολήσεις και αφηγήσεις συγκινητικών ιστοριών περιέχονται στο βιβλίο αυτό της συγγραφέως. - Της Αρχοντούλας Διαβάτη έχουμε παρουσιάσει τα βιβλία «Η μάνα του νερού», «Το αλογάκι της Παναγίας» και «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω». Σειρά έχει σήμερα το «Σκουλαρίκι στη μύτη». - Στη βιβλιοκριτική μας για το προηγούμενο βιβλίο της καταλήγαμε: «Εξαιρετικό το βιβλίο της, με το καλό και το επόμενο». - Δεν άργησε, μετά από ένα χρόνο βγήκε κι αυτό. Και, κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί τη συνέχειά του. Στην ίδια βιβλιοκριτική γράφω: «Όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο η συγγραφέας, πρόκειται για κείμενα που έγραψε για ένα περιοδικό. «Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο», μας λέγει στην αρχή, και πράγματι πολλά κείμενα είναι λεκτικές φωτογραφίσεις εικόνων που βλέπει η Διαβάτη και εντυπωσιάζεται απ’ αυτές, σχολιάζοντάς τις». - Το ίδιο ισχύει και για τα κείμενα αυτού του βιβλίου. Στο τέλος του παρατίθενται σε δυο σελίδες οι «Πρώτες δημοσιεύσεις». Κάποιες απ’ αυτές έγιναν σε ηλεκτρονικά έντυπα, τα οποία αρχίζουν και καταλαμβάνουν ένα όλο και πιο μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής πίττας. Επίσης είναι «λεκτικές φωτογραφίσεις», όμως, θα έλεγα καλύτερα, και «λεκτικές βιντεοσκοπήσεις», τόσο συγχρονικών επεισοδίων όσο και επεισοδίων που ανασύρονται από τη μνήμη της• σε όλα τα βιβλία της Διαβάτη η αναπόληση του παρελθόντος είναι κυρίαρχη. - Πιστεύω ότι κάθε βιβλίο ενός συγγραφέα αποτελεί παραλλαγή ενός θεματικού και υφολογικού «συμπλέγματος», το οποίο συνάγεται, όπως και ο αρχέμυθος (Ur-Myth) κατά τον Κλωντ Λεβι-Στρως, από το σύνολο των παραλλαγών του. Το «σύμπλεγμα» αυτό της Διαβάτη περιέχει την αναπόληση του παρελθόντος, τη μαγεία της στιγμής, την εκφραστική λιτότητα και την εστίαση στα καίρια σημεία. Όμως ας σχολιάσουμε κάποια διηγήματα και κάποια αποσπάσματα. - Η αναπόληση του παρελθόντος δεν είναι υποχρεωτικά αυτοβιογραφική. Στη «Χαμένη επανάσταση» βλέπουμε τον καρκινοπαθή να αναπολεί το παρελθόν περιμένοντας στον προθάλαμο του ιατρείου. «…ακούει ξαφνικά σαν σε όνειρο το όνομά του από το κλειστό ιατρείο στο βάθος. Σηκώνεται βαρύθυμος, ακολουθώντας μια άσπρη μπλούζα, για τα περαιτέρω» (σ. 10). - «Καταπονημένη τώρα κοιτάει παλιές φωτογραφίες στην πολυθρόνα με το νυχτικό μπρος στο παράθυρο, στη φθινοπωρινή λιακάδα. Γάμοι, γεννητούρια, βαφτίσια και πάλι γάμοι και γεννητούρια εις τους αιώνας των αιώνων» (σ. 17). «Αιώνια επιστροφή». - «Με αρπάζουν οι αναμνήσεις από το λαιμό» (σ. 23). - Το παρελθόν δεν έρχεται πάντα σαν ευτυχισμένη αναπόληση, κάποιες φορές είναι ένα ιδεοψυχαναγκαστικό μαρτύριο. - Το «Εις στην Πόλιν» δεν είναι ακριβώς ένα οδοιπορικό στην Ισταμπούλ, είναι η αφήγηση σε φίλες ενός ταξιδιού. Δεν περιγράφει τα αξιοθέατα αλλά το ταξίδι. Ο Σαραμάγκου τη συνοδεύει, αλλά μπορεί να περιμένει. Στην αφήγηση αυτή εμφιλοχωρούν και αρκετά χιουμοριστικά επεισόδια. - Στο «Ολόγυρα οι φίλοι» διαβάζουμε: «Ο Θοδωρής, από εύπορη οικογένεια της Κρήτης, είπε πως πήγε ένα φεγγάρι - το πενήντα έξι θα ήτανε - στο Δημοτικό, στο χωριό των παππούδων από τη μεριά της μάνας του, Σκοπή Σητείας… Έγινε γρήγορα φίλος των παιδιών στη γειτονιά, μόνο που εκεί τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλυτα. Του κακοφάνηκε ν’ αποτελεί εξαίρεση. Έτσι κι αυτός έκανε την επανάστασή του. Αγκάθια και τριβόλια και πέτρες από κάτω, αλλά αυτός έβγαλε τα παπούτσια του - οι πατούσες του απάτητες, παρενέβη η Ανθούσα, με τη σιγουριά της συντρόφου που ξέρει καλύτερα - τα άλλα παιδιά είχαν σόλα σωστή για πατούσα» (σ. 55-56). Κι εγώ το πενήντα έξι πήγα στο δημοτικό. Κι εμείς περπατάγαμε ξυπόλυτοι, όχι όμως από υπερβολική φτώχεια - το χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, ήταν το κεφαλοχώρι του νομού εκείνη την εποχή - αλλά επειδή μας άρεσε. Όμως όχι το χειμώνα που έκανε κρύο. Την άνοιξη, μόλις άνοιγε ο καιρός, τα πετάγαμε, και τα ξαναφοράγαμε το φθινόπωρο, με τα πρωτοβρόχια. Ένας συμμαθητής μας όμως που ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια περπατούσε χειμώνα καλοκαίρι χωρίς παπούτσια, και έτσι είχε κι αυτός, όπως τα παιδιά της Σκοπής, «σόλα σωστή για πατούσα». Κάποτε ο δάσκαλος, δεν θυμάμαι τι κάναμε, θέλησε να μας τιμωρήσει με φάλαγγα (ναι, την φάλαγγα δεν την επινόησε η χούντα, την επινόησαν οι δάσκαλοι). Καθόμασταν στη σειρά ένας ένας, σηκώναμε το πόδι προς τα πίσω κρατώντας το με το αντίστοιχο χέρι μπροστά από τον αστράγαλο, και ο δάσκαλος μας χτύπαγε με τη βέργα. Κάποια στιγμή ήλθε και η σειρά αυτού του συμμαθητή μας. - Κύριε, κύριε, τον καρφώσαμε εμείς, μην τον χτυπήσετε στην πατούχα γιατί δεν πονάει, κτυπήστε τον καλύτερα στα χέρια. - Η μνήμη στις αναμνήσεις μπορεί να είναι εξαιρετική, ανασύροντας μέχρι και την πιο μικρή λεπτομέρεια. Στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή δυο φίλοι συναντώνται μετά από χρόνια. Θυμούνται που είχαν πάει μαζί σε κάποιο ματς. Μετά πέρασαν από το σπίτι της μητέρας του αφηγητή. Και ο φίλος του τι θυμήθηκε; «Τι φαγητό ήταν εκείνο, ρε, που μας έβγαλε η μάνα σου, ακόμα η γεύση του μοσχοβολάει στο μυαλό μου-αρνάκι φρικασέ» (σ. 58). Το ματς αυτό ήταν ΠΑΟΚ-ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ. «Η ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ, κι αυτή μεγάλη ομάδα. Δαβουρλής, Μιχαλόπουλος, Στραβοπόδης κι άλλοι. Μεγάλοι παίχτες» (σ. 58). - Ποιος ο λόγος που παραθέτω αυτό το απόσπασμα; Νά, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να διαφημίσω το βιβλίο του φίλου μου του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα, «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης». - Εξαιρετική η Αρχοντούλα Διαβάτη. Το διήγημα «Εις στην Πόλιν» τελειώνει με τη λέξη ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ. Περιμένουμε λοιπόν τη συνέχεια.

Η «χαμένη επανάσταση», είναι το εισαγωγικό διήγημα της συλλογής «Σκουλαρίκι στη μύτη» της Αρχοντούλας Διαβάτη, ίσως μια τομή με σημασία για το έργο της, τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή του. Πρόκειται για ένα διήγημα τεχνικά άψογο, καθώς ο λόγος του αφηγητή σε ό,τι αφορά τα τεκταινόμενα στο Δημόσιο Νοσοκομείο, διαρθρώνεται με την εναλλαγή ρημάτων γ΄ ενικού και γ΄ πληθυντικού προσώπου, με τη χρήση επιρρημάτων και επιρρηματικών προσδιορισμών και την καίρια χρήση του ουσιαστικού. Το ρήμα είναι η ψυχή της πρότασης, ενώ στη χρήση επιθέτων είναι η συγγραφέας εξαιρετικά φειδωλή. Σε ένα δεύτερο επίπεδο με τη χρήση του Μέλλοντα, ο αφηγητής δρομολογεί πιθανές μελλοντικές προσδοκίες («Αν τα αποτελέσματα ανοίξουν ένα παράθυρο..», « Αν, μόνο αν ζήσει, θα γίνει άλλος άνθρωπος») που ο αναγνώστης όμως μάλλον τις εκλαμβάνει ως ματαιώσεις. Στη συνέχεια η συγγραφέας με εξαιρετικά ευρηματικό τρόπο, με τη χρήση της τεχνικής του εγκιβωτισμού, εισάγει το βιβλίο « Η φάρμα των ζώων» και ο λόγος γίνεται ακόμη πιο δυναμικός, χάρη στην ποικιλία χρήσεως ρηματικών τύπων ( Ενεστώτας, Αόριστος, Παρατατικός, Παρακείμενος, μετοχή Ενεστώτα , σε μια μόνο παράγραφο). Χρησιμοποιεί τη « Φάρμα των ζώων», ως μια άλλη ματαίωση- συλλογικής αυτή τη φορά επανάστασης και τα νοήματά της ζωντανεύουν πάλι με τη χρήση του Ενεστώτα, ώσπου ξαφνικά έρχεται η ανατροπή των γεγονότων και των ονειροπολήσεων που έχουν προηγηθεί, με την αναγγελία του ονόματος του ήρωα- ασθενούς. « Σηκώνεται βαρύθυμος, ακολουθώντας μια άσπρη μπλούζ, για τα περαιτέρω», που ασφαλώς είναι άδηλα, αλλά που το επίθετο βαρύθυμος μάλλον τα προοικονομεί. - Στο διήγημα « Ανάχωμα», η συγγραφέας με ένα απλό αλλά περιεκτικό τρόπο, μας δίνει τον κύκλο της ζωής της παλιάς γενιάς και της νέας που κι αυτή θα παλιώσει σύντομα με το ευρηματικό σχήμα λόγου ( κύκλος ), «διασταυρωνόμαστε» - « διασταυρωνόσαστε». - Ο « άγνωστος πόλεμος», μια τηλεοπτική σειρά της δικτατορίας, είναι πρόσχημα για να αφηγηθεί τις άχαρες και σχεδόν τραυματικές σχέσεις μιας οικογένειας ενός οδηγού τρικύκλου που σκέφτεται την αναβάθμιση του επαγγέλματός του μέσω μιας αντιπαροχής και πνίγεται μέσα σε μια αδιέξοδη κατάσταση που ίσως αντανακλά στο βάθος και τα κοινωνικά αδιέξοδα( χούντα), αφού λίγο πολύ με παρόμοιο τρόπο η ζωή για το σύνολο είναι μίζερη και κομματιασμένη από τον ίδιο βραχνά του πολιτικού αδιεξόδου. - Σε ό,τι αφορά το διήγημα «Πλανήτης μελαγχολία», αυτό φέρνει στην επιφάνεια μια μνήμη στοιχειωμένη από ένα νυφικό που ήταν ό,τι καλύτερο και πιο ευτυχισμένο στις πρώτες αναμνήσεις του γάμου που κατέληξε σε συντριβή. «….όλα θρύψαλα, δεν είχε μείνει τίποτε και κανείς», ενώ όλα τα άλλα της έχουν μείνει αδιάφορα: « γάμοι, γεννητούρια, βαφτίσια και πάλι γάμοι και γεννητούρια εις τους αιώνας των αιώνων». - Το διήγημα «Κείον νόμιμον» πατάει σε μια παράδοση της νήσου Κέας. Εκεί «οι αρχαίοι Τζιώτες προόριζαν για τους εντελώς ανήμπορους πολίτες», το κώνειον, ως επίλογο της ζωής. Η γυναίκα από μια παρέα ώριμων ανθρώπων, που έρχονται να καταλύσουν στο νησί μες στην πολυκοσμία των ταξιδιωτών, αναπολεί το παρελθόν κι η σκέψη της περιπλανιέται χαμογελαστή στο «Κείον νόμιμον». - «Εις την Πόλιν». Το ταξίδι εις την Πόλιν ( Ινσταμπούλ )είναι μια αφήγηση που καταφέρνει να συνδυάσει τις πιο απλές και καθημερινές ενέργειες (πρωινό ξύπνημα, αναμνήσεις παλαιότερου επαγγέλματος, φιλικές αναφορές) ώσπου μέσω της συμπαθητικής φιγούρας του ξεναγού, με απλό τρόπο και χωρίς ακαδημαϊσμούς ή βαθυστόχαστες αναλύσεις, αντιλαμβανόμαστε πως οι λαοί που συνοικούν για αιώνες έχουν δομήσει την κοινή τους υπόσταση (λελέκι, κεμπάπ, ιμάμ μπαϊλντί, κιοφτέδες), παρά τις διαφορές τους (θρήσκευμα κτλ.) κι αυτές οι απλές λέξεις με το ιδιαίτερο βάρος τους ενοποιούν τους πολιτισμούς , ενώ οι σκοπιμότητες των εξουσιών διαχωρίζουν: «τα τοπωνύμια με το πρόθεμα νέος, νέα, ενώ Σμύρνη, Καλλίπολη, Ινσταμπούλ, αυτούσια». - «Οδός Αγαπηνού 8». «Στην Αγαπηνού φίλησα πρώτη μου φορά ένα κορίτσι». Η συγκέντρωση για τις Σκουριές, ο παραλληλισμός της με τις μεταπολιτευτικές πορείες του παρελθόντος. Το ενωτικό νήμα που διατρέχει σαν κόκκινη κλωστή τους αγώνες, αλλά και μια στυφή γεύση απολογισμού. «Πάλι στην πίκρα , στη μαυρίλα και στη ματαίωση, προδομένοι…», «Όπως οι έρωτες που σε προδίδουν πάντα», συμπληρώνει ο Βασίλης. Μια τρυφερή και άκαρπη ιστορία αγάπης από τα σχολικά χρόνια. - «Βραδιάζει». «Δημοτικό αναψυκτήριο, βραδάκι στην Αρετσού, τραπεζάκια έξω, κάτω από καλαμένιες ομπρέλες, μπηγμένες στην άμμο». Όλα γύρω γεμάτα ζωή, κίνηση, μια εικόνα εμπεριέχει όλες τις ηλικίες κι όλα τα στοιχεία της φύσης ( στεριά, θάλασσα, αέρας ), μια όμορφη σύνθεση, απλωμένη αριστουργηματικά στον χώρο και στον χρόνο. - «Το συναξάρι της Μαρίνας Αυλίδου»: Μια σχεδόν καθαγιασμένη μορφή, όπως αναδεικνύεται μέσα από τη συναρπαστική αφήγηση της κόρης της, της Αγγελικής, που τώρα είναι γιατρός στο Κοινωνικό Ιατρείο. Μάνα και κόρη ένα συντροφικό δίπτυχο αγώνων τότε και τώρα. - «Ξύπνημα». Ο Γρηγοράκης είναι το «ξυπνητήρι» της γειτονιάς σπίτι». Έτσι η καθημερινότητα της γειτονιάς έχει το δικό της χρώμα που αποπνέει πόνο και κουράγιο, αλλά και επιπλέον γίνεται η σταθερά που καθορίζει και επισφραγίζει πρωί-μεσημέρι τη ζωή της γειτονιάς. - «Αρχιπέλαγος»: Η τραγική ιστορία μιας οικογένειας Αλβανών. Τελικά όλα στη ζωή έχουν ένα τίμημα, αλλά για τον «ξένο» αυτό πάντα είναι πιο βαρύ. - «Έκθεση φωτογραφίας». Μια «φωτογραφική» αποτύπωση προσώπων που δεν επιζητούν τη δημοσιότητα και προσπαθεί η συγγραφέας να τα μνημειώσει, στη συνείδησή της. - «Το σχολείο του Θεού». Μια γερασμένη γυναίκα, προβληματίζεται ποια ταινία να δει, « Το σχολείο του Θεού» ή τον «Δεκάλογο» του Κισλόφσκι ; Πώς μια προκατάληψη αρκεί να δείξει τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Εξ όνυχος τον λέοντα, που λέει κι η παροιμία. - «Ολόγυρα οι φίλοι». Το σχολείο της ξυπολυσιάς στο Σκοπί της Σητείας και πώς η επανάσταση του Θοδωρή κατεστάλη. Μια παράλληλη ιστορία από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Ολόγυρα στη λίμνη». Τα καινούργια παπούτσια του Νίκου Καρούζου, που τα χτυπούσε πάνω στις πέτρες για να φαίνονται παλιά. Τρεις όμορφες ιστορίες μιας λαϊκής αλληλεγγύης, όπως αυτή αναδεικνύεται από την αθώα και πάντα αγνή θέαση του κόσμου από τα παιδιά. - «Αρνάκι φρικασέ». Ιστορίες του στρατώνα (κορεοκτονία, πασαρέλα του ΚΨΜ ) και τα διαλείμματα της στρατιωτικής ζωής, αφιερωμένα σε ξεκούραση και θεάματα, κυρίως όμως στα μεγάλα ντέρμπι των ποδοσφαιρικών αγώνων. Ένα μοιραίο απ’ αυτά, ΠΑΟΚ- Παναχαϊκή, και η απώλεια του πρωταθλήματος, 3-5 , που στοίχισε την απώλεια ενός πρωταθλήματος. Ύστερα από χρόνια, μια τυχαία συνάντηση δυο φίλων έφερε στη μνήμη τους μια πολύτιμη ανάμνηση! «Τι φαγητό ήταν εκείνο, ρε, που μας έβγαλε η μάνα σου , ακόμα η γεύση του μοσχοβολάει στο μυαλό μου: αρνάκι φρικασέ!» - Είναι η νέα συλλογή διηγημάτων της Αρχοντούλας Διαβάτη που με μεστό απλό και γλαφυρό λόγο ζωγραφίζει «αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα». - Περιοδικό fractal, Γ. Θερσίτης, φιλόλογος. Θεσσαλονίκη, 21 Δεκεμβρίου 2015. -

Τα είκοσι οκτώ μικρά κείμενα που απαρτίζουν το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη Σκουλαρίκι στη μύτη μπορεί να είναι διηγήματα, μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι βιωματικά, μπορεί και όχι. Συνδέονται όμως στη βάση ενός κοινού ζητήματος: στις ποικίλες χρήσεις και αποχρώσεις του χρόνου που έχει παρέλθει, ως τραύμα, απώλεια, μνήμη, συγκρότηση αυτού που ονομάζουμε γενιά, που στην περίπτωσή της είναι η γενιά του Πολυτεχνείου. - Πώς διαμορφώνεται μια συλλογικότητα, πώς μια ομάδα ανθρώπων με κοινές καταβολές διαπραγματεύεται τα κοινά της βιώματα, όσα την ενδιαφέρουν κι όσα την έχουν στιγματίσει, διαβάσματα, μουσικές, γεγονότα. Αυτά που τη διαφοροποιούν από τις γενιές που προηγήθηκαν κι από αυτές που έπονται. Θέματα που είχαν απασχολήσει τη Διαβάτη και στην προηγούμενη συλλογή της Φεύγω αλλά θα ξανάρθω (2014). - Τα κείμενα της Διαβάτη στο Σκουλαρίκι ακολουθούν μια ερεθιστική φωτογραφική λογική, γεγονός που φαίνεται στην εμμονή που δείχνει στη φωτογραφία ως θέμα, π.χ. στο κείμενο «Έκθεση φωτογραφίας», όπως επίσης στη συνήθεια των χαρακτήρων να ανατρέχουν στα σκονισμένα άλμπουμ του παρελθόντος. - Ομως και η αφηγηματική ανάπτυξη των κειμένων πραγματώνεται φωτογραφικά: εκτίθενται σε κάθε περίπτωση μια σειρά οπτικών στοιχείων σε χαλαρή συστοιχία και με χαλαρές συνδέσεις: «Ελιές, συκιές, κλήματα και δυο-τρία σπίτια με κόκκινη στέγη και αυλή» (σελ. 41). - Υπάρχει όμως πάντα ένα κέντρο, μια στιγμή που ερεθίζει το συναίσθημα, το punctum της φωτογραφίας κατά τον Μπαρτ. Το σκουλαρίκι στη μύτη στο ομώνυμο κείμενο της συλλογής το φοράει ένα ξανθό κορίτσι σε αναπηρικό καροτσάκι. - Πρώτα ακούγεται το γέλιο της, προκαλώντας το αίνιγμα, κάνοντας την αφηγήτρια να αναρωτηθεί από πού προέρχεται. Μετά εμφανίζεται η ίδια σε μια αποκαλυπτική στιγμή που συμπυκνώνει την ένταση της ανάμνησης. Στις καλύτερες σελίδες του βιβλίου το νόημα της στιγμής ξεδιπλώνεται τελετουργικά, καθώς παρακολουθούμε τους χαρακτήρες να καταβυθίζονται στο πηγάδι της μνήμης: Είχε να τον δει καιρό: της ήρθε να γελάσει που τον έβλεπε έτσι, με τα μαλλιά του άσπρα και γκρίζα και ανοικονόμητο – έναν ψηλό γερασμένο γίγαντα με τη δυνατή χαρακτηριστική φωνή του. Κοιτάχτηκαν μετέωροι για μια στιγμή, χαμογελώντας θαρρείς στον παλιό τους εαυτό και μετά στράφηκαν στην παρέα τους και στη ζωή τους. - Μέσα τους, όμως, το κακό δούλευε. [...] Μια εκδρομή στη θάλασσα, κι ήταν από τα πράγματα της πρώτης φοράς σ’ ένα κάδρο με ήλιο και ανυπομονησία. Είχαν ξανοιχτεί στα βαθιά και της έδωσε ένα αλμυρό φιλί και μετά άλλο κι άλλο και μετά την αγκάλιασε από τη μέση και μπήκε μέσα της. Η γη τρέμει – ο χρόνος σταμάτησε κι εκείνη αναμετρήθηκε με τη στιγμή («Το Κείον νόμιμον», σελ. 20). - Στην πλειονότητά τους τα κείμενα της Διαβάτη ενδοσκοπούν αποτελεσματικά τους χαρακτήρες αναλύοντας σε βάθος την ύπαρξή τους μέσα στον χρόνο. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες εξαιρέσεις όπου η γραφή της αποφορτίζεται στην απόπειρα να περιγράψει ανθρώπους με βάση τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, τη σκληρά εργαζόμενη μητέρα που περνάει το ρεπό της κάνοντας δουλειές στο σπίτι, τον μετανάστη που ζητιανεύει κ.λπ. - Εκεί, έχω την εντύπωση, θα ήταν σκόπιμη περισσότερη εμμονή στη λεπτομέρεια, ώστε να αναδυθεί η ατομικότητα των χαρακτήρων. Αντίστοιχα, κοινό μοτίβο των κειμένων είναι η μελαγχολία και η ματαιότητα που συνοδεύει το πέρασμα του χρόνου: μεσήλικες που βλέπουν εφήβους προδικάζοντας το θλιβερό μεσήλικο μέλλον τους ή βλέπουν τα χαμένα νιάτα σαν την εποχή που 'δειχνε πως θα γίνονταν άλλοι. - Επαναλαμβανόμενο από κείμενο και κείμενο, το μοτίβο αυτό αποδυναμώνεται, όχι φυσικά γιατί το θέμα μελαγχολία δεν είναι δόκιμο αλλά γιατί χρειάζεται μια οξυμένη στιγμή, ένα punctum, για να τοποθετηθεί σε μια ουσιαστική συγκινησιακή βάση. -
Ελένη Παπαργυρίου, Εφημερίδα των Συντακτών, 12 Φεβρουαρίου 2016. -

Όλο και περισσότερο μου αρέσουν κείμενα κοφτά, κείμενα που περιγράφουν αποχρώσεις συναισθημάτων, στιγμιότυπα, τομές καταστάσεων - τομές από ξυράφι. Γιατί πώς αλλιώς να γράψεις σήμερα, στην εποχή του Facebook και του Internet, όπου η ταχύτητα γίνεται εθιστικό ναρκωτικό, εποχή αξιακού σχετικισμού, μεταιχμιακή εποχή. - Το βιβλίο είναι γραμμένο με γραφή κοφτή σαν λαχανιασμένη ανάσα. Λέξεις και φράσεις σχηματίζουν ένα ημιτελές ψηφιδωτό συναισθημάτων και καταστάσεων. - Η κοινωνία μας βυθίζεται όλο και περισσότερο στη λατρεία του εφήμερου και το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη, αντιστέκεται θαρρείς σ’ αυτή τη λατρεία, ανιχνεύοντας και αναδεικνύοντας, ειρωνικά τις περισσότερες φορές, το παρελθόν μέσα από το παρόν. Το βιβλίο είναι γραμμένο με γραφή κοφτή σαν λαχανιασμένη ανάσα. Λέξεις και φράσεις σχηματίζουν ένα ημιτελές ψηφιδωτό συναισθημάτων και καταστάσεων που αφορούν στον καιρό μας: η συγγραφέας αναπηδά, χορεύει, περνώντας από το παρελθόν στο παρόν. Φανταστείτε ένα πρόσωπο από το παρελθόν, ένα μικρό κορίτσι της δεκαετίας του 1970 να κυκλοφορεί ανάμεσά σας παρατηρώντας πρόσωπα, καταστάσεις, συναντήσεις, συναισθήματα και πάθη, να τα αναμιγνύει φτιάχνοντας με τα υλικά του χρόνου μια λιτή σύνθεση. Η αφηγήτρια-συγγραφέας παρατηρεί, με μάτια έκπληκτα, ένα καλειδοσκόπιο εικόνων από το παρελθόν και το παρόν, ενώ αναδύονται μέσα από το κείμενο μυρωδιές, γεύσεις και μνήμες, η διασταύρωση των γενεών, όταν περπατώντας στο «Ανάχωμα» συναντά στο δρόμο «μαθητές βαριεστημένους να πηγαίνουν στο σχολείο τους αγουροξυπνημένοι και σκυθρωποί» ή φωτογραφίες της γυμνής ζωής μας στον «πλανήτη μελαγχολία» ή και πικρή έκπληξη στο «Σκουλαρίκι στη μύτη» και στα ολόπικρα «Γενέθλια της Μαρίας». - Ένα βιβλίο που προσεγγίζει με έναν αιφνιδιαστικό τρόπο το πρόβλημα της εποχής μας, την έλλειψη προετοιμασίας, την αγωνία απέναντι στο θάνατο. Εμείς φοβόμαστε τόσο το θάνατο και δεν τολμάμε να αναφέρουμε το όνομά του. Ο θάνατος σήμερα έχει εγκαταλείψει το σπίτι για το νοσοκομείο και ο ήρωας του αφηγήματος «Η χαμένη Επανάσταση» δεν ξέρει πώς να χειριστεί την αμηχανία του στο νοσοκομείο περιμένοντας. «Δεν ζητάει πολλά τώρα, μόνο να μην είναι αυτός ο άνθρωπος χωρίς ελπίδα, αυτός που δεν θα επιδέχεται ούτε καν μια απέλπιδα χημειοθεραπεία η περίπτωσή του. Δεν ζητάει πολλά, και όλο δίνει υποσχέσεις μυστικά στον εαυτό του – αν. Αν τα αποτελέσματα ανοίξουν ένα παράθυρο, αν –αυτό μονάχα– αν θα δικαιούται κι αυτός μια προοπτική, ε, τότε θ’ αλλάξει ζωή. Θα παρατήσει το γραφείο και την άχαρη ζωή του και θα κυνηγήσει τα όνειρά του. Πώς το ξεφουρνίζει έτσι ετοιμοπαράδοτο αυτό το σχέδιο, κατ’ ευθείαν από τα άρθρα στο διαδίκτυο και τις αναρτήσεις με τα πιο πολλά λάικ στο φέισμπουκ. [….] Αν, μόνο αν ζήσει, θα γίνει άλλος άνθρωπος. Παρακαλάει, εύχεται, ονειρεύεται, σπρώχνει τον καιρό. Βγαίνει κάθε τόσο στον ελεύθερο αέρα, κάνει τσιγάρο –ένας σωρός έγιναν γύρω του τα αποτσίγαρα, μπαγιάτικη μυρωδιά που βαραίνει για λίγο τον αέρα– και μπαίνει πάλι στην αίθουσα, στο μετερίζι του και χαζεύει. Τη Φάρμα των ζώων έχει στο σακίδιό του αλλά πού όρεξη να ανοίξει το βιβλίο…». - Ένα βιβλίο κριτική στην κοινοτοπία και τον κομφορμισμό, τα ζαχαρωμένα like στο fb, την εικονική λάμψη, την ασημόσκονη των ιντερνετικών γενεθλίων. Ένα βιβλίο κριτική στην κοινοτοπία και τον κομφορμισμό, τα ζαχαρωμένα like στο fb, την εικονική λάμψη, την ασημόσκονη των ιντερνετικών γενεθλίων, το μιας μέρας δώρο, στο αφήγημα «Το μέσο είναι το μήνυμα». Ένα βιβλίο καθώς «βραδιάζει», στην Αρετσού, στο Δημοτικό Αναψυκτήριο και «ένα μικρό πλοίο με σβησμένα φώτα περνάει και φεύγει μακριά» και «η θάλασσα πηγαινοέρχεται πάντοτε μπροστά σε ζευγάρια ηλικιωμένα παιδιά, μοναχικές γυναίκες που καπνίζουν και παρέες συνταξιούχων που πίνουν μπύρες ή τρώνε χοτ ντογκ». Ένα βιβλίο για τη ζωή, μια ζωή «σαν μαύρο ποίημα της Γώγου, με γνώση και τρυφερότητα, ελέγχοντας το φως και τις σκιές, μετρώντας τη ζωή με τα τσιγάρα και τα κουταλάκια του καφέ», «όταν έχεις μια παιδική καρδιά». Ένα βιβλίο για την ραστώνη, για το απομεσήμερο και τους ήχους του «Μπολερό» σε ένα πάρκο στην πλατεία με «τον ήλιο να κρύβεται και να βγαίνει πάλι, μονότονα και ξανά το Μπολερό του Ραβέλ στα αυτόματα παιχνίδια, στο περίπτερο απέναντι: ένας ξεθωριασμένος Ντόναλντ Ντακ, μια αφηρημένη καμηλοπάρδαλη και ένα άλογο ηρωικό ενορχηστρωμένοι, κάθε φορά που ένας μικρός καβαλάρης πετυχαίνει να βάλει το κέρμα στη σχισμή». - Η γραφή της Αρχοντούλας Διαβάτη έχει γεύση πικραμύγδαλου. «Στην Αγαπηνού 8, φίλησα πρώτη μου φορά ένα κορίτσι...». Έτσι ξαφνικά αρχίζει ένα άλλο αφήγημά της. «Δημητρούλα τη λέγανε. Ο δάσκαλος στο σχολείο που πήγαινα είχε την άτιμη συνήθεια να στέλνει –άκουσον άκουσον– ραβασάκια στους γονείς όταν σ’ έπιανε αδιάβαστο άτακτο αργοπορημένο, κάτι με α-στερητικό τέλος πάντων. Κι ο δάσκαλος ανάθεσε σ’ αυτήν να φέρει στο σπίτι μου το προδοτικό σημείωμα!» -Ένα βιβλίο που παίζει με τα ιριδίσματα, τα ραγίσματα και τις χαραμάδες του χρόνου, αλλά και με το φόβο του θανάτου. - Το βιβλίο εκπέμπει μια παράξενη θερμότητα σαν αυτή που κάποτε βρίσκουμε στους πάγους. Η συγγραφέας δεν προβάλλει δικά της συναισθήματα. Στα κείμενά της δεν υπάρχει «εγώ» αλλά ούτε «εμείς». Υπάρχουν θρύμματα χρονικών στιγμών και έτσι το πραγματικό αναδύεται σχεδόν αυτούσιο. Τι να ’ναι αυτό το πελώριο, άγνωστο απειλητικό παρόν, από πού μας ήρθε; - Να λοιπόν ένα βιβλίο που θυμίζει ιστορίες του Λούις Κάρολ, ένα βιβλίο που παίζει με τα ιριδίσματα, τα ραγίσματα και τις χαραμάδες του χρόνου, αλλά και με το φόβο του θανάτου, την κοινοτοπία των ανθρώπων, το δέος μπροστά στην ανθρώπινη κατάσταση. Σκουλαρίκι στη μύτη, ένα όμορφο βιβλίο, μια απροσδόκητη συνάντηση της συγγραφέως με τους αναγνώστες. -
Πέτρος Θεοδωρίδης (συγγραφέας και εκπαιδευτικός), bookpress, Φεβρ. 2016.

Να επαναλάβω και εγώ με τη σειρά μου το χιλιοειπωμένο για την απλότητα που είναι σημάδι ωριμότητας – και λέω για την απλότητα της γραφής ως συνθετικό αποτέλεσμα μορφής και περιεχομένου, αλλά με δυο αναγκαίες διευκρινίσεις. Ότι αφενός η έλλειψή της δεν οδηγεί με λογική αναγκαιότητα στο αντίστροφο συμπέρασμα, δηλαδή αυτό της ανωριμότητας, και ότι αφετέρου, αν είναι αληθινή, πάει να πει όχι επιδεικτική ή προσποιητή ή εκβιασμένη, προϋποθέτει συγγραφικό μόχθο. - Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το Σκουλαρίκι στη μύτη της Αρχοντούλας Διαβάτη έχω την αίσθηση ότι βρίσκω αυτό ακριβώς το είδος της απλότητας, που έχω στο μυαλό μου. Όπου η φυσικότητα της γραφής, η ειλικρίνεια του βιώματος και η καθαρότητα των νοημάτων δεν αρδεύονται από επιφανειακά ύδατα αλλά από βαθύτερα στρώματα του συγγραφικού υπεδάφους για να σχηματιστούν όχι σε ένα απλό γνώρισμα της γλώσσας αλλά σε ένα ενιαίο αισθητικό όλο. - Λέω πρώτα για τη γλώσσα, που εκφέρεται δίχως να κομπάζει και να αυταρέσκεται, να κάνει σπατάλη εκφραστικών μέσων, να εντυπωσιοθηρεί λεκτικά ή να προβαίνει σε ασκήσεις ύφους. Οπότε καταφέρνει να αρθρώνεται φυσική και ανεπιτήδευτη, με τον χαμηλόφωνο τόνο μιας προσωπικής, μιας σχεδόν εξομολογητικής ομιλίας, που διαμορφώνει για τον αναγνώστη περιβάλλον συγγραφικής οικειότητας. - Λέω επίσης για την αφήγηση, που θαρρείς ότι πιάνει από τη μέση έναν μονόλογο, αρχινισμένο πριν από την ανάγνωσή του, για να τον συνεχίσει, χωρίς πάλι να σου δίνει την εντύπωση ότι τον τελειώνει οριστικά. Αναδρομικές αφηγήσεις, μικροί εγκιβωτισμοί, διαλογικά μέρη, σχόλια υποτάσσονται στις ανάγκες της αφήγησης, που σημαίνει ότι δεν είναι αφηγηματικά παιχνίδια αλλά οργανικά μέρη του λόγου, η δε προτίμηση στο τρίτο πρόσωπο εξασφαλίζει την αναγκαία απόσταση από ένα βιωματικό υλικό, που έτσι βγαίνει έξω από τα στενά όρια του προσωπικού και προφυλάσσεται από τη συναισθηματική υπερβολή μιας ασταμάτητης εξομολόγησης. - Λέω, τέλος, για αυτό καθαυτό το υλικό της αφήγησης, που αν και αντλημένο από το βίωμα της συγγραφέα καταφέρνει να κλείσει και τη δική σου εμπειρία ως αναγνώστη. Πρόκειται για στιγμιότυπα-μινιατούρες μιας χειροπιαστής καθημερινότητας, κατά κανόνα στις ήσσονες στιγμές της, που ενσωματώνουν με τη μορφή διάψευσης, οδύνης, προσδοκίας, μικρούς κραδασμούς μνήμης. Σε όλα τα διηγήματα της συλλογής υπάρχουν αυξομειούμενοι τέτοιοι κραδασμοί, που καταφέρνουν χωρίς τίποτα το εκκωφαντικό και το κραυγαλέο να σκάψουν την κρούστα της μνήμης, για να ανοίξουν τη φραγμένη διάσταση της προοπτικής. - Για να κλείσω: Αναφερόμενος στην αναγνωστική μου σχέση με το Σκουλαρίκι στη μύτη επέλεξα παραπάνω την επανάληψη «διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας» όχι από επίδειξη κριτικής ευσυνειδησίας, αφού ούτε είμαι ούτε μπορώ να γίνω κριτικός. υποψιασμένος αναγνώστης προσπαθώ να μείνω και το αποτέλεσμα της αναγνωστικής μου εμπειρίας προσπαθώ εδώ να κομίσω. Για να δικαιολογήσω λοιπόν αυτή την επανάληψη, θα υποστηρίξω ότι πέρα απ’ όλες τις άλλες προϋποθέσεις το μέτρο μιας υποψιασμένης αναγνωστικής εμπειρίας ορίζεται μετά τη δεύτερη ανάγνωση του βιβλίου, οπότε η απαλλαγμένη από τις όποιες αναγνωστικές προσδοκίες ή αναγνωστικές ψευδαισθήσεις ή αναγνωστικές προβολές ανάγνωση μπορεί να αποτιμήσει πιο δίκαια την αξία ενός βιβλίου. Το ξαναλέω, λοιπόν: διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το Σκουλαρίκι στη μύτη της Διαβάτη νιώθω να προστίθεται κάτι σημαντικό σε αυτή την αξία. - Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης, 7 Απριλίου 2016 . -

Αφήνοντας το υβριδικό είδος χρονογράφημα-αφήγημα, το οποίο μας έδωσε στο προηγούμενο βιβλίο της (Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Νησίδες 2014), η Αρχοντούλα Διαβάτη στη συλλογή Σκουλαρίκι στη μύτη γράφει σύντομα διηγήματα, αφηγήματα ορισμένες φορές στη συντομότερη εκδοχή τους. Στιγμιότυπα και εικόνες. Όπως και στο βιβλίο της Το αλογάκι της Παναγίας (Νησίδες 2012) στο δεύτερο μέρος του. Η διαφορά έγκειται στο ότι στο νέο της βιβλίο εστιάζει όχι στο παρελθόν, αλλά στο παρόν, για να γίνουν οι περιγραφές και οι αναδρομές. Που δίνουν μια σκηνή και σταματούν, αφήνοντας την εξέλιξη ανοιχτή για τον αναγνώστη. Άλλωστε, έτσι δεν είναι και η ζωή; Μας επιφυλάσσει απρόοπτα. Και στις ταινίες ακόμη, το happy end είναι ως εκεί που γνωρίζουμε, η συνέχεια άδηλος! Ο τίτλος του βιβλίου άλλωστε, Σκουλαρίκι στη μύτη, συνηγορεί σ’ αυτή την έμφαση στο παρόν, αν ιδωθεί συγκριτικά με τους δύο προηγούμενους τίτλους Στη μάνα του νερού και Το αλογάκι της Παναγίας. - Το παρόν είναι το σημείο εκκίνησης, η αφετηρία. Φυσικά, πέρα από την αφετηρία, άλλοτε η πλάστιγγα γέρνει στο παρελθόν, με τη συγκίνηση από τα παλιά να κυριαρχεί, με ένα μικρό σχόλιο να μας φέρνει στο παρόν: «Μετά από χρόνια έγινα καθηγητής, αλλά δυστυχώς αυτοί είχαν φύγει»(Παιδί για τους καφέδες, σ.64). Η πυκνότητα με την οποία μας δίνεται η εξέλιξη με κάνει να πιστεύω πως ο λόγος τής Διαβάτη πρέπει να είναι συνοπτικός, με έμφαση στο σύντομο διήγημα. Και με συνοχή στο κεντρικό γεγονός της αφήγησης, βέβαια, γιατί αλλιώς ξεστρατίζει η αφήγηση και χαλαρώνουν οι αρμοί της. - Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. - Άλλοτε πάλι, για να επιστρέψουμε στο θέμα της εστίασης, στην αφήγηση κυριαρχεί το παρόν, με εμβόλιμες αναφορές στο παρελθόν, όπως στο πρώτο διήγημα της συλλογής, Η χαμένη επανάσταση: «Τη “Φάρμα των ζώων” έχει στο σακίδιό του αλλά πού όρεξη να ανοίξει το βιβλίο. Το είχε διαβάσει παλιά και το έχει περί πολλού, θέλει να ανατρέξει στις σελίδες του να βρει τον παλιό του εαυτό […]» (σ. 9). Να σημειώσω εδώ ότι το διήγημα αυτό της Διαβάτη μού έφερε στον νου το διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου Η κύστη, από τη συλλογή Βραδυπορία του καλού. Κι εκεί η ανάσα του θανάτου αγγίζει την ηρωίδα, που κάνει πολλές σκέψεις και παίρνει αποφάσεις ν’ αλλάξει ζωή, αν η απειλή απομακρυνθεί. Όπως κάνει αντίστοιχα και ο ήρωας τής Διαβάτη. Μόνο που στον Δημητρίου η απειλή αποκαλύπτεται παροδική με το τέλος του διηγήματος, ενώ στη Χαμένη επανάσταση παραμένει ως πιθανότητα. - Εκείνο που διαβάζω πολύ έντονα, μαζί με τη ματιά στη σύγχρονη πραγματικότητα και τις αναφορές στο παρελθόν, είναι μια μικρή, συγκρατημένη ελεγεία για τον χρόνο που περνά, για το σώμα που γηράσκει, για τον έρωτα που γίνεται πολυτιμότερος αλλά και πιο δυσπρόσιτος, μια διακριτική ελεγεία για τους μεσήλικες γενικότερα. Ωστόσο, θετική είναι η ματιά της Διαβάτη στα πράγματα και στους ανθρώπους και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, αφήνοντας χαραμάδες αισιοδοξίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Σκουλαρίκι στη μύτη, που έδωσε τον τίτλο και στη συλλογή. Όλη η πορεία, από το γέλιο μιας νεαρής γυναίκας ανέμελης μάλλον ή σε ερωτική πλήρωση έως την αποκάλυψη ότι πρόκειται για μια κοπέλα σε αναπηρικό καροτσάκι, δίνεται με τρυφερότητα και ευγένεια, και συγκινεί πραγματικά: «Δεν είχαν βγει μπροστά στο μπαλκονάκι για καφέ ούτε εκείνο το απόγευμα ούτε το επόμενο, και το γέλιο δεν είχε ξανακουστεί. Το άλλο πρωί, όμως, στον διάδρομο είχαν πέσει πάνω στον νεαρό που έσπρωχνε το αναπηρικό καροτσάκι της φίλης του. Ένα κατάξανθο κορίτσι μες στην καλή χαρά με σκουλαρίκι στη μύτη κι αλογοουρά» (σ.43). - Χιούμορ λεπτό και μερικές φορές υποδόριο δίνει τον τόνο στα διηγήματα. Και αγάπη στη λεπτομέρεια, έτσι ώστε οι περιγραφές και αφηγήσεις να είναι παραστατικές και να οδηγούν την οπτική του αναγνώστη κοντά στην οπτική του αφηγητή. - Οι αναδρομές κρύβουν σχεδόν πάντα νοσταλγία και συγκίνηση, που φθάνουν κάποτε έως τον μελοδραματισμό. Η Διαβάτη όμως ελέγχει το συναίσθημα. Παράδειγμα ελεγχόμενης συγκίνησης το διήγημα Αρχιπέλαγος. Με όλη του την υπόθεση να διαδραματίζεται στο παρόν και με την αιχμή στο θέμα των (Αλβανών) μεταναστών και στην προσαρμογή τους, η Διαβάτη είχε πολλές ευκαιρίες να υψώσει συναισθηματικές κορόνες, κάτι που δεν συμβαίνει ούτε σε ένα σημείο και παρά το τραγικό τέλος. Η συμπάθεια της αφηγήτριας, τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή ξένου και των γειτόνων δίνονται με λιτότητα και αξιοσημείωτη ισορροπία. Το ίδιο συμβαίνει και στο διήγημα Τα γενέθλια της Μαρίας, από τα συγκινητικότερα του βιβλίου και αριστοτεχνικά δοσμένο, ώστε μόνο στο τέλος να μας αποκαλύπτεται η παντοτινή απουσία της Μαρίας: «Η μέρα έχει τους δικούς της κανόνες. Τα δικά της δεδομένα και τα δικά της ζητούμενα – κι όχι που ήρθε η Μαρία από τον κόσμο της, τριάντα οκτώ χρόνια πεθαμένη, για τα γενέθλια της μικρής της εγγονής…» (σ. 24). - Οι φίλοι που χάνονται, η αγάπη για βιβλία που διαβάστηκαν πιο παλιά, για τραγούδια που αγαπήθηκαν, για ιδέες που συγκλόνισαν, για σημαδιακά ταξίδια κι ανθρώπους σημαντικούς που χαράζουν τις ζωές. Από αφηγητές πολιτικοποιημένους και, κατ’ επέκταση, από μια συγγραφέα σε εγρήγορση για τα κοινωνικά και πολιτικά θέματα που έζησε και ζει. - Στο βιβλίο αυτό είναι περισσότερο διακριτοί οι εκάστοτε αφηγητές, μολονότι αρκετές φορές οι αφηγήτριες μοιάζουν περσόνες μιας κεντρικής αφηγήτριας, όπως είχα παρατηρήσει και στο Αλογάκι της Παναγίας. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο τις πιο πολλές φορές γυρίζει κάποτε σε τριτοπρόσωπη και είναι τότε που οι αφηγητές γίνονται περισσότερο διακριτοί. Τουλάχιστον τρεις φορές ο αφηγητής είναι άντρας. - Ο έρωτας έρχεται μέσα από μελαγχολικές αναφορές ή αναφορές με χιούμορ, σε αγάπες που χάθηκαν ή διαψεύστηκαν. «‘Στην Αγαπηνού φίλησα πρώτη μου φορά ένα κορίτσι’. Τον κοίταξα. Τα μαλλιά του κάτασπρα και σγουρά στεφάνωναν ένα πρόσωπο στρογγυλό, με μια συμπαθητική έκφραση» (Οδός Αγαπηνού 8, σ. 37). - «Οι μνήμες του παρελθόντος και η τρυφερότητα του παρόντος. […] αναζητούσαν τη φιλία αλλά και τον έρωτα, την ηδονή ακόμα –λειασμένη και οικεία με το θεσμικό τους ταίρι, καθόλου αυτονόητη με τα χρόνια– επινοώντας συνέχεια τον εαυτό τους και τον άλλο» (Το Κείον νόμιμον, σ. 17). Η πιο τολμηρή αναφορά υπάρχει σ’ αυτό το διήγημα με παρελθόντα τον πόθο και με τον παλιό έρωτα να απομυθοποιείται οικτρά. -

Και σε ένα άλλο ύφος: Σε μια ανάρτησή της στο facebook, η Αρχοντούλα Διαβάτη ανέβασε το τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου «Οι παλιοί μας φίλοι». Και σκέφτηκα πως οι στίχοι του τραγουδιού δένουν πολύ με το περιεχόμενο των κειμένων της. Οι φίλοι που χάνονται, η αγάπη για βιβλία που διαβάστηκαν πιο παλιά, για τραγούδια που αγαπήθηκαν, για ιδέες που συγκλόνισαν, για σημαδιακά ταξίδια κι ανθρώπους σημαντικούς που χαράζουν τις ζωές. Από αφηγητές πολιτικοποιημένους και, κατ’ επέκταση, από μια συγγραφέα σε εγρήγορση για τα κοινωνικά και πολιτικά θέματα που έζησε και ζει. Καθαρή, διαυγής γραφή, που αφήνει το αποτύπωμά της στη συγκίνηση και στη μνήμη του αναγνώστη. - Κούλα Αδαλόγλου, ΔΙΑΣΤΙΧΟ, 10 Απρ. 2016

Διαβάζοντας κανείς τις πρώτες σελίδες του νέου βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη, πολύ περισσότερο εάν δεν γνωρίζει το έργο της συγγραφέως, αναπόφευκτα θέτει δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι φιλοσοφικό, αρχέτυπο, συνειδησιακό. Ένα ερώτημα που όλοι, ή σχεδόν όλοι, έχουν θέσει σε μια φάση, συνήθως δύσκολη, της ζωής τους. Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι κάνω και πού βαδίζω; Πώς πορεύομαι; Γιατί κάνω αυτές τις επιλογές και όχι άλλες; - Ένα ερώτημα που προκύπτει σε καιρό κρίσης, όπως αυτή που περνά τα τελευταία χρόνια ο τόπος μας ή όταν διακυβεύονται τα σημαντικότερα αγαθά, όπως η υγεία. Όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή του πρώτου αφηγήματος στο βιβλίο με τίτλο Χαμένη Επανάσταση, ο οποίος βρίσκεται στον πολύβουο προθάλαμο ενός νοσοκομείου και αναλογίζεται. - Ένα απόσπασμα: «Δεν ζητάει πολλά τώρα, μόνον να μην είναι αυτός που θα είναι ο άνθρωπος χωρίς ελπίδα, αυτός που δεν θα επιδέχεται ούτε καν μια απέλπιδα χημειοθεραπεία η περίπτωσή του. Δεν ζητάει πολλά, και όλο δίνει υποσχέσεις μυστικά στον εαυτό του – αν. Αν τα αποτελέσματα ανοίξουν ένα παράθυρο, αν –αυτό μονάχα– αν θα δικαιούται κι αυτός μια προοπτική, ε, τότε θ’ αλλάξει ζωή. Θα παρατήσει το γραφείο και την άχαρη ζωή του και θα κυνηγήσει τα όνειρά του…. Αν υπάρξει και για αυτόν ελπίδα, θα γραφτεί στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στα σαράντα πέντε του ή θα αρχίσει να παραδίνει μαθήματα γλώσσας σε νέους πρόσφυγες. Θα κάνει ό,τι φοβόταν ή βαριόταν ως τώρα. Αν υπάρχει ελπίδα, αν ζήσει, θα ξαναγυρίσει –τα Σαββατοκύριακα έστω– στο χωριό, να βοηθήσει τον θείο του με τις ελιές ή τα κάστανα. Θα τηλεφωνήσει στη Σοφία να βγούνε κανένα βράδυ, να μιλήσουν ή να δουν καμιά ταινία. Α, μόνο αν ζήσει, θα γίνει άλλος άνθρωπος». - Το ίδιο ερώτημα για τη ζωή προκύπτει αβίαστα και στο μερικών αράδων δεύτερο αφήγημα με τίτλο Ανάχωμα, όπου η συγγραφέας παρατηρεί «αγόρια και κορίτσια με τις τσάντες στους ώμους (να) βαδίζουν βαριεστημένα και μουτρωμένα προς το σχολείο τους, καλωδιωμένα με τις μουσικές τους… ενώ εγώ και εσύ περπατάμε στο ανάχωμα την τακτική μας πρωινή πεζοπορία… αγόρια και κορίτσια (που) σας βλέπω… ν’ αποκτάτε κοιλίτσα, παιδιά και εγγόνια,… τότε που θ’ αρχίσετε την πεζοπορία στο ανάχωμα σοβαροί και φιλοσοφημένοι, όλο χαμόγελα όμως κι ευγνωμοσύνη για τη ζωή, μέγα καλό και πρώτο, συναντώντας στον δρόμο μαθητές βαριεστημένους να πηγαίνουν σχολείο τους αγουροξυπνημένοι και σκυθρωποί με τις τσάντες στους ώμους βαδίζοντας, ενώ εσείς…» - Σε λιγότερο από μια σελίδα η Διαβάτη έχει περιγράψει τον κύκλο της ζωής, της ζωής που έρχεται και φεύγει, που έρχεται με δύναμη και βαριεστημάρα και κυλά –όχι πάντα, συμπληρώνω εγώ– με χαμόγελα και ευγνωμοσύνη. Το τραγικό είναι ότι ακριβώς την ώρα που έγραφα αυτό το σημείωμα ένας καλός φίλος, ο οινοποιός Γιάννης Δαλαμάρας από τη Νάουσα, μου ανήγγειλε τον χαμό της γυναίκας του, της πολυαγαπημένης μας Κατερίνας. - Τι είναι λοιπόν η ζωή, μπορεί να αναρωτηθεί ο καθένας διαβάζοντας το Σκουλαρίκι στη Μύτη. Ένα ερώτημα γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η φιλοσοφική σκέψη. Η ζωή είναι βάσανο, κόπος, αγώνας για επιβίωση. Είναι, όμως, και χαρά και δημιουργία. Το να ζεις είναι δραματικό, είναι τραγικό. Η ίδια η ζωή είναι τραγική. - Ουτοπία είναι, λένε, το άπιαστο όνειρο. Ουτοπία είναι η αέναη προσπάθεια να κάνεις το όνειρο, το όραμα πραγματικότητα, παλεύοντας καθημερινά να δημιουργήσεις μικρά και μεγάλα. Γι’ αυτό η ουτοπία πρέπει να είναι ο στόχος του καθενός, όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται περίεργα. - Αυτό αποτυπώνεται στον ήρωα του πρώτου αφηγήματος της συγγραφέως: αυτός που βρίσκεται στον προθάλαμο ενός νοσοκομείου για να εξεταστεί, σε μία δύσκολη δηλαδή φάση της ζωής του, όπου η ύπαρξή του διακυβεύεται, θέλει, ονειρεύεται να αλλάξει ζωή, να αλλάξει απλά πράγματα στην καθημερινότητά του. Και θα ήταν ψέματα να έλεγα ότι όλοι, μα όλοι οι άνθρωποι όταν βρίσκονται σε ανάλογες φάσεις στη ζωή τους δεν σκέφτονται ανάλογα. - Απλώς κάποιοι τα ξεχνούν μετά την υπαρξιακή τους κρίση, και κάποιοι αλλάζουν. Ουτοπία είναι αυτό που κάνεις για να αλλάξει ο κόσμος στα μικρά και στα μεγάλα, είναι ο αγώνας όχι απλώς για να επιβιώσεις, αλλά και για να κάνεις ανατροπές, είναι οι καθημερινές πράξεις που σου δίνουν χαρά, ενέργεια με την προϋπόθεση ότι επιχειρείς πάντα να δημιουργήσεις, ότι αυτό που κάνεις σέβεται το περιβάλλον γύρω σου και στηρίζεται σε κανόνες και αξίες. - Πέρα από την πάλη των τάξεων, υπάρχει και η χαρά της καθημερινής ζωής, λέγαμε, ή μάλλον πρώτοι έθεσαν, στη δεκαετία του 1970, το γυναικείο κίνημα και διανοητές (Ελί Ζαρέτσκι, Ντέιβιντ Κούπερ, Άγκνες Χέλερ, Μάρσαλ Κόλμαν) που εισήγαγαν σε μαζική κλίμακα τη σύνδεση προσωπικής και πολιτικής ζωής. Η χαρά που ως συναίσθημα απορρέει από τη σημαντικότητα φαινομενικά ασήμαντων πραγμάτων στη διαχείριση της καθημερινότητας. Και αυτή η χαρά έρχεται όταν ικανοποιούνται όχι οι ανάγκες του «κατέχειν», αλλά του «είναι», δηλαδή οι πραγματικές ανάγκες, ώστε ο άνθρωπος, ο καθένας, να πάψει να αποτελεί μέσο χειραγώγησης. Η αναγκαιότητα για «πολιτική» παρέμβαση τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας όσο και στην ανάπτυξη εναλλακτικών –ανθρώπινων– σχέσεων και επιλογών στην καθημερινή ζωή. - Στα αφηγήματά της η Αρχοντούλα Διαβάτη επιχειρεί να αναδείξει το νόημα της ζωής. Να διερευνήσει αυτά τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα στιγμιότυπα της καθημερινότητας μέσα από ιστορίες ανθρώπων. Αν παρέθεσα δύο αποσπάσματα από το βιβλίο, δεν είναι μόνο για να πάρει κανείς μια «γεύση» από το περιεχόμενο, αλλά και για το ύφος. Και εδώ αναδεικνύεται το δεύτερο ερώτημα, που συνοδεύει τον αναγνώστη σ’ όλο το βιβλίο. Τι είναι το Σκουλαρίκι στη μύτη; Πρόκειται για πεζογράφημα, χρονογραφήματα, μικρά μυθιστορήματα; - Το βιβλίο (εκδ. Νησίδες) αποτελείται από 28 αφηγήματα, τα περισσότερα γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Είναι μία συλλογή από ιστορίες ζωής, προφανώς αυτοβιογραφικές, σ’ ένα ύφος γνωστό σε όποιον έχει διαβάσει προηγούμενα βιβλία της συγγραφέως: Στη Μάνα του νερού, Το αλογάκι της Παναγίας, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω. Ειδικά στο τελευταίο συναντά κανείς το ίδιο ύφος. Στο Φεύγω αλλά θα ξανάρθω είχαμε σημειώματα που στρέφονταν γύρω από τη λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή κυρίως της Θεσσαλονίκης, στο Σκουλαρίκι στη μύτη ξεδιπλώνονται άλλες πτυχές της ζωής, περισσότερο οικείες στον καθένα. - Πρόκειται για στιγμιότυπα, τα περισσότερα από τη Θεσσαλονίκη, σκηνές της καθημερινότητας, που αποτυπώνονται με μια ρεαλιστική και κατά βάθος πεσιμιστική ματιά. Αυτή η οικειότητα στη θεματολογία και η απαισιοδοξία που συνοδεύει την περιγραφή, μια γλυκιά απαισιοδοξία, που δείχνει τι είναι η ζωή είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που αναδεικνύονται στο βιβλίο, είναι ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τις διαφορετικές ιστορίες, είναι εν τέλει αυτά που αναδεικνύουν την «πένα» της συγγραφέως. - Ο λόγος της Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί, και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ’ έναν χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός. - Ξεχωρίζω τον Άγνωστο πόλεμο με τον οικογενειάρχη μεροκαματιάρη με δύο κόρες που «θέλει να ξεχάσει τα προβλήματα, να ονειρευτεί. Τη Δωροθέα, που θα ’παιρνε το πτυχίο της και θα συνέχιζε μεταπτυχιακό και θα διακρινόταν κάποτε και θα δικαίωνε όλους τους κόπους και θα». - Τον Πλανήτη Μελαγχολία για «αυτή (που) όλο το νυφικό ζητάει να βλέπουν. Με τη στοιχειωμένη μνήμη της, εκεί της αρέσει να γυρνάει. Με το πρόσωπο χωμένο στο αρωματισμένο μπουκέτο των νυφικών φωτογραφιών, αναπνέοντας τα μιγκέ, τα σκληρά χέρια του πατέρα που μυρίζουν καπνό –την κρατάει τρέμοντας από συγκίνηση και την οδηγεί, ατελείωτος χρόνος– μέχρι τα χέρια εκείνου, μέχρι το φιλί εκείνου στο στόμα της…» - Το Κείον νόμιμον για τον ξεχασμένο έρωτα, Τα γενέθλια της Μαρίας για τη χαμένη πρόωρα αδελφή, Το συνδικάτο του εγκλήματος που περιγράφει εξαίσια το bullying στο σχολείο. - Στην κορυφή αυτού του συνόλου των αφηγημάτων τοποθετώ το Αρχιπέλαγος. «Όλα τα μάτια η γειτονιά πάνω τους καρφωμένα. Στην οικογένεια του Αλβανού – από εξετάσεις περνούσε… (ώσπου) όταν ακούσαμε τις κραυγές, μεσημέρι ήταν, βγήκε όλος ο κόσμος στα μπαλκόνια. Από το σπίτι του Σαμπάν ήτανε. Κραυγές και κλάματα. Για τον Νίνο (τον γιο του) κλαίγανε, που τον χτύπησε στον δρόμο μηχανάκι το απόγευμα… (και τώρα) κατεβάζουμε τα μάτια σαν ένοχοι, σαν ντροπιασμένοι από λύπη όταν περνάει ο πατέρας με την κόρη του, φόρο τιμής σ’ έναν παλαιό πολεμιστή». - Ξεχωρίζω ακόμη το Όταν έχεις μια παιδική καρδιά, που αναφέρεται στην ιστορία της Κατερίνας, που «φαρμακωμένη από τον κόσμο ασκήτευε στο διαμέρισμά της… που χαμογελάει (γιατί) η ζωή μετά από τόσες ματαιώσεις, πόνο και καταφρόνια της έμαθε αυτό το ωραίο χαμόγελο». - Και τέλος το Σκουλαρίκι στη μύτη βγαλμένο μέσα από το «κουτί της ανάμνησης, ορθογώνιο κουτί, φτιαγμένο με παλιά κοχύλια», μια παλιά ιστορία που έτσι την «είχε καταχωρίσει στο μυαλό της και τώρα την ανέσυρε χαμογελώντας με τρυφερότητα… Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί –πόσα χρόνια πριν; – κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται –καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά– παραδεισένιο». - Στα αφηγήματα της Αρχοντούλας Διαβάτη δεν λείπουν και οι σαφείς πολιτικές αναφορές που συναντά ο αναγνώστης στο Οδός Αγαπηνού και στο Συναξάρι της Μαρίνας Αυλίδου.- Όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη σκέφτηκα κάτι, που το έκανα μότο της ζωής μου από ηλικία 23 χρόνων, όταν έχασα τον καλύτερο μου φίλο. Να ζεις τη ζωή σαν η σημερινή να είναι η τελευταία σου μέρα και να την προγραμματίζεις σαν να μην πεθάνεις ποτέ. - Μπορεί αυτό να είναι δύσκολο, μπορεί να μοιάζει εξωπραγματικό, αλλά αξίζει τον κόπο να το παλέψεις. Να παλέψεις για την ουτοπία, να παλέψεις να παραμείνεις Άνθρωπος, να παλέψεις πέρα από τις συμβατικότητες και τα «πρέπει» μας, που γράφει η συγγραφέας, γιατί αυτό είναι το ιδεώδες που μετράει στη ζωή μας, πριν πούμε και εμείς, όπως η Κατερίνα του αφηγήματος «ένα τέλος μου λείπει». - Παύλος Νεράντζης, περ. ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, 17 Ιουνίου 2016 (Το κείμενο διαβάστηκε στις 15 Μαΐου 2016 στην παρουσίαση του βιβλίου στο πλαίσιο της 13ης Έκθεσης Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη.)

Ο Γιώργος Ιωάννου άλλαξε το ελληνικό διήγημα με ένα πλήθος νεωτερισμών, καθιστώντας τον όχι μόνο πρωτοπόρο λογοτέχνη στη «σχολή» της Θεσσαλονίκης (μαζί με Χριστιανόπουλο και Ασλάνογλου) αλλά και μία από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές μορφές της χώρας, ειδικά στο διήγημα. Η κοφτή γραφή του με την αμεσότητά της και τον καθημερινό της λόγο σε συνδυασμό με την εγκατάλειψη της πλοκής και τον κεντρικό ήρωα, έθεσαν σε νέα βάση το ελληνικό διήγημα (μόλο που τυπικά δεν αποκαλείται διήγημα, αλλά πεζογράφημα). - Το δρόμο αυτό ακολουθεί και η Αρχοντούλα Διαβάτη με τη νέα της συλλογή αφηγημάτων «Σκουλαρίκι στη μύτη» (Νησίδες, 2015). Οι ιστορίες της ταξιδεύουν τον αναγνώστη στο παρελθόν και τη λογοτεχνία, στα βιώματα της συγγραφέως, στην παλιά Θεσσαλονίκη και τις πόλεις που περιφερειακά συνδέονται με αυτήν. - Τοπωνύμια και πρόσωπα συμπλέκονται, η παλιά Θεσσαλονίκη και τα σχολεία της ξανασυναντούν στις ατραπούς της μνήμης τα εφηβικά βιώματα, δημιουργώντας μία ρευστή σύνθεση χρόνου με συνεχείς μεταπηδήσεις από το παρόν στο παρελθόν σε μία συνειρμική διακύμανση. Με την τεχνική των συνειρμών η διηγηματογράφος, με σαφείς επιρροές από τον Ιωάννου, συνενώνει διάφορα στοιχεία. Παρατηρεί, θυμάται, συνδυάζει με τη λογοτεχνία ή το παρόν της πόλης. Οι συνειρμοί ωθούνται από την επικαιρότητα, το χώρο και τις αναμνήσεις ή τις κουβέντες. - Ο αναγνώστης αισθάνεται σα να ακούει μία διήγηση καταστάσεων πάνω από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έπιασε στα χέρια της η συγγραφέας. Φωτογραφίες που φέρνουν μνήμες από την εποχή που τραβήχτηκαν και αυθόρμητα συνδέονται με άλλες αναμνήσεις, που περιστρέφονται γύρω από τα πρόσωπα της συγγραφικής φωτογραφίας, και γεννούν με τη σειρά τους νέες σκέψεις και κρίσεις. - Χαρακτηριστικό είναι ότι η αφήγηση αρχίζει ανεπαίσθητα στο σχετικό παρόν αδιαφορώντας για τις αφηγηματικές συμβάσεις και μεταφέρεται "ασυναίσθητα" στο παρελθόν. Με την τεχνική του συγκερασμού, η διήγηση γίνεται πιο σύνθετη αθροίζοντας πολλά, και συχνά αντιθετικά ή άσχετα, αντικείμενα τροποποιώντας την έτσι ώστε να εξυπηρετεί την εκάστοτε αφήγηση. Η συγγραφέας μεταπηδά συνειρμικά μέσα σε σύντομο χώρο και με χρονικά άλματα σε άλλο θέμα, χωρίς αυτό να γίνεται άμεσα αντιληπτό από τον αναγνώστη. - Σε αυτό την εξυπηρετούν οι πολλές εγκιβωτισμένες ενδοδιηγήσεις με τη μορφή της αναδρομικής / οπισθοχωρητικής αφήγησης ή τη μορφή διαφόρων ιστοριών που αφηγείται ο αφηγητής διακόπτοντας την αρχική, για να καταλήξει σε σκέψεις και κρίσεις της συγγραφέως. Οι εγκιβωτισμοί και οι αναχρονίες προσφέρουν και μία ποικιλία τόσο στο ύφος όσο και στο περιεχόμενο, καταδεικνύοντας τη δημιουργική αξιοποίηση του πλούτου των θεμάτων που πραγματεύεται η Διαβάτη. - Η ίδια η αφήγηση είναι σχεδόν πάντα μονομερής ή μονοεστιακή. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής εκθέτει τη δική του οπτική γωνία (εστίαση εσωτερική), εκμυστηρευόμενος πάντα εικόνες και αναμνήσεις που τον κατακλύζουν, κατά το πρότυπο του Ιωάννου. Σε αντίθεση όμως προς τον εγωκεντρικό αφηγητή του Ιωάννου, η Διαβάτη επιμένει σε μία συλλογική διαχείριση του παρελθόντος. Σε αυτό την εξυπηρετεί τόσο η συλλογικότητα και η αίσθηση της παρέας ή του κοινού αγώνα που αναδύεται από τα πεζογραφήματά της όσο και τα φύλα των αφηγητών, που ξεπερνούν την, φυσιολογικά, έμφυλη αφήγηση βιωμάτων. - Ο αφηγητής της Διαβάτη δεν είναι πάντα θηλυκός, όπως θα αναμέναμε. Με μία ιδιαίτερη ευκολία η συγγραφέας κινείται από τον αρσενικό αφηγητή στον θηλυκό. Συχνά δε αντιλαμβανόμαστε την έμφυλη διάκριση μόνο από μία ή δύο λέξεις στο πεζογράφημα, αποκαλύπτοντας την ικανότητά της διηγηματογράφου να πλάθει ήρωες χωρίς έμφυλα χαρακτηριστικά. - Χαρακτηριστικό των πεζογραφημάτων της Διαβάτη είναι ο μικροπερίοδος λόγος και η απλή καθημερινή γλώσσα. Τούτα σε συνδυασμό με την απλότητα εκφραστικών μέσων καθιστούν το λόγο της εύληπτο και προσιτό. Η γλωσσική ακρίβεια, το ασύνδετο σχήμα στις σύντομες διατυπώσεις της δημιουργούν μια γραφή που διευκολύνει την πρόσληψη των εκφραζόμενων αναμνήσεων και σχολίων. Βέβαια, οφείλουμε να σημειώσουμε πως δεν απουσιάζουν παντελώς οι μεγάλες περίοδοι• τούτες μέσα στο πλέγμα του μικροπερίοδου λόγου ενισχύουν το συναίσθημα της χρονικής ρευστότητας και της συνειρμικής εξέλιξης των καταστάσεων. - Αξίζει, όμως, να υπογραμμίσουμε και την εξέλιξη του ιωαννικού διασπασμένου θέματος. Το τεράστιο και ετερόκλητο υλικό της αφήγησης οργανώνεται με την τεχνική του διασπασμένου θέματος, από το οποίο γεννώνται πεζογραφήματα-σπαράγματα, μικρογραφίες των εφηβικών και νεανικών χρόνων της συγγραφέως. Η μνήμη και τα πρόσωπα του παρελθόντος είναι κυρίαρχα στο παρόν και ανακαλούνται μέσω συνειρμών (συνειρμική οργάνωση του αφηγηματικού υλικού). - Σημαντικό ρόλο παίζουν οι εμπειρίες από τα μέρη που έζησαν οι ήρωές της, τα ταξίδια της, τα μαγικά ταξίδια στη λογοτεχνία και το κοινωνικό της περιβάλλον. Η Θεσσαλονίκη φυσικά κατέχει πρωταγωνιστική θέση ως χώρος με σημεία αναφοράς τοποθεσίες της πόλης, σχολεία και γειτονιές όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια. - Τα γεγονότα μοιάζουν με ψηφίδες που συνθέτουν το αφήγημα ενώ ταυτόχρονα παρεμβάλλονται σκέψεις και συναισθήματα του αφηγητή. Δεν υιοθετεί την κλασική μορφή διηγήματος (με αρχή, μέση, τέλος). Τα γεγονότα συνδέονται με λογοτεχνικά έργα, με ταξίδια κι εμπειρίες. Συναντήσεις στο παρόν οδηγούν σε αναμνήσεις από τα νεανικά χρόνια σε συνάρτηση συχνά με λογοτεχνικά έργα, αναδεικνύοντας μία συνεχή σύνδεση της παγκόσμιας λογοτεχνίας με τη ζωή του ανθρώπου. - Με συγγραφική ειλικρίνεια η Διαβάτη γράφει για τη γενιά της, εξιδανικεύει τους αγώνες του παρελθόντος και του παρόντος, αποκαλύπτει την απογοήτευση από τις ανατροπές που έφεραν η ζωή και η κρίση. Η Διαβάτη ακολουθεί το μονοπάτι που πρωτοχάραξε ο Γιώργος Ιωάννου στην ανανέωση του ελληνικού διηγήματος, περιδιαβαίνοντας στις γειτονιές της πόλης των μαθητικών της χρόνων και των αναμνήσεων συνδέοντας το παρόν με το παρελθόν μέσα από μία συνειρμική ειλικρίνεια που δεν "στήνει" κάποια πλοκή• την πλοκή την προσφέρουν τα ίδια τα βιώματα και οι κρίσεις της συγγραφέως.

- Δήμος Χλωπσιούδης, tovivlio.net, Οκτώβρης 2016.-

Διαβάζοντας κανείς τις πρώτες σελίδες του νέου βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη, πολύ περισσότερο εάν δεν γνωρίζει το έργο της συγγραφέως, αναπόφευκτα θέτει δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι φιλοσοφικό, αρχέτυπο, συνειδησιακό. Ένα ερώτημα που όλοι, ή σχεδόν όλοι, έχουν θέσει σε μια φάση, συνήθως δύσκολη, της ζωής τους. Ποιο είναι το νόημα της ζωής; Τι κάνω και πού βαδίζω; Πώς πορεύομαι; Γιατί κάνω αυτές τις επιλογές και όχι άλλες. - Ένα ερώτημα που προκύπτει σε καιρό κρίσης, όπως αυτή που περνά τα τελευταία χρόνια ο τόπος μας ή όταν διακυβεύονται τα σημαντικότερα αγαθά, όπως η υγεία. Όπως συμβαίνει με τον πρωταγωνιστή του πρώτου αφηγήματος στο βιβλίο με τίτλο Χαμένη Επανάσταση, ο οποίος βρίσκεται στον πολύβουο προθάλαμο ενός νοσοκομείου και αναλογίζεται. - Ένα απόσπασμα: «Δεν ζητάει πολλά τώρα, μόνον να μην είναι αυτός που θα είναι ο άνθρωπος χωρίς ελπίδα, αυτός που δεν θα επιδέχεται ούτε καν μια απέλπιδα χημειοθεραπεία η περίπτωσή του. Δεν ζητάει πολλά, και όλο δίνει υποσχέσεις μυστικά στον εαυτό του - αν. Αν τα αποτελέσματα ανοίξουν ένα παράθυρο, αν - αυτό μονάχα - αν θα δικαιούται κι αυτός μια προοπτική, ε, τότε θ’ αλλάξει ζωή. Θα παρατήσει το γραφείο και την άχαρη ζωή του και θα κυνηγήσει τα όνειρά του… Αν υπάρξει και για αυτόν ελπίδα, θα γραφτεί στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στα σαράντα πέντε του ή θα αρχίσει να παραδίνει μαθήματα γλώσσας σε νέους πρόσφυγες. Θα κάνει ό,τι φοβόταν ή βαριόταν ως τώρα. Αν υπάρχει ελπίδα, αν ζήσει, θα ξαναγυρίσει - τα Σαββατοκύριακα έστω - στο χωριό, να βοηθήσει το θείο του με τις ελιές ή τα κάστανα. Θα τηλεφωνήσει στη Σοφία να βγούνε κανένα βράδυ, να μιλήσουν ή να δουν καμιά ταινία. Α, μόνο αν ζήσει, θα γίνει άλλος άνθρωπος». - Το ίδιο ερώτημα για τη ζωή προκύπτει αβίαστα και στο μερικών αράδων δεύτερο αφήγημα με τίτλο Ανάχωμα, όπου η συγγραφέας παρατηρεί «αγόρια και κορίτσια με τις τσάντες στους ώμους (να) βαδίζουν βαριεστημένα και μουτρωμένα προς το σχολείο τους, καλωδιωμένα με τις μουσικές τους… ενώ εγώ και εσύ περπατάμε στο ανάχωμα την τακτική μας πρωινή πεζοπορία… αγόρια και κορίτσια (που) σας βλέπω… ν’ αποκτάτε κοιλίτσα, παιδιά και εγγόνια… τότε που θ’ αρχίσετε την πεζοπορία στο ανάχωμα σοβαροί και φιλοσοφημένοι, όλο χαμόγελα όμως κι ευγνωμοσύνη για τη ζωή, μέγα καλό και πρώτο, συναντώντας στον δρόμο μαθητές βαριεστημένους να πηγαίνουν σχολείο τους αγουροξυπνημένοι και σκυθρωποί με τις τσάντες στους ώμους βαδίζοντας, ενώ εσείς…». - Σε λιγότερο από μια σελίδα η Αρχοντούλα Διαβάτη έχει περιγράψει τον κύκλο της ζωής, της ζωής που έρχεται και φεύγει, που έρχεται με δύναμη και βαριεστημάρα και κυλά - όχι πάντα συμπληρώνω εγώ - με χαμόγελα και ευγνωμοσύνη. Το τραγικό είναι ότι ακριβώς την ώρα που έγραφα αυτό το σημείωμα ένας καλός φίλος, ο οινοποιός Γιάννης Δαλαμάρας από τη Νάουσα μου ανήγγειλε το χαμό της γυναίκας του, της πολυαγαπημένης μας Κατερίνας. - Τι είναι λοιπόν η ζωή μπορεί να αναρωτηθεί ο καθένας, διαβάζοντας το Σκουλαρίκι στη Μύτη. Ένα ερώτημα γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε η φιλοσοφική σκέψη. Η ζωή είναι βάσανο, κόπος, αγώνας για επιβίωση. Είναι, όμως, και χαρά και δημιουργία. Το να ζεις είναι δραματικό, είναι τραγικό. Η ίδια η ζωή είναι τραγική. - Ουτοπία είναι, λένε, το άπιαστο όνειρο. Ουτοπία, είναι η αέναη προσπάθεια να κάνεις το όνειρο, το όραμα πραγματικότητα, παλεύοντας καθημερινά να δημιουργήσεις μικρά και μεγάλα. Για αυτό η ουτοπία πρέπει να είναι ο στόχος του καθενός όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται περίεργα. - Αυτό αποτυπώνεται στον ήρωα του πρώτου αφηγήματος της συγγραφέως: αυτός που βρίσκεται στον προθάλαμο ενός νοσοκομείου για να εξεταστεί, σε μία δύσκολη δηλαδή φάση της ζωής του, όπου η ύπαρξή του διακυβεύεται, θέλει, ονειρεύεται να αλλάξει ζωή, να αλλάξει απλά πράγματα στην καθημερινότητά του. Και θα ήταν ψέματα να έλεγα ότι όλοι, μα όλοι οι άνθρωποι όταν βρίσκονται σε ανάλογες φάσεις στη ζωή τους δεν σκέφτονται ανάλογα. Απλά κάποιοι τα ξεχνούν μετά την υπαρξιακή τους κρίση, και κάποιοι αλλάζουν. Ουτοπία είναι αυτό που κάνεις για να αλλάξει ο κόσμος στα μικρά και στα μεγάλα, είναι ο αγώνας όχι απλά για να επιβιώσεις, αλλά και για να κάνεις ανατροπές, είναι οι καθημερινές πράξεις που σου δίνουν χαρά, ενέργεια με την προϋπόθεση ότι επιχειρείς πάντα να δημιουργήσεις, ότι αυτό που κάνεις σέβεται το περιβάλλον γύρω σου και στηρίζεται σε κανόνες και αξίες. - Πέρα από την πάλη των τάξεων, υπάρχει και η χαρά της καθημερινής ζωής, λέγαμε, ή μάλλον πρώτοι έθεσαν, στη δεκαετία του 1970, το γυναικείο κίνημα και διανοητές (Ελί Ζαρέτσκι, Ντέιβιντ Κούπερ, Άγκνες Χέλερ, Μάρσαλ Κόλμαν) που εισήγαγαν σε μαζική κλίμακα τη σύνδεση προσωπικής και πολιτικής ζωής. Η χαρά που ως συναίσθημα απορρέει από τη σημαντικότητα φαινομενικά ασήμαντων πραγμάτων στη διαχείριση της καθημερινότητας. Και αυτή η χαρά έρχεται όταν ικανοποιούνται όχι οι ανάγκες του «κατέχειν», αλλά του «είναι», δηλαδή οι πραγματικές ανάγκες ώστε ο άνθρωπος, ο καθένας να πάψει να αποτελεί μέσο χειραγώγησης. Η αναγκαιότητα για «πολιτική» παρέμβαση τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας όσο και στην ανάπτυξη εναλλακτικών -ανθρώπινων - σχέσεων και επιλογών στην καθημερινή ζωή. - Στα αφηγήματά της η Αρχοντούλα Διαβάτη της επιχειρεί να αναδείξει το νόημα της ζωής. Να διερευνήσει αυτά τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα στιγμιότυπα της καθημερινότητας μέσα από ιστορίες ανθρώπων. Αν παρέθεσα δύο αποσπάσματα από το βιβλίο δεν είναι μόνο για να πάρει κανείς μια «γεύση» από το περιεχόμενο, αλλά και για το ύφος. Και εδώ αναδεικνύεται το δεύτερο ερώτημα, που συνοδεύει τον αναγνώστη σ’ όλο το βιβλίο. Τι είναι το Σκουλαρίκι στη μύτη; Πρόκειται για πεζογράφημα, χρονογραφήματα, μικρά μυθιστορήματα; - Το βιβλίο αποτελείται από 28 αφηγήματα, τα περισσότερα γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο. Είναι μία συλλογή από ιστορίες ζωής, προφανώς αυτοβιογραφικές σ’ ένα ύφος γνωστό σε όποιον έχει διαβάσει προηγούμενα βιβλία της συγγραφέως: Στη Μάνα του νερού, Το αλογάκι της Παναγίας, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω. Ειδικά στο τελευταίο συναντά κανείς το ίδιο ύφος. Στο Φεύγω αλλά θα ξανάρθω είχαμε σημειώματα που στρέφονταν γύρω από τη λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή κυρίως της Θεσσαλονίκης, στο Σκουλαρίκι στη μύτη ξεδιπλώνονται άλλες πτυχές της ζωής περισσότερο οικείες στον καθένα. - Πρόκειται για στιγμιότυπα, τα περισσότερα από τη Θεσσαλονίκη, σκηνές της καθημερινότητας, που αποτυπώνονται με μια ρεαλιστική και κατά βάθος πεσιμιστική ματιά. Αυτή η οικειότητα στη θεματολογία και η απαισιοδοξία που συνοδεύει την περιγραφή, μια γλυκιά απαισιοδοξία, που δείχνει τι είναι η ζωή είναι τα κυρίαρχα στοιχεία που αναδεικνύονται στο βιβλίο, είναι ο ομφάλιος λώρος που συνδέει τις διαφορετικές ιστορίες, είναι εν τέλει αυτά που αναδεικνύουν την «πένα» της συγγραφέως. - Ο λόγος της Αρχοντούλας Διαβάτη κινείται σε δύο επίπεδα. Αφενός περιγράφει μια ιστορία στην οποία άλλοτε πρωταγωνιστεί και άλλοτε παρατηρεί και αφετέρου επιχειρεί να διεισδύσει στον εσωτερικό κόσμο των προσώπων, να αναδείξει χαρακτήρες, να ερμηνεύσει τα δρώμενα, παραθέτοντας σκέψεις σ΄ ένα χρόνο που εναλλάσσεται ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν. Στην ουσία, όμως στην αφήγησή της ο χρόνος δεν υπάρχει, ή μάλλον είναι υποκειμενικός. Ξεχωρίζω τον Άγνωστο πόλεμο με τον οικογενειάρχη μεροκαματιάρη με δύο κόρες που «θέλει να ξεχάσει τα προβλήματα, να ονειρευτεί. Τη Δωροθέα, που θα ’παιρνε το πτυχίο της και θα συνέχιζε μεταπτυχιακό και θα διακρινόταν κάποτε και θα δικαίωνε όλους τους κόπους και θα». - Τον Πλανήτη Μελαγχολία για «αυτή (που) όλο το νυφικό ζητάει να βλέπουν. Με τη στοιχειωμένη μνήμη της, εκεί της αρέσει να γυρνάει. Με το πρόσωπο χωμένο στο αρωματισμένο μπουκέτο των νυφικών φωτογραφιών, αναπνέοντας τα μιγκέ, τα σκληρά χέρια του πατέρα που μυρίζουν καπνό - την κρατάει τρέμοντας από συγκίνηση και την οδηγεί, ατελείωτος χρόνος - μέχρι τα χέρια εκείνου, μέχρι το φιλί εκείνου στο στόμα της…» - Το Κείον νόμιμον για τον ξεχασμένο έρωτα, Τα γενέθλια της Μαρίας για τη χαμένη πρόωρα αδελφή, Το συνδικάτο του εγκλήματος που περιγράφει εξαίσια το bullying στο σχολείο. - Στην κορυφή αυτού του συνόλου των αφηγημάτων τοποθετώ το Αρχιπέλαγος. «Όλα τα μάτια η γειτονιά πάνω τους καρφωμένα. Στην οικογένεια του Αλβανού - από εξετάσεις περνούσε… (ώσπου) όταν ακούσαμε τις κραυγές, μεσημέρι ήταν, βγήκε όλος ο κόσμος στα μπαλκόνια. Από το σπίτι του Σαμπάν ήτανε. Κραυγές και κλάματα. Για τον Νίνο (τον γιο του) κλαίγανε, που τον χτύπησε στο δρόμο μηχανάκι το απόγευμα… (και τώρα) κατεβάζουμε τα μάτια σαν ένοχοι, σαν ντροπιασμένοι από λύπη όταν περνάει ο πατέρας με την κόρη του, φόρο τιμής σ΄ έναν παλαιό πολεμιστή». - Ξεχωρίζω ακόμη το Όταν έχεις μια παιδική καρδιά, που αναφέρεται στην ιστορία της Κατερίνας, που «φαρμακωμένη από τον κόσμο ασκήτευε στο διαμέρισμά της… που χαμογελάει (γιατί) η ζωή μετά από τόσες ματαιώσεις, πόνο και καταφρόνια της έμαθε αυτό το ωραίο χαμόγελο». - Και τέλος το Σκουλαρίκι στη μύτη βγαλμένο μέσα από το «κουτί της ανάμνησης, ορθογώνιο κουτί, φτιαγμένο με παλιά κοχύλια», μια «παλιά ιστορία που έτσι την «είχε καταχωρίσει στο μυαλό της και τώρα την ανέσυρε χαμογελώντας με τρυφερότητα… Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί - πόσα χρόνια πριν; - κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται - καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά - παραδεισένιο». - Στα αφηγήματα της Αρχοντούλας Διαβάτη δεν λείπουν και οι σαφείς πολιτικές αναφορές που συναντά ο αναγνώστης στο Οδός Αγαπηνού και στο Συναξάρι της Μαρίνας Αυλίδου. - Όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωση του βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη σκέφτηκα κάτι που το ’κανα μότο της ζωής μου από ηλικία 23 χρόνων, όταν έχασα τον καλύτερο μου φίλο. Να ζεις τη ζωή σαν η σημερινή να είναι η τελευταία σου μέρα και να την προγραμματίζεις σα να μην πεθάνεις ποτέ. - Μπορεί αυτό να είναι δύσκολο, μπορεί να μοιάζει εξωπραγματικό, αλλά αξίζει τον κόπο να το παλέψεις. Να παλέψεις για την ουτοπία, να παλέψεις να παραμείνεις Άνθρωπος, να παλέψεις πέρα από τις συμβατικότητες και τα «πρέπει» μας, που γράφει η συγγραφέας, γιατί αυτό είναι το ιδεώδες που μετράει στη ζωή μας, πριν πούμε και εμείς, όπως η Κατερίνα του αφηγήματος «ένα τέλος μού λείπει». - Παύλος Νεράντζης, tvxs, 18. 10. 2016

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-89-1]

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΛΕΦΑ,
Τελετουργικά και τελευταία.

Έξι μικρά πεζά, χωρισμένα σε δύο ενότητες. Δείγμα γραφής: Το επιμύθιο της διάσπαρτης μετάλλαξης, η παλμική συνεύρεση στης υπερουσιότητας την κράση, το συμμιγές των υλικών σε τρυ- φερή ενιαία σύσταση, χαϊδολογούσανε την αύρα των παρισταμέ- νων με άφατα μίας πρωτόπλαστης γαλήνης ενθυμήματα, και με τα ψήγματα της Άχρονης Συνείδησης. Και αποσπειρούντο και εκτείνονταν και απέφευγαν, και συμμε- τείχαν στο κοινώνημα διαρκώς.

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-83-9]

ΖΩΗ ΚΑΛΑΦΑΤΗ,
Καθημερινά και περίεργα

Χρονο-λογοτεχνήματα

Η Ζωή Καλαφάτη γεννήθηκε και ζει στη Λάρισα. Είναι εκπαιδευτικός και δίδαξε στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση για αρκετά χρόνια. Ασχολήθηκε συστηματικά με τη μελέτη της θεωρίας της λογοτεχνίας, κάνοντας από το 1990 και μετά πλήθος εκδηλώσεων για την προώθηση της παιδικής λογοτεχνίας, όπως ίδρυση βιβλιοθηκών, παρουσιάσεις συγγραφέων, μελέτες στον τύπο και περιοδικά και επίκαιρη αρθρογραφία στις εφημερίδες «Ελευθερία», «Αλήθεια», «Κόσμος» και «Ημερήσιος Κήρυκας». Έχει δημοσιεύσει αρκετά άρθρα επίσης στα περιοδικά «Διαδρομές», «Ρόπτρο», «Εικονικό Σχολείο», «Σύγχρονη εποχή» κ.ά. Παράλληλα συμμετείχε σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές και επετειακά σε ραδιοφωνικά προγράμματα. Εργασίες της έχουν διακριθεί από το Σύνδεσμο Λογοτεχνών Κύπρου. Βραβεύτηκε το 2004 από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου με το πανελλήνιο βραβείο «Κων/νος Δεμερτζής» για τις δραστηριότητές της στη λογοτεχνία και είναι μέλος του Κύκλου από το 2000. Το 2005 μετεκπαιδεύτηκε στο Α.Π.Θ., στα Παιδαγωγικά, με ειδίκευση στη «Διδακτική της λογοτεχνίας με τη μέθοδο Ρroject». Με την ερευνητική ομάδα του Α.Π.Θ κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις Τζιόλα το βιβλίο «Διδακτική της λογοτεχνίας στο πλαίσιο του προγράμματος της Ευέλικτης Ζώνης». Την ίδια χρονιά πήρε τιμητική διάκριση στο 6ο Πανελλήνιο Φεστιβάλ Ποίησης. Διατέλεσε επιμορφώτρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου από το 2010-2012. Παράλληλα συνεργαζόταν με το ηλεκτρονικό περιοδικό «Παιδική ματιά» της εφημερίδας «Ελευθερία». Τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αλήθεια» της Λευκωσίας και χρονογραφεί με τη στήλη «Καθημερινά και περίεργα» στην εβδομαδιαία θεσσαλική εφημερίδα «Larissanet». Από το 2012-2013 είχε τακτική συνεργασία με την εκπομπή πολιτισμού «Μύθος και Αλήθεια» στο κανάλι ASTRA. Είναι τακτικό μέλος στο συμβούλιο του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας και παράλληλα συμμετέχει στην ομάδα σχεδιασμού του πολιτισμού για τον Δήμο Λάρισας. (zoekalafati@gmail.com) - Αγάπη, ελευθερία, στέρηση, νοσταλγία, υποκρισία, ελπίδα, δημιουργία… Αξίες, ήθη, βιώματα και εικόνες από την κοινωνική και οικογενειακή μας ζωή, την πολιτική επικαιρότητα και τον πολιτισμό της τρέχουσας καθημερινότητάς μας, που αναδεικνύουν θέματα, ιστορίες και αξιοπερίεργα γεγονότα που μπορούν να συμβούν στον καθένα μας. Μνήμες, πρόσωπα και ανθρώπινοι χαρακτήρες που αποκαλύπτονται από μία διεισδυτική αφήγηση ενός καυστικού και συνάμα τρυφερού λόγου, που περιπλανάται αέναα στο χρόνο, συνδέοντας το σήμερα με την ηθογραφία μιας εποχής που παρήλθε…

 

[I.S.B.N.: 978-960-948876-1]

ΒΙΚΥ ΦΑΛΑΡΑ,
Ο βράχος της Σμαράγδας

μυθιστόρημα

Η οικογένεια είναι δέντρο σκιερό για τα μέλη της. Κάποιες, όμως, αποδεικνύονται ανίσκιωτοι ξέρακες κι άλλες, ακόμη χειρότερα, έχουν κλαδιά που σφίγγουν και συνθλίβουν. - Ευτυχώς που υπάρχει η αγάπη των ξένων, η φιλία και ο έρωτας…

Η Βίκυ Φαλάρα γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Καμένα Βούρλα. Είναι φιλόλογος. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ποιητικές ανθολογίες. Το 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα Οι αλκυόνες γεννούν το καλοκαίρι! από τις εκδόσεις Οιωνός. Είναι μέλος του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών και του Πνευματικού Κέντρου Ρουμελιωτών. Υποστηρίζει το έργο των Γιατρών χωρίς Σύνορα και συνεργάζεται με περιβαλλοντικές οργανώσεις για την προστασία της άγριας πανίδας. Είναι παντρεμένη και έχει δυο γιους.

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-75-4 ]

ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ,
Ανισαμιά

ΑΝΙΣΑΜΙΑ, είναι ο τίτλος της τέταρτης συλλογής διηγημάτων του Ξενοφώντα Ε.Μαυραγάνη. - Ο Ξ.Ε. Μαυραγάνης, δημοσιογράφος και δικηγόρος εν συντάξει, άρχισε να δημοσιεύει διηγήματά του το 2009 με τη συλλογή «Ο θείος μου ο Άγιος» των εκδόσεων ΕΜΠΡΟΣ Μυτιλήνης. Ακολούθησαν «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» και «Προς το παρόν υγειαίνω» των εκδόσεων «Νησίδες», που βρήκαν ευμενή ανταπόκριση τόσο στις κριτικές, όσο και στο αναγνωστικό κοινό. - Προσφιλή του θέματα η ξενιτιά των συντοπιτών του, που από το Πλωμάρι της Λέσβου ξεχύθηκαν σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της υδρογείου, και των μόχθων τους, η αγωνία των φτωχών και καταφρονεμένων για επιβίωση, τα πάθη των αριστερών τόσο στο χωριό όσο και στην πόλη, καταγράφοντας τις λεπτομέρειες μιας συνεχούς ροής ανθρώπων, πραγμάτων και καταστάσεων που συγκροτούν τη ζωή εν συνόλω. - Σε πολλές κριτικές διατυπώθηκε η άποψη πως τα διηγήματα του Μαυραγάνη συνιστούν μια τοιχογραφία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. - Στα 14 διηγήματα της συλλογής ΑΝΙΣΑΜΙΑ συνεχίζεται το ταξίδι ανάμεσα στο Πλωμάρι Λέσβου και στη Θεσσαλονίκη με ιστορίες που διαδραματίζονται από το 1800 μέχρι και τη χούντα των συνταγματαρχών, εκφράζοντας τον πόνο και τη θλίψη του συγγραφέα και των συναντιληπτόρων του για πράγματα που χάθηκαν και τάφηκαν μέσα στην άγνοια και στην αδιαφορία των ανθρώπων.

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-70-9]

Κατερίνα Τσιάνα-Πανταζίδου
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Θεσσαλονίκη του ’60. Εξοχές. Μονοκατοικίες, λουλουδιασμένες αυλές, αλάνες (πεδία εκτόνωσης παιδιών και έφηβων), παραλιακά κέντρα (ανάσες ψυχαγωγίας των μεγάλων), ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, ρεμβασμοί στο μοναδικό ηλιοβασίλεμα του Θερμαϊκού, έρωτες, πλατωνικοί και όχι, υπό το σεληνόφως, αγνά αισθήματα, ανιδιοτελείς φιλίες. Η Αρετή, αθώα και άκακη ψυχή, βιώνει σ’ αυτό το περιβάλλον τον νεανικό έρωτα αλλά και την προδοσία του, που σημαδεύουν την πορεία της ζωής της. Ζωή που της επιφυλάσσει ανατροπές και δοκιμασίες μέσα από τις οποίες συνειδητοποιείται, ανακαλύπτει τις ικανότητές της, ωριμάζει, μαθαίνει ν’ αποδέχεται και να υπομένει ελπίζοντας πάντα σε μια λύτρωση. -

Η Κατερίνα Τσιάνα, με καταγωγή από την Αβδέλλα Γρεβενών, γεννήθηκε στον Τύρναβο, τελείωσε το Γυμνάσιο Λάρισας και σπούδασε χημεία στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Το 1994 έστησε το βιβλιοπωλείο «Μυθιστορία» στη Θεσσαλονίκη, όπου την ίδια εποχή λειτούργησε μια από τις πρώτες Λέσχες Ανάγνωσης της πόλης της οποίας είναι συντονίστρια. Συντονίζει επίσης τη Λέσχη Ανάγνωσης της Ομάδας Στήριξης του Παιδικού χωριού SOS. Ζει στη Θεσσαλονίκη

Έγραψε:
Τα τραγούδια του Μεγάλου Χορού της Αβδέλλας, 1996
Από τα χειμαδιά στα Βλαχοχώρια, 2005, εκδ.University Studio Press
Από τον Τύρναβο στη Λάρισα, 2007, εκδ. Πήγασος
Nταλιάνα, 2010, University Studio Press
Σταυραδέρφια, 2013, εκδ. Νησίδες

 

[I.S.B.N.: 978-960-9488-68-6]

Aρχοντούλα Διαβάτη,
ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ
Χρονογραφήματα

ΦΕΥΓΕΙ ΚΑΙ ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ. - Για το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη ΦΕΥΓΩ ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ. - Το πρώτο που σκέφτηκα αντικρίζοντας το νέο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη ήταν ότι έχει ένα μαγικό εξώφυλλο και έναν πολύ ποιητικό επίσης τίτλο: Φεύγω αλλά θα ξανάρθω. - Και πράγματι, στις σελίδες αυτής της συλλογής, η συγγραφέας πάει κι έρχεται συνεχώς, περιδιαβαίνοντας την πόλη και τα δρώμενά της, πλέκοντας τις διαδρομές της με σκέψεις και συνειρμούς. - Πρόκειται για μια συλλογή χρονογραφημάτων, με την οποία, όπως και η ίδια προλογίζει, επιδιώκει να φωτογραφίσει και να εικονογραφήσει τον χρόνο, σε χρόνους δύσκολους και σκληρούς. Τις περισσότερες φορές μας παίρνει μαζί της για βόλτα στο κέντρο επίσκεψη σε εκδηλώσεις, παραστάσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, φεστιβάλ και άλλα δρώμενα της Θεσσαλονίκης. Και μ’ έναν χαριτωμένο τρόπο, αφού μοιραστεί μαζί μας τις σκέψεις, τους προβληματισμούς και τα συναισθήματά της, συχνά μας παίρνει μαζί της και στην έξοδο, όπου ξαναβγαίνει στους δρόμους της πόλης. - Οι συνειρμοί της είναι ζωηροί και ελεύθεροι, μεταπηδώντας μας με χάρη από το ένα θέμα στο άλλο, όπως μια χαλαρή φιλική κουβέντα: από βιβλία σε πρόσωπα, από μια ταινία σε μια προσωπική ανάμνηση, από μια πινακίδα σε ένα απόφθεγμα, από έναν προβληματισμό σε ένα συναίσθημα. Παντρεύοντας θέματα που απαιτούν από τον αναγνώστη να είναι κάπως μυημένος με απλές προσωπικές αφηγήσεις. Παντρεύοντας επίσης το παρόν με το παρελθόν, ένα παρελθόν όπου δεσπόζει η εικονογράφηση της πόλης, κυρίως η περιοχή της σημερινής Χαριλάου. - Τη ζήλεψα τη συγγραφέα μας, για τα διαβάσματα και τις ωραίες περιπλανήσεις της, και με προσωπική από τη μεριά μου συγκίνηση για τις περιστάσεις που ήμουν κι εγώ «εκεί». Και με γλυκιά επίσης συγκίνηση μοιράστηκα τις σκέψεις της που αναδεικνύουν μια ματιά στον κόσμο γυναικεία, καλλιεργημένη, με κοινωνική ευαισθησία και χιούμορ. - Και γλυκάθηκα πολύ με τον χρόνο της, έτσι όπως τον εγγράφει με εσωτερικότητα. - Αυτόν τον ξανακερδισμένο χρόνο που εύστοχα περιγράφει στο πολύ ωραίο κομμάτι που διάλεξα να σας διαβάσω από το βιβλίο: «Οι ποδηλάτισσες». - Κατερίνα Μόντη, ομιλία στο βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟ-ρυθμός της Θεσσαλονίκης, 7/11/2014.

ΦΕΥΓΩ, ΑΛΛΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ, έγραφε η πινακίδα στο πίσω μέρος της καρότσας στο Ντάτσουν. Από πάνω ένα αυτοσχέδιο στέγαστρο κι από κάτω τα παιδάκια –τα χαζεύαμε εμείς από δίπλα, σταματημένοι στο φανάρι– ξαπλωμένα μακάρια σ’ ένα φανταχτερό στρώμα με κόκκινα και κίτρινα τριαντάφυλλα. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα. Το μικρότερο, κατσαρομάλλικο ένα αγοράκι, γυμνό εντελώς, ανάερα χαμογελώντας προς το μέρος μας, ενώ η τσιγγάνα μπροστά, συνοδηγός σοβαρή στο κουβούκλιο με το κεφάλι σκεπασμένο με μαντίλι χρωματιστό από κείνα με τα φλουριά στο μέτωπο. Kαι στην Τσιμισκή που ’χε πάρει φωτιά, ένα ταμπλό βιβάν. Άσπρη τουνίκ, υπερυψωμένος ένας νεαρός, τίγκα παστωμένος στο μακιγιάζ κι ένα ροζ γαρίφαλο στο στόμα ακίνητος –άγαλμα στο βάθρο του– μόνον ο ήχος του κέρματος στο τσίγκινο κουτί κάτω διέκοπτε την ψεύτικη ακινησία του και μια βαθιά υπόκλιση, ή κλείσιμο του ματιού και ρεβεράντζα με γαρίφαλο, το αναπάντεχο «ευχαριστώ», στιγμή-αποκάλυψη για τα παιδιά. Ένας μαύρος σκύλος έκανε διατάσεις μπροστά στο «Ολύμπιον», ενώ δυο τρεις άλλοι ξαπλωμένοι στα σκαλοπάτια δροσίζονταν στη θαλασσινή αύρα, από την πλατεία. ΑΡΧΟΝΤΟΥΛΑ ΑΛ. ΔΙΑΒΑΤΗ Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, όπου ζω και εργάζομαι. - Σπούδασα Νομικά και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δικηγόρησα για λίγο και μετά διορίστηκα προσωρινά –ουδέν διαρκέστερον του προσκαίρου– στο Δημόσιο και εργάστηκα ως καθηγήτρια νομικός στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. - Έχω εκδώσει, ένα λογοτεχνικό χρονικό, ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, στο Ροδακιό το 2004, και ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ, μυθιστορίες, στις Νησίδες το 2012. Κείμενά μου δημοσιεύτηκαν στο ΑΝΤΙ, στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, στο ΕΝΕΚΕΝ, στην ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ, στον ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑ, στον ΠΟΡΦΥΡΑ, στο ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, στα κυπριακά περιοδικά ΑΚΤΗ και ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, και στα διαδικτυακά lexima, ΔΙΑΣΤΙΧΟ, bookpress, Bibliotheque, Popaganda και ΦΡΕΑΡ.

Xαρτογράφηση αστικού τοπίου. - Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω είναι ο τίτλος της συλλογής κειμένων της Αρχοντούλας Διαβάτη στον οποίο η ίδια συνειδητά προσθέτει τον παραπλανητικό, σε πρώτη ανάγνωση, υπότιτλο χρονογραφήματα. Η συγγραφέας έχοντας ήδη δύο βιβλία πίσω της (Στη μάνα του νερού. Λογοτεχνικό χρονικό και Το αλογάκι της Παναγίας. Μυθιστορίες), συγκεντρώνει σ’ αυτές τις εκατό και κάτι σελίδες τα τριάντα οκτώ αφηγήματα που, αρκετά πυκνά, με περιοδικότητα σχεδόν δεκαημέρου, δημοσίευσε στα ηλεκτρονικά περιοδικά book press κυρίως αλλά και στο Φρέαρ, και αλλού. Το υλικό καλύπτει ένα χρονικό άνυσμα δεκαεννέα περίπου μηνών από τον Σεπτέμβριο του 2011 (χρονιά του Δράκου, όπως η ίδια σημειώνει στον σύντομο πρόλογο) μέχρι τον Απρίλιο του 2013. Πρόκειται ουσιαστικά για κριτικές και σημειώματα που στρέφονται γύρω από τη λογοτεχνική, την κινηματογραφική και εν γένει την τρέχουσα καλλιτεχνική παραγωγή κυρίως της Θεσσαλονίκης, αλλά και σχόλια επίκαιρα και ανεπίκαιρα για βιβλία, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις που συγκροτούν τον σταθερό ορίζοντα ενδιαφερόντων της Διαβάτη, αλλά και κοινωνικά γεγονότα που απασχόλησαν τον χώρο των σκεπτόμενων Νεοελλήνων. Κάθε ένα από τα τριάντα εννέα συνολικά κείμενα, μια φωτογραφία, περιγραφές, διάλογοι και σκηνές που εκτυλίσσονται στο αστικό τοπίο όπου ζει, κινείται και δημιουργεί η συγγραφέας. - Και ενώ ο όρος χρονογράφημα μάς προετοιμάζει για κείμενα βγαλμένα από την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα σε τόνο κατά παράδοση δηκτικό, τα κείμενα εδώ, όπως η ίδια η Διαβάτη δηλώνει στον πρόλογο, έχουν κατ’ αρχήν την πρόθεση να αιχμαλωτίσουν, ως γραφικές παραστάσεις-γραφήματα, τη ροή του χρόνου που κυλά ανεπίγνωστα. Με αυτό το πνεύμα συνάδει και το μότο του βιβλίου, παρμένο από Τα τέσσερα κουαρτέτα του Τ. Σ. Έλιοτ, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον τήκονται και αμαλγαματοποιούνται στην ίδια χρονική βαθμίδα. Σε όλα τα σύντομα αυτά αφηγήματα κυριαρχεί ένα θέμα επικαιρικό και εφήμερο, που αποτελεί κάθε φορά την αφορμή για να επιστρέψει η συγγραφέας σε αγαπημένα βιβλία και κλασικές ταινίες, αλλά επεξεργασμένα έτσι, ώστε να αποκτούν λογοτεχνικές αρετές. Ο αφηγητής σχεδόν παντού πρωτοπρόσωπος, ο χρόνος διάχυτος, αποσπασματικός και ως εκ τούτου υποκειμενικός. Ο κατ’ εξοχήν χώρος είναι το κέντρο της συμπρωτεύουσας, όπου συμπεριλαμβάνονται όλα τα σημεία αναφοράς των φιλότεχνων της πόλης: Ολύμπιον, Λιμάνι, Κ.Ι.Θ., αλλά και Βαφοπούλειο, Γαλλικό Ινστιτούτο κ.ά. Η Διαβάτη με το νοσταλγικό της ύφος, γνωστό ήδη από τα δύο προηγούμενα βιβλία της, χτενίζει με τρυφερό βλέμμα το παρόν, αλλά με κάθε ευκαιρία αφήνεται στους συνειρμούς και μεταπηδά στο παρελθόν, αναστοχάζεται τις αναμνήσεις και σταθμίζει τη ροή του χρόνου που μεσολάβησε. Αν στη Μάνα του νερού οι φευγαλέες εικόνες της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας, και στο Αλογάκι της Παναγίας οι αναμνήσεις της φοιτητικής κυρίως, ζωής, φωτίζονται έτσι ώστε να αποτυπωθεί η παλλόμενη ένταση του παρόντος, εδώ ένα μικροσυμβάν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, μια κινηματογραφική σκηνή ή μια μεμονωμένη φράση ενός βιβλίου μπορεί να σταθεί η αφετηρία για απρόσμενες ανακλήσεις περασμένων εντυπώσεων. - Πανταχού παρούσα σ’ αυτό το τρίτο μέρος της άτυπης τριλογίας η διακειμενικότητα, η αριστερή διανοούμενη συνείδηση (ενδεικτική περίπτωση το κείμενο με τίτλο «Ν’ αρχίσουμε πάλι απ’ το μηδέν, από των Ψαρών την ολόμαυρη ράχη…,» για τον Δημήτρη Χατζή εκατό χρόνια από τη γέννησή του) και η αγάπη για τα γράμματα, το διάβασμα και το σινεμά, η τιμή στον δάσκαλο, πανεπιστημιακό και όχι μόνο, ο σεβασμός στο έργο των άλλων δημιουργών, ομότεχνων και μη. - Ο ένας πόλος του βιβλίου, ίσως ο πιο προφανής, είναι επομένως η επικαιρότητα, ενώ ο έτερος είναι αυτό που θα λέγαμε εσωτερική διαδρομή, γιατί σχετίζεται με τον ιδιωτικό βίο: τις καθημερινές μέριμνες, τις εμπειρίες από τον εργασιακό χώρο, την κοινή πορεία στον γάμο, την αναχώρηση των παιδιών από το σπίτι, τη διαχείριση του προσωπικού ελεύθερου χρόνου, τις συζητήσεις με τις φίλες, τις ταξιδιωτικές διαδρομές με τους φίλους κ.λπ. - Εμφανές προτέρημα των κειμένων τα αναπαραστατικά ασύνδετα σχήματα και οι αβίαστες αναπαραστάσεις όπου οι εικόνες κατρακυλούν σε χώρο και χρόνο, ανασύροντας γεγονότα, συναισθήματα και κρίσεις. Η γλώσσα συνειδητά πεζολογική με λόγο κοφτό, μικροπερίοδο, προκειμένου να αποδοθεί η μουσική της ρουτίνας και της κοινότοπης κάποτε καθημερινότητας. Ύφος αναγνωρίσιμο και στα τρία βιβλία της. Στο Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω όμως η Διαβάτη διασταυρώνει όχι μόνο διαφορετικά θέματα,αλλά καταφέρνει να συνενώσει και πολλές διαφορετικές συγγραφικές προθέσεις, η συνύπαρξη των οποίων αποτελεί την κυρίαρχη αρετή του βιβλίου της. - Κέλλυ Πάλλα, συγγραφέας, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο.-

«Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο» μας λέγει στην αρχή, και πράγματι πολλά κείμενα είναι λεκτικές φωτογραφίσεις εικόνων που βλέπει η Διαβάτη και εντυπωσιάζεται απ΄αυτές, σχολιάζοντάς τις. Κάτι ανάλογο κάνει και ο Κώστας Μαυρουδής στη «Στενογραφία, στην «Αθανασία των σκύλων», αλλά και σε άλλα βιβλία του. Μια από αυτές τις εικόνες δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, αλλά και το κείμενο του οπισθόφυλλου. - Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς. Ξαναθυμηθήκαμε κι εμείς διαβάζοντάς τα βιβλία που διαβάσαμε όπως τη «Μητέρα του σκύλου» του συγχωρεμένου του Παύλου Μάτεση, ταινίες που είδαμε, όπως τα «Κορίτσια της βροχής» της συγχωρεμένης Αλίντας Δημητρίου, που τόσο γέλιο σκορπούσε στα αποχαιρετιστήρια τσιμπούσια της ομάδας κοινωνικής ανθρωπολογίας κάθε Ιούνη, της γυναίκας του Σωτήρη, του δασκάλου μας. Ακόμη τις ιρανικές ταινίες «Την ημέρα που έγινα γυναίκα» της Μεσκινί (να συμπληρώσω εδώ, η Μερσιγιέ Μεσκινί, βοηθός του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ που έγραψε το σενάριο, αργότερα έγινε γυναίκα του) και «Αυτό δεν είναι μια ταινία» του Τζαφάρ Παναχί. - Στο «Της μεγάλης εβδομάδας» διαβάζουμε. «Η οκνηρία, για παράδειγμα, είναι παρεξηγημένο αμάρτημα. Όλοι οι καλλιτέχνες τεμπελιάζοντας δημιουργικά μέρες, μήνες ή και χρόνια, φτιάχνουν το ξεχωριστό τους σύμπαν, ή δεν τα καταφέρνουν ούτε και τότε, εντάξει. Εξάλλου ολόκληρος γαμπρός του Μαρξ, ο Πωλ Λαφάργκ, υποστήριζε υπεύθυνα Το δικαίωμα στην τεμπελιά, αναπτύσσοντας ένα σωρό επιχειρήματα απέναντι στην ξεπερασμένη, σαθρή ρήση: αργία μήτηρ πάσης κακίας» (σελ. 56). - Έχω διαβάσει το βιβλίο του Λαφάργκ. Δεν νομίζω ο Στάλιν να επέτρεψε ποτέ την κυκλοφορία του στην ΕΣΣΔ. Και ο νομπελίστας ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι διώχθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση με την κατηγορία της τεμπελιάς. - Μια ιστορία που αρέσει πολύ στο γιο μου είναι η παρακάτω. - Ένας Σπαρτιάτης επισκέπτεται μια πόλη. Συζητώντας με τους κατοίκους μαθαίνει για κάποιον που καταδικάστηκε για τεμπελιά. Και ο Σπαρτιάτης: «Οδηγήστε με σε αυτόν τον άνθρωπο που ξέρει να ζει ευγενικά». - Στο ίδιο κείμενο διαβάζουμε και αυτό το ωραίο: «Μεγάλη Τρίτη απόγευμα, προλαβαίνει να περάσει από την εκκλησία να ακούσει το τροπάριο της Κασσιανής. Για Λαγνεία πρόκειται. Ένας ύμνος για μια αμαρτωλή. Το έγραψε μια βυζαντινή κοπέλα που την απέρριψαν στα καλλιστεία. Η δημιουργικότητα οξύνεται, φαίνεται, μετά από ατυχήματα» (σελ. 57). - Δεν πειράζει, να μας λείπουν. - «…τελευταία τάξη του Γυμνασίου, άνοιξη, γυρνώντας από την “πενταήμερη” στη Ρόδο τους ζήτησαν στο πούλμαν να μην τραγουδάνε Θεοδωράκη, είχαμε δικτατορία εν τω μεταξύ, απαγορεύεται» (σελ. 58). - Θυμάμαι κι εγώ, τεταρτοετής τότε, γυρνάγαμε με πούλμαν από την Αίγινα και τραγουδάγαμε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», και ο συνοδός καθηγητής μας είπε να σταματήσουμε, δεν επιτρέπεται να τραγουδάμε τέτοια τραγούδια. Τι να κάνει ο άνθρωπος, νοιαζόταν για το ψωμί του. - Ένα κείμενο αναφέρεται σε μια διάλεξη που άκουσε η Διαβάτη, το «Ο θρυμματισμός στο έργο του Σολωμού», του Δημήτρη Χατζή. Διαβάζουμε. «Μέσα στο σπασμένο έργο του Σολωμού καθρεφτίζεται το σπασμένο πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού» (σελ. 94). - Έχω διατυπώσει άλλη άποψη γι’ αυτό, αλλά θυμάμαι στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού, ίδια εποχή (1979 περίπου) που έδωσε μια άλλη διάλεξη, στην οποία εξέθετε «αναθεωρητικές» απόψεις περί λογοτεχνίας, τις οποίες υποστηρίζαμε εγώ και ο Γώγος ενάντια στους ζντανοφικούς της παρέας. - Θα κλείσω με ένα απόσπασμα το οποίο προσυπογράφω απόλυτα. «Γιατί διαβάζουμε; Μα για την απόλαυση της γραφής, βέβαια. Αν προκύψουν προβληματισμός, διεύρυνση της συνείδησης, φιλοσοφική ενατένιση των πραγμάτων, μεγιστοποίηση της εμπειρίας από τα ξένα βιώματα ή ό,τι άλλο, ας θεωρηθούν παράπλευρα κέρδη. Τώρα και πάντα η ανάγνωση σώζει και παρηγορεί» (σελ. 86). - Το ίδιο ισχύει και για τον κινηματογράφο. Στο ίδιο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού υποστήριζα τον Χοντρό και το Λιγνό με το αφιλοσόφητο αλλά υπέροχο χιούμορ τους. Αν και βρίσκονται στους αντίποδες του Τσάρλι Τσάπλιν με το κριτικό χιούμορ του, είναι εξίσου υπέροχοι. - Μιλάμε για απόλαυση της γραφής (του κειμένου λέει ο Μπαρτ), αλλά απολαυστική βρίσκουμε κυρίως μια κωμωδία. - Αυτά για την Αρχοντούλα. Εξαιρετικό το βιβλίο της, με το καλό και το επόμενο. -Μπάμπης Δερμιτζάκης, Lexima.gr, Σεπτέμβριος 2014.

Φωτογραφίζοντας το ασήμαντο βήμα του χρόνου - Κάποτε ο Όγκι Ρεν, ο ιδιοκτήτης του μικρού καπνοπωλείου στο Μπρούκλιν στην ταινία του Πολ Όστερ ο «Καπνός», φωτογράφισε τον χρόνο. Ο Όγκι Ρεν περνά τον καιρό του κάνοντας εμβριθείς συζητήσεις με τον πελάτη του, τον Πολ Μπένγιαμιν, συγγραφέα, το alter ego του Πολ (Μπένγιαμιν) Όστερ. Συζητούν για το νόημα της ζωής, το άρωμα του καπνού και πώς ο τυχοδιώχτης καρδιοκατακτητής Σερ Γουόλτερ Ράλεϊ κατάφερε να τον ζυγίσει για το χατίρι της φίλης του Βασίλισσας Ελισάβετ. Ο καπνοπώλης αποκαλύπτει στον φίλο του το κρυμμένο «σχέδιο της ζωής του». Δώδεκα άλμπουμ με χιλιάδες φωτογραφίες, τραβηγμένες από το ίδιο σημείο, την ίδια περίπου ώρα κάθε μέρα για δέκα χρόνια. Η ίδια πάντα γωνία: Ατλάντικ Άβενιου και Κλίντον Στριτ, στις επτά το πρωί. Ο συγγραφέας αιφνιδιάζεται, απορεί. Προσπαθεί να συλλάβει τι κρύβεται πίσω από αυτήν την ακινητοποιημένη έφοδο της επανάληψης. Εν τέλει συνειδητοποιεί ότι αυτό που είδε ήταν το «ασήμαντο βήμα του χρόνου». Το ίδιο και το ίδιο κάθε μέρα, ο ίδιος ο χρόνος κατά μέτωπον, αυτό ήταν που φωτογράφιζε ο φίλος του ο καπνοπώλης. Σε αυτό το μοτίβο κινείται, το παραδέχεται μάλιστα από την αρχή του βιβλίου της η Αρχοντούλα Διαβάτη, στο «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω» που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Νησίδες. Φωτογραφίζει το ίδιο και το ίδιο αστικό τοπίο κάθε δέκα μέρες. Χρονογραφεί. Η Θεσσαλονίκη, τα βιβλιοπωλεία της, οι λέσχες ανάγνωσης, οι άνθρωποι γύρω της, το φεστιβάλ, οι ταινίες. - Ένας περίπου ημερολογιακός αναστοχασμός, ανάμεσα στην αυτοπαρατήρηση, στο εξεταστικό βλέμμα της αμηχανίας μπροστά στον καθρέφτη, στην ανάμνηση εκεί που συγχέεται με μια αφήγηση. Η αφήγηση μπορεί να αφορά τα παρόντα ή ένα προσφιλές πρόσωπο ζωντανό ή νεκρό ή ακόμα μπορεί να αφορά τα πάθη και τους καημούς ενός μυθιστορηματικού ήρωα ή του ήρωα μιας ταινίας. Εξομολογητικό τόσο, που ο αναγνώστης δεν διακρίνει τον εαυτό του από τον αφηγητή ή τόσο που αισθάνεται ότι για αυτόν έχει γραφτεί το βιβλίο. Τίτλοι άλλων βιβλίων, σχόλια προσωπικά, σχόλια άλλων, γεγονότα, αναμνήσεις. - Κρατώ το βιβλίο της Αρχοντούλας μαζί μου για μελλοντικές επαν-αναγνώσεις. Είναι πυκνό. Έχει πολλά να μου πει και να μου ξαναπεί. Τολμηρό το εγχείρημα. Απόσταγμα εμπειρίας για τη γραφή και την ανάγνωση, τις δυσκολίες της δημιουργίας, ειλικρινές και αυθόρμητο και γι' αυτό πολύτιμο. Μαθαίνω για τη «Μυστική γραφή» του Σ. Μπάρυ, τις δυσκολίες της ανάγνωσης για τον μη μυημένο στην Ιστορία της Ιρλανδίας. Σπεύδω να το παραγγείλω. Άλλο ένα βιβλίο όπου ακούγεται η φωνή του εγκλείστου στο ψυχιατρείο. Όπως το «Κόκκινο λουλούδι» του Γκάρσιν, για το οποίο έχω γράψει προ μηνός στα Ημερολόγια Αναγνώσεων. Ξαναβρίσκω τα κείμενα για την ελληνική λογοτεχνία του αγαπημένου δασκάλου της Αρχοντούλας Διαβάτη, του Δημήτρη Χατζή, την Πέτρα της υπομονής του Αφγανού Ραχίμι. Εικόνες στοιβαγμένες μέσα της, μέσα μας. Αόρατα δράματα κλειδωμένα σε κάθε ψυχή. Και ο χρόνος σέρνει το βήμα του στη Θεσσαλονίκη. Το ασήμαντο βήμα του.- Πόλυ Χατζημανολάκη, εφ. ΑΥΓΗ, Ημερολόγια Αναγνώσεων, 7.10.2014.

 

[ISBN:: 978-960-9488-62-4]

Μαρία Τσιρωνά,
ΜΙΚΡΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ
Νουβέλα

«Νυχτερινό (στη μουσική): σύντομο κομμάτι για πιάνο, ρομαντικού χαρακτήρα». Μια μικρή ερωτική ιστορία στη Θεσσαλονίκη του σήμερα…

 

[ISBN:: 978-960-9488-61-7]

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ,
Η μεταμόρφωση

Ο Φραντς Κάφκα [Franz Kafka (1883-1924)] γεννήθηκε στην Πράγα και ήταν γιος ενός εύπορου αυτοδημιούργητου τσεχοεβραίου εμπόρου. Αφού πρώτα σπούδασε για λίγα χρόνια φιλολογία και ιατρική, στράφηκε μετά στα νομικά. Εργάστηκε ως υπάλληλος σε εταιρεία κοινωνικών ασφαλίσεων στην Πράγα.
Οι αποτυχημένες ερωτικές του ιστορίες, οι κακές σχέσεις με τον αυταρχικό πατέρα του, η άμεμπτη πνευματική του τιμιότητα και η σχεδόν παθολογική ευαισθησία του υπέσκαψαν την υγεία του. Τα «χρόνια της πείνας» στο Βερολίνο μετά το 1918 του έδωσαν τη χαριστική βολή. Πέθανε εκεί κοντά στην τελευταία του συντρόφισσα, Ντόρα Ντιαμάντ.
Έγραψε στα γερμανικά, μυθιστορήματα (τα ημιτελή Η δίκη, Ο Πύργος, Αμερική, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του από τον φίλο του, Μαξ Μπροντ, από τον οποίο είχε ζητήσει να τα κάψει) και διηγήματα (από τα οποία ξεχωρίζει Η μεταμόρφωση). Σήμερα έχουν εκδοθεί και τα Σημειωματάριά του και οι επιστολές του (Γράμμα στον πατέρα, Γράμματα στη Μίλενα κτλ.).
Θεωρείται από τους κορυφαίους συγγραφείς του 20ού αιώνα.

 

[ISBN:: 978-960-9488-53-2]

Μάκης Αγγελόπουλος,
ΟΛΟ ΠΑΡΑΣΙΤΑ ΚΑΙ ΕΜΒΑΤΗΡΙΑ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ,

Ο Μάκης Αγγελόπουλος γεννήθηκε στο Αίγιο το 1942, όπου τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, και αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έχοντας σπουδάσει εδώ τη φοβερή και μοναδική δεκαετία του 1960. Αγάπησε τη Θεσσαλονίκη, αν και μετά τις σπουδές του δεν έζησε σ’ αυτήν, και αγάπησε και μία Θεσσαλονικιά, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά. Έχει ζήσει την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη χούντα των Συνταγματαρχών. Τα γραπτά του είναι βαθιά επηρεασμένα απ’ αυτές τις περιόδους και προσπαθεί να τις ξορκίσει, όπου νομίζει πως χρειάζεται, με τον έρωτα. Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει επιστρέψει και ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη.

Η ιστορία δύο νέων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, της Αυγής και του Νικόλα, που γνωρίζονται λίγο πριν το πραξικόπημα της χούντας των Συνταγματαρχών το 1967. Στο ταξίδι αυτό, που ξεκινάνε με όχημα τον έρωτα, συναντούν παλιούς κατοίκους της πόλης, γηγενείς και πρόσφυγες, αλλά και συνοικίες, δρόμους και πλατείες, μνημεία και σύμβολα, μπουάτ και ταβέρνες, καθώς και τον απόηχο από παλιές χαμένες επαναστάσεις και επαναστάτες.

Το Ιπποδρόμιο και το ζαχαροπλαστείο «Νίκος», το λιμάνι στην εποχή των προσφύγων, η Εγνατία, το Τσινάρι, η Ροτόντα, η πλατεία του Χημείου, ο Άγιος Παύλος, το Βασιλικό Θέατρο και άλλα σημεία αναφοράς της πόλης ξεπηδούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, και όχι μόνο ως σκηνογραφία, για να «υποστηρίξουν» την ιστορία δύο νέων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης που γνωρίζονται λίγο καιρό πριν από το πραξικόπημα της χούντας των Συνταγματαρχών το 1967, και βιώνουν τις εφιαλτικές μέρες της Δικτατορίας. - Δεν διαθέτουμε και άλλες τέτοιες γλαφυρές και πειστικές αφηγήσεις όπως αυτή, για μια εποχή που νομίζουμε ότι είναι ακόμη κοντά μας αλλά έχει ήδη πάρει τις αποστάσεις της. - Ίσως το «πνεύμα» του βιβλίου να συνοψίζεται στη ρώσικη παροιμία που θέτει ο συγγραφέας ως παράθεμα στο πέμπτο κεφάλαιο: «Κάποιοι ξυπνάνε από τα κοκόρια που λαλούν, άλλοι ξυπνάνε επειδή η σιωπή είναι πολύ μεγάλη». -
Βιβλιοκρισία του καθηγητή Γ. Αναστασιάδη, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ, τεύχ. Σεπτεμβρίου 2014.

 

[ISBN:: 978-960-9488-60-0]

Μαρίνος Παπαμαρινούδης,
ΤΟ ΑΠΟΚΟΡΥΦΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,

Χάσαμε την αίσθηση της φυσικής ομορφιάς.
Ό,τι όμορφο απλώνεται μπρος στα μάτια μας, το θεωρούμε εμπόδιο.
Εμπόδιο τα ψηλά βουνά, που με το πανωσέντονο των συννέφων σκεπάζονται.
Εμπόδιο τα βαθιά ποτάμια, που από τα νερά τους ζουν όλα τα όντα πάνω στη Γη.
Εμπόδιο και τα δέντρα, πηγή ζωής το οξυγόνο, χαρά βρίσκει ο αέρας και φαντασία να συνθέσει τις γλυκές του νότες.
Εμπόδιο και τα πουλιά, που είναι δείγμα ζωής στη νεκρή φύση προσπα- θώντας με το πέταγμά τους να μας δείξουν πως ο αέρας είναι ορατός και πως υπάρχει και για μας.
Εμπόδιο και η θάλασσα, που δίνει το κορμί της στην εξερεύνηση του κό- σμου, στην ένωση των πολιτισμών, στην αναγκαία μεταφορά προϊόντων, μα και τροφή για μας τους ανθρώπους.
Αυτά τα εμπόδια, όμως, είναι που θα μείνουν στην αιωνιότητα μέχρι τη συντέλεια του κόσμου, μέχρι την καταστροφή του ηλιακού μας συστήματος. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι δυστυχώς να συνεχίζουμε να ζούμε με αυτόν τον καταστροφικό τρόπο, και για τους εαυτούς μας, μα και για το περιβάλλον, τη Γη μας, το σπίτι ολονών μας.

 

[ISBN:978-960-9488-59-4]

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΗ ΦΑΝΤΙΔΟΥ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Είναι όλοι τους παιδιά μου
μυθιστόρημα

Η Φρειδερίκη Φαντίδου-Σιδηροπούλου είναι φιλόλογος. Το 2008 εξέδωσε το βιβλίο: «Αλεξανδρείας 93 - Από το Μαράσλειο Ελληνογαλλικό Εμπορικό Λύκειο του Στ. Νούκα στο Β΄ Γυμνάσιο Θηλεών, στο Ζ΄ Γυμνάσιο Θηλέων και στο19ο Γυμνάσιο και 19ο Γενικό Λύκειο Θεσσαλονίκης (1895-2005)».

Η Αντιγόνη Αργυρίου ξεκινά ως νεαρή φιλόλογος την εκπαιδευτική της σταδιοδρομία με όνειρα και ορμή και με την επιθυμία οι μαθητές της να «είναι όλοι τους παιδιά» της. Στο τέλος της εκπαιδευτικής της διαδρομής κάνει τον απολογισμό της. Ανακαλεί στη μνήμη της θραύσματα από την πορεία της στην ελληνική εκπαίδευση, εικόνες μπερδεμένες, αποσπασματικές, θολές εικόνες που αποκτούν σιγά σιγά το περίγραμμά τους, πρόσωπα που έρχονται, φεύγουν και ξανάρχονται, η καθημερινότητα του σχολείου, οι δυσκολίες, οι αντιθέσεις, οι αντιδράσεις, οι φωτεινές και όμορφες στιγμές με τα «παιδιά» της, τα γέλια και τα τραγούδια τους και άλλες εικόνες της προσωπικής της ζωής, όλα σαν κινηματογραφικά πλάνα πέφτουν το ένα μετά το άλλο, μια οθόνη το μυαλό της, σκηνοθέτης και μοντέρ η ίδια, προσπαθεί να τα βάλει όλα σε λογική σειρά, να φτάσει σε συμπεράσματα...

Η αφήγηση της Αντιγόνης Αργυρίου δίνει μια συναισθηματική, εκ των έσω, εικόνα της ζωής του σχολείου, όπως την «είδε» η ίδια. Σε δεύτερο πλάνο, οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.
1.Λογοτεχνικό είδος στο οποίο ανήκει - Είναι ένα συνεχές, κατά κύριο λόγο αφηγηματικό κείμενο, στο οποίο η συγγραφέας γράφει η ίδια την ιστορία της ζωής της, πώς βλέπει η ίδια τον εαυτό της και την κοινωνία στην οποία έζησε και ζει. Το γνώρισμα αυτό χαρακτηρίζει το πεζογράφημα καταρχήν ως αυτοβιογραφία. Από λογοτεχνική πλευρά, η αυτοβιογραφία προϋποθέτει έναν ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης, καθώς είναι το μοναδικό είδος όπου ο αναγνώστης γνωρίζει εκ των προτέρων ότι ο συγγραφέας, ο αφηγητής και ο κεντρικός ήρωας ταυτίζονται, πρόκειται δηλαδή για το ίδιο πρόσωπο και μάλιστα υπαρκτό. Βέβαια, η συγγραφέας μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον κεντρικό ήρωα αλλά σε διαφορετική ηλικία, ενώ ο αφηγητής κινείται στα δύο αυτά επίπεδα. - Το γεγονός αυτό καθιστά την αυτοβιογραφία ενδοτική στη μυθοπλασία, εκτός και αν η αυτοβιογραφούμενη κρατούσε εδώ και χρόνια ημερολόγιο. Και αν ακόμη συνέβαινε αυτό, επειδή η κεντρική ηρωίδα τυχαίνει να είναι γνωστή, τα βασικά πλαστά στοιχεία της ιστορίας είναι εμφανή. Εκείνο που απομένει να δει κανείς είναι η σκοπιμότητα της επιλογής αυτών ή εκείνων των πλαστών στοιχείων, πώς δηλαδή αυτά τρέφουν το περιεχόμενο και υπηρετούν την πλοκή του έργου. Έτσι, η κεντρική ηρωίδα μετονομάζεται Αντιγόνη Αργυρίου και γίνεται νησιώτισσα, ενώ είναι στεριανή και μάλιστα Θεσσαλονικιά. Ο σύζυγος της μετονομάζεται Στέφανος, αλλάζει επάγγελμα, είναι καθηγητής και γίνεται γεωπόνος, αλλάζει τόπο προέλευσης και κατοικίας, γίνεται Φλωρινιώτης. Στο τελευταίο κεφάλαιο του απολογισμού η συγγραφέας σημειώνει: «Οι δουλειές μας και τα ενδιαφέροντά μας διαφορετικά, αλλά και τόσο όμοια. Εσύ έσκυψες με σεβασμό στη φύση, έσκαψες τη γη, φύτεψες και είδες να βλασταίνουν οι σπόροι… Και η δική μας δουλειά, Στέφανε, παρόμοια είναι. Με το μάθημα και με την παρουσία μας ρίχνουμε σπόρους στην ψυχή των παιδιών και τους καλλιεργούμε...» Οι παρόμοιες αλλά όχι ίδιες δουλειές, η νησιώτικη και η στεριανή ζωή και μάλιστα στην περιοχή της Φλώρινας δίνουν μεγαλύτερη ποικιλία, πλουσιότερο υλικό και ενδιαφέρον στην αφήγηση και στην πλοκή του έργου. Μια νησιωτοπούλα από ένα κυκλαδίτικο νησί που ήρθε σε μια μεγαλούπολη, τη Θεσσαλονίκη, για να σπουδάσει και στη συνέχεια να εργαστεί σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας έχει να μας αφηγηθεί περισσότερα πράγματα και το γεγονός αυτό μπορεί να συντελέσει δημιουργικότερα στην πλοκή του έργου. Ενδεικτικά αναφέραμε μερικά πλαστά στοιχεία της ιστορίας. Αυτά και άλλα πλαστά στοιχεία που υπάρχουν στην ιστορία μάς οδηγούν να χαρακτηρίσουμε την αυτοβιογραφία ως μυθιστορηματική αυτοβιογραφία ή αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. - Αλλά αν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε ακριβέστερα το πεζογράφημα αυτό, πρέπει να επισημάνουμε και άλλα στοιχεία πέραν της αυτοβιογραφίας και της μυθοπλασίας. Η συγγραφέας αφηγείται, σε αυτόνομες αφηγήσεις, εντυπώσεις και εμπειρίες της από τη σχολική ζωή , προβλήματα και προβληματισμούς σχετικά με τον τρόπο διδασκαλίας των διαφόρων μαθημάτων και αξιολόγησης της επίδοσης των μαθητών, θέματα που αναφέρονται στη μάθηση, στη γνώση και στην κριτική γνώση και στον τρόπο που επιτυγχάνονται αυτές, προβλήματα σχετικά με τον τρόπο παιδαγωγικής αντιμετώπισης της παραβατικής συμπεριφοράς των μαθητών, θέματα αγωγής των μαθητών και ψυχολογικής υποστήριξής τους, θέματα σχετικά με τα Αναλυτικά Προγράμματα και τα διδακτικά βιβλία, τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται, τις συζητήσεις για τα θέματα και προβλήματα αυτά με τους συναδέλφους της. Και δεν περιορίζεται σε επίπεδο συζήτησης και θεωρίας, αλλά προχωρά και σε πράξη, τολμά και πειραματίζεται, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τον τρόπο διδασκαλίας. Αφηγείται δυο τέτοιες διδασκαλίες, οι οποίες διαφοροποιούνται από προηγούμενές της και παρουσιάζουν ενδιαφέρον, μια για την Αντιγόνη του Σοφοκλή και μια άλλη για ένα ποίημα, το Επιτύμβιον, του Αναγνωστάκη. Όλα τα θέματα , τα προβλήματα αυτά και οι συζητήσεις αυτές από το τρίτο μέρος και μετά σταδιακά αυξάνονται και αναβαθμίζονται, με παράλληλη μείωση των καθαρά αυτοβιογραφικών στοιχείων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο μέρος αυτό έχουμε ένα μικρό εμπειρικό εγχειρίδιο παιδαγωγικής, Γενικής και Ειδικής διδακτικής. Θα προσθέταμε ακόμη ότι η συγγραφέας παρακολουθεί και αφηγείται, σε αυτόνομες αφηγήσεις, και τις πολιτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές εξελίξεις και την επίδρασή τους στα εκπαιδευτικά πράγματα, γεγονός που διευρύνει τον χαρακτηρισμό του πεζογραφήματος. Για όλους αυτούς τους λόγους είναι ένα έργο χρήσιμο όχι μόνον για τον νέο καθηγητή, αλλά και για τον παλιό, γιατί καταγράφει συγκεντρωμένη εμπειρία πολλών χρόνων, δική της και άλλων συναδέλφων της, για το έργο του εκπαιδευτικού και τα προβλήματά του. - 2. Αφηγηματική τεχνική, αφηγηματικοί τρόποι, περιγραφή, πλοκή - Η αφήγηση αρχίζει in medias res. Καθηγήτρια με τριάντα δυο χρόνια υπηρεσίας η Αντιγόνη Αργυρίου συναντά μια παλιά της μαθήτρια και έχει ολιγόλεπτη συνομιλία μαζί της. Η αφήγηση στο εξής κινείται άνετα από το παρόν στο παρελθόν, π.χ. στο 1964, όταν αφηγείται την επιτυχία της στο Πανεπιστήμιο και τα φοιτητικά της χρόνια, ή, πιο κάτω, ακόμη παλιότερα, τα μαθητικά της χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο, και από το παρελθόν επιστρέφει πάλι στο παρόν με παλινδρομικές αφηγήσεις. Σταδιακά οι αναδρομικές αφηγήσεις μειώνονται. Ήδη στο Β΄ Μέρος έχουμε δυο μόνον πολύ σύντομες αναδρομές στο παρελθόν, μία για τα προβλήματα των μαθητών παλιότερα(σ. 67-68) και μία για τη φοιτητική ζωή της(σ.79). Δύο αναδρομές έχουμε και στο Γ΄ Μέρος: οι συζητήσεις με τη φίλη της Άννα, όταν ήταν φοιτήτριες, για τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία(σ. 159 κ.ε.) και η αφήγηση-αναμνήσεις της Άννας από το μάθημα των Οικοκυρικών, όταν ήταν μαθήτρια(σ. 153 κ.ε.). Στο Δ΄, Ε΄και Στ΄ Μέρος δεν έχουμε καμιά αναδρομή στο παρελθόν. Στο Ζ΄ Μέρος, το τελευταίο, έχουμε τρεις αναδρομές στο παρελθόν, μια σύντομη αφήγηση για μια περίοδο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης με αφορμή τη νέα κατοικία της στην περιοχή Ντεπό, μια δεύτερη στη «συζήτηση που χάθηκε στο δαίδαλο των συνειρμών και αναμνήσεων» που είχε με την παλιά της μαθήτρια Λένα Οικονόμου και η τελευταία στη συνάντηση των Αποφοίτων του Λυκείου Αμπελοκήπων του έτους 1984 με τους καθηγητές τους, μια συνάντηση γεμάτη αναμνήσεις και συγκινήσεις. Όμως, ενώ μειώνονται οι αναδρομικές αφηγήσεις, αυξάνονται παράλληλα οι αφηγήσεις σύγχρονων με τα εκπαιδευτικά δρώμενα πολιτικών, πολιτιστικών γεγονότων και κοινωνικών εξελίξεων. Έτσι, από το Γ΄ Μέρος και μετά έως και το Έκτο η αφήγηση είναι ευθύγραμμη, χρονογραφική και από την άποψη αυτή η πλοκή του έργου γίνεται απλή. - Κύριος αφηγητής είναι η κεντρική ηρωίδα. Η αφήγηση είναι κυρίως πρωτοπρόσωπη αλλά και τριτοπρόσωπη και σπάνια σε δεύτερο πρόσωπο. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχουμε, όταν αφηγείται γεγονότα της προσωπικής της ζωής, όπως η γνωριμία με τον Στέφανο και ο δεσμός (σ. 32 κ.ε.), ο γάμος, η έγγαμη ζωή (70 κ.ε.), η εγκυμοσύνη, η γέννηση του παιδιού (σ. 119), ή όταν αφηγείται την καθημερινότητα της σχολικής ζωής και τα προβλήματά της με τις χαρές, τις όμορφες στιγμές και τους θυμούς (σ. 182) και γενικότερα γεγονότα της επαγγελματικής της ζωής, όπως η προετοιμασία για το διδακτικό έργο ή οι συζητήσεις με συναδέλφους της ή με τον εαυτό της για τα μαθήματα (σ.96 κ.ε.) Ενίοτε έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση άλλου προσώπου σε εισαγωγικά αντί τριτοπρόσωπης αφήγησης σε πλάγιο λόγο από τον κύριο αφηγητή(σ.153-155) . Τριτοπρόσωπη αφήγηση έχουμε όταν αφηγείται πολιτικά γεγονότα, όπως η κατάληψη της Νομικής Σχολής το 1973 (σ. 120) και η κατάληψη της Κύπρου (σ. 132), όταν κάνει κριτική των Αναλυτικών Προγραμμάτων, των διδακτικών βιβλίων και του τρόπου διδασκαλίας των φιλολογικών μαθημάτων (σ. 128) ή αναφέρεται στη θέση της γυναίκας και στους αγώνες της για τα δικαιώματά της (σ. 159 κ.ε.) ή γενικότερα για κοινωνικές αλλαγές και εξελίξεις. Ενίοτε έχουμε εναλλαγή τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης, όταν αναφέρεται στη στάση και συμπεριφορά μαθητών και καθηγητών την ώρα του μαθήματος ή εκτός μαθήματος (σ.183-186) ή σε μια σημαντική συνεδρίαση του Συλλόγου των καθηγητών (σ. 141 κ.ε.). Σπάνια χρησιμοποιείται αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο, όπως όταν γίνεται αναφορά στις παρατηρήσεις που έκανε Επιθεωρητής ύστερα από μια επιθεώρηση και ενίοτε σε διαλόγους (σ. 92-96). Τέλος, αξιοποιώντας όλους τους αφηγηματικούς τρόπους, ο αφηγητής χρησιμοποιεί και τον διάλογο. Ο διάλογος δεν έχει τη μορφή στιχομυθίας παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις (συνάντηση με την παλιά της μαθήτρια, σ. 7), αλλά ένα ιδιότυπο σχήμα: Οι διαλεγόμενοι με σύντομες ή εκτενείς τοποθετήσεις, οι οποίες καταγράφονται εντός εισαγωγικών, εκθέτουν με άνεση τις απόψεις τους για κάποιο θέμα, μεταξύ των οποίων παρεμβάλλονται τριτοπρόσωπες διευκρινιστικές αφηγήσεις του αφηγητή, όπως απόψεις για τη δουλειά του δασκάλου, για τη διδασκαλία και τα προβλήματά της, για την ανάθεση εργασιών στους μαθητές (σ. 88-89, 94-96) ή συζητήσεις με την παλιά μαθήτριά της Λένα Οικονόμου (σ.300 κ.ε). Για τον λόγο αυτό λείπουν οι δραματικές εντάσεις, υπάρχει ηρεμία και στους διαλόγους. Ενίοτε οι διάλογοι με τους συναδέλφους της μεταφέρονται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση από την ίδια, όπως συζητήσεις για τη συμπεριφορά μαθητών , για τις σχολικές γιορτές (σ.163-168). - Η συγγραφέας συχνά αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς, μεταβάλλοντας την οπτική γωνία αφήγησης και τον αφηγητή. Έτσι, εκτός από τον κύριο αφηγητή υπάρχουν και άλλοι αφηγητές δευτέρου και τρίτου βαθμού, συνάδελφοί της, μαθητές της και φυσικά ο σημαντικότερος μετά την ίδια αφηγητής και συνομιλητής της, ο Στέφανος, ο σύζυγός της. Ο Στέφανος αφηγείται θέματα κυρίως από την προσωπική τους ζωή, όπως η γνωριμία με την Αντιγόνη, ο ερωτικός δεσμός, ο γάμος, τα παιδιά, τα προβλήματα της οικογενειακής ζωής (σ.29-32, 42-43, 60 κ.ε.), συζητήσεις που έκανε με τη σύζυγό του για επαγγελματικά προβλήματα δικά της και δικά του, ακόμη και για θέματα διδακτικής των μαθημάτων (σ.89, 94-96). Υπάρχουν και άλλοι δευτέρου βαθμού αφηγητές, όπως η Λένα Οικονόμου, δικηγόρος τώρα, παλιά μαθήτριά της, η οποία στην αρχή του έργου συναντά την καθηγήτριά της στο δρόμο και αυθόρμητα σπεύδει να της μιλήσει. Ύστερα από σύντομη αναγνωριστική συνομιλία, συμφωνούν κάποια στιγμή να βρεθούν για να θυμηθούν και να τα πούνε. Με ευκαιρία τη συνάντηση αυτή η μαθήτρια θυμάται τα μαθητικά της χρόνια και αφηγείται (σ. 45-52), μας δίνει τη μαθητική της ζωή μέσα και έξω από το σχολείο από τη σκοπιά του μαθητή. Η συμφωνημένη συνάντηση γίνεται αργότερα με πρωτοβουλία της μαθήτριας (σ.300-310) και το περιεχόμενο της συζήτησης που ακολούθησε δίνεται με διάλογο και όχι αφήγηση του ενός προσώπου. - Δεν λείπουν και οι περιγραφές, περιγραφές σύντομες συνήθως, αφηγηματικές περιγραφές που βοηθούν και συμπληρώνουν την αφήγηση, όπως η περιγραφή-αφήγηση της συνάντησής της με παλιά της μαθήτρια, τη Λένα, αλλά περιγραφή και της ίδιας της μαθήτριας (σ.7-8) στην αρχή και στο τέλος , όταν συναντήθηκαν στο γραφείο της να τα πούνε (σ.300). Έχουμε ακόμη καταγραφή- περιγραφή χαρακτήρων και συμπεριφορών καθηγητών, μια τυπολογία καθηγητών της Δ.Ε., χρήσιμη (σ.223-226). - 3.Η γλώσσα - Η γλώσσα είναι βέβαια η κοινή νεοελληνική , η οποία όμως διαφοροποιείται σε επίπεδο λεξιλογίου και ύφους ανάλογα με τον ομιλητή, το πρόσωπο στον οποίο απευθύνεται ο ομιλητής ,το θέμα ,την περίσταση κ.τ.λ.. Π.χ. η γλώσσα διαφοροποιείται ανάλογα με την αφήγηση γεγονότων που αναφέρονται στους μαθητές, τις συζητήσεις με συναδέλφους της ή όταν αφηγείται η ίδια τους προβληματισμούς της για τα εκπαιδευτικά προβλήματα ή όταν μιλά ο διευθυντής του Σχολείου κ.τ.λ.. Έτσι, όταν αφηγείται περιστατικά που αναφέρονται στη συμπεριφορά των μαθητών, γενικά σε μαθητές χρησιμοποιεί λεξιλόγιο και ύφος που χρησιμοποιούν και οι μαθητές: «τα παιδιά δεν καρφώνουν συμμαθητή τους» (σ.231), «Εντάξει τα παιδιά της τάξης δεν ξέραν από κοπάνες και τέτοιες μαγκιές» (σ.169), «ένας πιο τσαμπουκάς μαθητής» (σ.213)κ.τ.λ. Αντίθετα, η γλώσσα του Διευθυντή του σχολείου και του Επιθεωρητή είναι η καθαρεύουσα: «Κυρία Αργυρίου εις το βιβλίον ύλης να υπογραμμίζετε δι’ ερυθρού χρώματος την λέξιν Έκθεσις..» Τέλος, όταν ο Στέφανος συνομιλεί με τους γονείς του ή περιγράφει τα φαγητά και τις συνήθειες των Ποντίων ή καταγράφει η ίδια συνομιλίες της με τους γονείς του Στέφανου χρησιμοποιεί την ποντιακή διάλεκτο: «Ας ελέπω τα μωρά .Επεθύμησ’ ατα. Θα φτάω τα φυλλωτά για τα μωρά και για τα’ εσέν τηγανιτά πιπέρε που αρέζνε σε»( σ.204). - Γεώργιος Ιγνατιάδης, επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων, Παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ της Θεσσαλονίκης, 19. 3. 2014. - Το βιβλίο της Φρειδερίκης Φαντίδου, αποτελείται από επτά μέρη. Κεντρικό πρόσωπο η καθηγήτρια Αντιγόνη Αργυρίου. - Στο ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ παρακολουθούμε τη συνάντηση της Αντιγόνης με μια παλιά της μαθήτρια, τη Λένα Οικονόμου, απόφοιτη του 1984 από το Λύκειο Αμπελοκήπων της Θεσσαλονίκης. Έχουν περάσει κιόλας 18 χρόνια που η νεαρή γυναίκα άφησε τα μαθητικά θρανία. Για την Αντιγόνη ωστόσο είναι μια από τα πολλά παιδιά της, αφού οι μαθητές της παραμένουν πάντα «παιδιά της». Λέξη κλειδί του βιβλίου. Οι αναμνήσεις τυλίγουν την Αντιγόνη και ξετυλίγουν την πορεία της. Αναμνήσεις από το σχολείο της Λένας, αλλά αναμνήσεις και από την προσωπική ζωή της Αντιγόνης, τη γενέθλια γη της, το νησί όπου μένουν οι γονείς, αναμνήσεις από τα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια της, αναμνήσεις από τη γνωριμία με το Στέφανο, τον άντρα της ζωής της. Η δεκαετία του 1960 με όλα όσα τη σημάδεψαν (και ήταν πολλά) έχει μια ζωντανή παρουσία στο κείμενο, καθώς και οι ανησυχίες της νεαρής φοιτήτριας της φιλολογίας για το μελλοντικό της επάγγελμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το έργο του Α. Μίλλερ «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» που δεν είχε καμιά σχέση με το σχολείο μετατράπηκε μέσα της σε: «θα είναι όλοι τους παιδιά μου». Η Αντιγόνη Αργυρίου είχε δώσει από νωρίς το στίγμα για την πορεία της στο χώρο της εκπαίδευσης. - Στο Δεύτερο Μέρος το κουβάρι των αναμνήσεων ξετυλίγεται καθώς παρακολουθούμε την Αντιγόνη, νεαρή πια πτυχιούχο φιλολογίας, να διορίζεται σε ένα επαρχιακό σχολείο, παράρτημα του Γυμνασίου Αρρένων της Φλώρινας. Οι πρώτες εμπειρίες, οι δικές της δυσκολίες, αλλά και οι δυσκολίες των παιδιών εκείνης της εποχής, ιδιαίτερα εκείνων που ζούσαν μακριά από το χώρο του Σχολείου, η γνωριμία με τους συναδέλφους ζωντανεύουν σα να ήταν γεγονότα της χθεσινής μέρας. Η πρώτη μέρα στο σχολείο μένει ανεξίτηλη στη μνήμη και ας έχουν περάσει τόσα χρόνια. Περιγράφει η ίδια: « Η πρώτη μου μέρα στο σχολείο ξεκίνησε με τη φωνή μου και τα χέρια μου να τρέμουν και το άγχος να δαγκώνει την ψυχή μου, προχώρησε πιο ομαλά μέσα στην τάξη με μια επίφαση αυτοκυριαρχίας και τελείωσε έξω από την τάξη με τις διερευνητικές ερωτήσεις των παιδιών και τις δικές μου στο πηγαδάκι που στήσαμε στο διάλειμμα σε μια πρώτη προσπάθεια να γνωριστούμε…» - Και αρχίζει η πραγματική δουλειά του σχολείου. Η νεαρή καθηγήτρια ετοιμάζεται προσεχτικά, οργανώνει τα μαθήματά της, αναζητά τρόπους να κεντρίσει το ενδιαφέρον των παιδιών. Θέλει να προβληματίζονται, να διατυπώνουν τη γνώμη τους, να διαλέγονται. « Εξετάσεις δίνω κάθε μέρα, πολλές φορές μάλιστα πιο δύσκολες από αυτές που δίναμε στο πανεπιστήμιο. Εκεί δεν είχες σαράντα πέντε ζευγάρια μάτια να σε κοιτούν…» ομολογεί. Αλλά και γρήγορα θα συνειδητοποιήσει ότι θα αντιμετωπίσει ένα άκαμπτο και περιχαρακωμένο εκπαιδευτικό σύστημα που δεν αφήνει χώρο να ξεμυτίσεις, που δεν αναγνωρίζει άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες πέρα από το μάθημα στην τάξη. Που δε φροντίζει να βοηθήσει τους νέους καθηγητές. Είναι χαρακτηριστική η επίσκεψη του Επιθεωρητή που δε δίνει ούτε μια συμβουλή στην Αντιγόνη και το μόνο που της επισημαίνει είναι: «…..να υπογραμμίζετε εις το βιβλίον της ύλης δι’ ερυθρού χρώματος την λέξιν Έκθεσις και τον αριθμόν της Εκθέσεως που δίδετε εις τους μαθητάς και να ολοκληρώνετε την διδακτέα ύλην κατά τον προβλεπόμενον χρόνον». Γυμνή στ’ αγκάθια. Η Αντιγόνη ψηφίδα-ψηφίδα μάζευε τις εμπειρίες της και καταγράφει, «Μάθημα πρώτον, τηρείς την αρχαιότητα. Μάθημα δεύτερον, δεν φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν, ό εστί μεθερμηνευόμενον κάνεις το μάθημά σου και τίποτα πέραν αυτού. Μάθημα τρίτον, ακολουθείς τους τύπους. Η ουσία δε μας ενδιαφέρει. Ο εστί και πάλιν μεθερμηνευόμενο, υπογραμμίζομεν δι’ ερυθρού χρώματος. Μάθημα τέταρτον, ποσότητα εναντίον ποιότητας, σημειώσατε ένα. Τύπος εναντίον ουσίας, σημειώσατε ένα. Αυτά από το πρώτο σχολείο στο οποίο υπηρέτησα.». - Παράλληλα περιγράφεται και ο κοινωνικός περίγυρος, η ζωή στη μικρή επαρχιακή πόλη, η οικογένεια που τώρα θα μεγαλώσει με το πρώτο παιδί. - ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ. Βρισκόμαστε στο 1973. Η Ελλάδα είναι ακόμα στο γύψο. Η Αντιγόνη, μωρομάνα, θα αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της εργαζόμενης γυναίκας που πρέπει να συνδυάσει την επαγγελματική της ζωή και τις οικογενειακές της υποχρεώσεις. Άραγε για λίγο έστω προσωπικό χρόνο απομένει τίποτε; Η αγάπη ωστόσο, η προσπάθεια να δίνει πάντα τον καλύτερο εαυτό της στους μαθητές παραμένει η ίδια. Η θητεία της τώρα σε ένα Γυμνάσιο αμιγώς Αρρένων δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά των αγοριών όταν είναι μόνα τους στην τάξη, χωρίς κορίτσια. Της δίνει την ευκαιρία να μιλήσει για τα προβλήματα της εφηβικής ηλικίας, κάτι στο οποίο αναφέρεται συχνά, καθώς πιστεύει ότι αυτοί που είναι τόσο κοντά στα παιδιά, δεν πρέπει να φροντίζουν μόνο για το τι θα μάθουν, αλλά και για το τι κρύβουν στην ψυχή τους. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρονται με αφορμή την Έκθεση ενός μαθητή. «Τότε κατάλαβα πόση απόσταση μας χωρίζει από τους μαθητές μας, πόσα πράγματα που τους αφορούν και επιδρούν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα τους, στη συμπεριφορά τους και στην πρόοδό τους στα μαθήματα δεν γνωρίζουμε, η γνώση τους όμως θα μας έδινε ένα εργαλείο ερμηνείας της ανεξήγητης, κάποιες φορές, συμπεριφοράς τους». - Σεπτέμβρης του 1974. Η Κύπρος θυσιάστηκε, και στην Ελλάδα ξαναγύρισε η δημοκρατία. «Κάτι νέο πλανιέται στην ατμόσφαιρα του σχολείου. Απροσδιόριστο. Ίσως όχι απρόσμενο. Τα παιδιά νιώθουν πιο ελεύθερα, είναι πιο ατίθασα, αντιμιλούν στους καθηγητές τους, κι αυτό δεν είναι μια αντίδραση της ηλικίας τους μόνο. Τα παιδιά θεωρούν ότι τώρα που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία μπορούν να λένε και να κάνουν ό,τι θέλουν.» Και η Αντιγόνη βλέποντας τις αλλαγές προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά τις δικές σκέψεις για ελευθερία και δημοκρατία: «Πότε θα καταλάβουμε ότι η ελευθερία έχει όρια και ότι η δημοκρατία είναι πρωτίστως τρόπος σκέψης και τρόπος ζωής και δευτερευόντως πολίτευμα; Και πότε θα καταλάβουμε ότι οι κανόνες, όποιοι κανόνες ισχύουν σε μια κοινωνία, αντικατοπτρίζουν τα κοινωνικά δεδομένα της συγκεκριμένης εποχής? Καθώς αλλάζει η εποχή, λογικά αλλάζουν και οι κανόνες. Δεν είναι αιώνιοι και απαρασάλευτοι», σημειώνει. - Το 1975-76 θα τη βρει σε σχολείο θηλέων της Φλώρινας και έτσι τώρα θα έχει την ευκαιρία να γνωριστεί καλύτερα με τη δική τους φύση, να διαπιστώσει τις αλλαγές που έγιναν (τα κορίτσια είναι τώρα πιο κοκέτικα, διαβάζουν Ρομάντζο, η τηλεόραση κερδίζει συνέχεια έδαφος), να σκεφτεί γύρω από φεμινιστικά θέματα. - ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ. Η ζωή στο σχολείο κυλά συνηθισμένη. Μαθήματα, περίπατοι, γιορτές, διαγωνίσματα, εξετάσεις, νέος διευθυντής. Και η Αντιγόνη συνεχίζει να μαζεύει ψηφίδες: «Έχω πολλά ακόμα να μάθω, σημειώνει, για γυμνασιάρχες και λυκειάρχες, για συναδέλφους και, φυσικά, για τα παιδιά και τις αυθόρμητες ή προσχεδιασμένες πράξεις τους. Παρατηρώντας προσεχτικά και συζητώντας με άλλους συναδέλφους γεγονότα, συμπεριφορές και εγκυκλίους, συνειδητοποιώ τα προβλήματα της εκπαίδευσης και τα προβλήματα των διαπροσωπικών σχέσεων, πιο έντονα στη δική μας μικρή κοινωνία». - Εν τω μεταξύ η οικογένειά της θα υποδεχτεί ένα ακόμα παιδί. Και τα δυο παιδιά θα μεγαλώνουν ευτυχισμένα στην ήσυχη επαρχιακή πόλη, αλλά και στους τόπους των παππούδων, κοντά στη φύση, με εμπειρίες που εδώ και χρόνια έχουν στερηθεί τα παιδιά των μεγάλων αστικών κέντρων. - Η δεκαετία του 1970 προχωράει προς το τέλος της. Οι αλλαγές στον κοινωνικό περίγυρο προχωράνε και αυτές γρήγορα. Το κλίμα στα σχολεία δεν είναι πολύ ήρεμο. Οι μαθητές πολιτικοποιούνται, συγκρούονται με τους διευθυντές και τους καθηγητές τους, καμιά φορά για θέματα ασήμαντα. Και η Αντιγόνη σημειώνει τις δικές της παρατηρήσεις αναφέροντας ότι «…και μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, παραμένουν συγκεχυμένοι ο σκοπός και η ιδεολογία της εκπαίδευσης, το ίδιο και ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία θα επιτευχθούν. Αυτό που παρατηρώ είναι ότι κανένας Υπουργός Παιδείας δεν γνωρίζει σφαιρικά όλα τα θέματα που αφορούν το Υπουργείο του, από την υλικοτεχνική υποδομή έως το διδακτικό προσωπικό, από τα παιδαγωγικά θέματα έως τα επιστημονικά, από αυτά που αφορούν το νηπιαγωγείο έως αυτά που αφορούν τις μεταπτυχιακές και μεταδιδακτορικές σπουδές και την έρευνα, από θέματα θεωρητικά που σχετίζονται με την ύλη, τα μαθήματα, τα βιβλία και άλλα έως αυτά που αφορούν την εκπαιδευτική καθημερινότητα». Και συνεχίζει «…όλη την επόμενη 25ετία που παρέμεινα στην εκπαίδευση είχα μόνιμα την ίδια αίσθηση, ότι κάθε υπουργός παίρνει αποσπασματικά μέτρα, συνήθως μέτρα που του υποδεικνύουν οι σύμβουλοί του, οι σπουδαγμένοι σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού, που θέλουν να μεταφυτέψουν στην Ελλάδα όσα θαυμαστά έμαθαν εκεί, χωρίς να προηγηθεί κανένας διάλογος με τους μάχιμους εκπαιδευτικούς, χωρίς να λάβει υπόψη του την άποψη εμπλεκομένων με την εκπαίδευση επιστημονικών φορέων ή την γνώμη των υπηρεσιακών του παραγόντων. Και όλην αυτήν την επιβληθείσα μικρή ή μεγάλη αλλαγή την ονομάζει μεταρρύθμιση». - Η Αντιγόνη στην τάξη συνεχίζει να μοχθεί για τα παιδιά της, να τα μαθαίνει να μελετούν με σύστημα τα μαθήματά τους, να συνεργάζονται μεταξύ τους, να μάθουν ότι η ελευθερία είναι ένας συνεχής αγώνας, κυρίως ηθικός και πνευματικός και όχι κάνω ό,τι θέλω. Η συζήτηση για συντηρητισμό και προοδευτικότητα κυριαρχούσε στις παρέες της με φίλους και συναδέλφους. Προοδευτικότητα είναι να σκέφτεσαι αντισυμβατικά απαντούσε ο Στέφανος και προοδευτικός εκπαιδευτικός «...ο δάσκαλος ο αποδεσμευμένος από το σφιχτό, έως και θανατηφόρο, εναγκαλισμό κάθε είδους θεωρίας ή ιδέας βαθιά ριζωμένης, ο δάσκαλος που δεν απορρίπτει το καινούριο πριν να το ελέγξει και να το δοκιμάσει, εκείνος που είναι πάντα σε εγρήγορση, σε συνεχή πνευματική εγρήγορση, σε συνεχή προσπάθεια μάθησης, ο δάσκαλος που είναι σε όλη του τη ζωή συγχρόνως και μαθητής, αυτός είναι ένας προοδευτικός εκπαιδευτικός». - Γενικές συνελεύσεις, αποφάσεις συνδικαλιστικές, αγωνιστικές κινητοποιήσεις, απεργίες, τα γνωρίσματα της εποχής εκείνης. - ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ. Η οικογένεια το 1980 θα μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη. Η θέση της Αντιγόνης είναι στο Λύκειο Αμπελοκήπων. Η ζωή αλλάζει. Και η πόλη που σπούδασε αλλάζει και αυτή ραγδαία. Τα παλιά γνώριμα από τα φοιτητικά χρόνια στέκια έχουν χαθεί, καινούργια εμφανίζονται. Η κοινωνία αλλάζει. Νέες αντιλήψεις δίνουν βαρύτητα στην υλική διάσταση της ζωής. Από την άλλη πλευρά οικολογικά και ειρηνιστικά κινήματα δε λείπουν. Στους νέους αρχίζει να κυριαρχεί η αίσθηση ότι αυτοί έχουν τον πρώτο λόγο και ότι οι γονείς και οι δάσκαλοι πρέπει να ακολουθούν και να τους υπηρετούν. Και οι γονείς δίνουν στα παιδιά ό,τι μπορούν. Τις δεκαετίες του 1980 και 1990 οι διεργασίες που παρατηρούνται στην ελληνική κοινωνία θα επιδράσουν στην εκπαίδευση: θεοποίηση του χρήματος, αδιαφορία για την προέλευσή του, γαλουχία της νέας γενιάς από την τηλεόραση. Και όλα αυτά θα γίνουν πιο φανερά καθώς ο 20ος αιώνας θα δώσει τη σκυτάλη στον επόμενο. - Το δημόσιο σχολείο αρχίζει να χάνει το κύρος του. Η κατεξοχήν αποστολή του να διαπαιδαγωγήσει και να διαμορφώσει προσωπικότητες με τον καιρό υποτιμάται, το ίδιο και η μόρφωση ως αυταξία. Η εκπαίδευση παίρνει χαρακτήρα οικονομίστικο. Η ωφέλιμη γνώση προηγείται της παιδείας και της καλλιέργειας και αντικαθιστά σιγά, σιγά την ανθρωπιστική διάστασή της. - Το φροντιστήριο θα αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα, φορέας τυποποιημένης γνώσης αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση για μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. - Το νέο σχολείο της Αντιγόνης είναι ένα προκατασκευασμένο κτίριο και με αμίαντο. Καμιά σχέση με το όμορφο κτίσμα της Φλώρινας. Νέοι συνάδελφοι, νέοι μαθητές. Διάφορα περιστατικά θα την κάνουν να σκεφτεί πολλές φορές γύρω από τα θέματα τιμωρίας των μαθητών, αλλά και να καταγράψει χαρακτήρες και συμπεριφορές συναδέλφων της: αυστηρός καθηγητής, αδιάφορος καθηγητής, μαθητοπατέρας, ,αυτός που δεν επιβάλλεται, αυτός που κάνει ελιτίστικο μάθημα, ο αποστασιοποιημένος καθηγητής, ο συντηρητικός, ο συνεπής στη δουλειά του και αυτός που έχει όνειρα. Γι’ αυτό έγινε Δάσκαλος, γιατί έχει όνειρα. Είναι έτοιμος πάντα να δώσει και διαπνέεται από ένα δημιουργικό άγχος που τον οδηγεί να ψάχνει συνεχώς. - Ο δάσκαλος που έχει όνειρα κάνει τη διαφορά, το ίδιο και ο πρωτοπόρος, αυτός που μέσα στο πλαίσιο των εγκυκλίων και των νόμων οδηγεί τη σκέψη και τη φαντασία των παιδιών σε άλλες λεωφόρους. Εκμεταλλεύεται όσο μπορεί ό,τι μπορεί. Από τη Τζόαν Μπαέζ μέχρι το ρεμπέτικο, από έργα αναγνωρισμένων συγγραφέων μέχρι σε περιοδικά λόγου και τέχνης προσπαθώντας να μάθει τους μαθητές του πώς να ψάχνουν για να βρουν και να τρυγήσουν τη γνώση και την ομορφιά. Κατάλαβα σημειώνει η Αντιγόνη ότι «φωτισμένος δάσκαλος είναι ο ελεύθερος δάσκαλος, ελεύθερος από βιοτικές μέριμνες, ένας αξιοπρεπής άνθρωπος που διδάσκει σε ένα αξιοπρεπές περιβάλλον. Ελεύθερος από φοβίες κάθε είδους και από εξαρτήσεις κάθε είδους. Ελεύθερος από πολιτικές παρεμβάσεις, πολιτικές δεσμεύσεις και συμβιβασμούς. Ελεύθερος να παρουσιάσει το μάθημά του, όπως υπεύθυνα το προετοίμασε. Με ελευθερία σκέψης και στέρεη συλλογιστική πορεία. Ελεύθερος από αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους άλλους, αντίθετα με θετική συμπεριφορά, αισιοδοξία και αγάπη. Με μια μόνο δέσμευση: τη δέσμευσή του στο ανθρωπιστικό ιδεώδες. - ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ. To 1985 η Αντιγόνη θα γνωρίσει ένα ακόμα σχολείο καθώς ζητά μετάθεση στο κέντρο της πόλης, για να είναι κοντά στο σπίτι της, στην Αριστοτέλους κοντά στην Αρχαία Αγορά. Η ζωή της μεγαλούπολης με τα κομψά μαγαζιά, τους βιαστικούς γιάπιδες, αλλά και αναμνήσεις από την παλιά πόλη περιγράφονται με μεγάλη ενάργεια. Η τεχνολογία με άλματα εισβάλλει στη ζωή όλων. Τα παιδιά θα αρχίσουν να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο τη γλώσσα της τεχνολογίας. Σε λίγο θα γίνουν οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού στον τομέα αυτό. Γλωσσικά θέματα, η λεξιπενία, αντανάκλαση της πνευματικής φτώχιας, απασχολούν την Αντιγόνη. Την απασχολεί που η φωνή των ανθρώπων του πολιτισμού πνίγεται και η δουλειά τους δεν έχει αποδέκτες, την απασχολεί που το ελληνικό σχολείο δε συνδέθηκε ποτέ με σταθερούς δεσμούς με τον πολιτισμό. Η προσπάθεια που έγινε με τη μεταρρύθμιση του 1976, να ενταχθούν στα σχολεία πολιτιστικές και αθλητικές εκδηλώσεις, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Σκέψεις για τον όρο «παιδεία», για τις μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, για την κατάκτηση της γνώσης. Το μέρος αυτό κλείνει με τη θεατρική παράσταση της «Αυλής των Θαυμάτων» του Καμπανέλη από τη Β΄ Λυκείου. Απολογισμός: ο ενθουσιασμός του κόσμου μας έκανε να ξεχάσουμε τη μεγάλη κούραση της προετοιμασίας… έμεινε η ομορφιά της συνεργασίας, η έρευνα και η προσέγγιση μιας περασμένης εποχής, η συμμετοχή του οικογενειακού περίγυρου των μαθητών σε μια σχολική δραστηριότητα……Αν σκεφτούμε ότι ένα θεατρικό έργο είναι κατάδυση σ’ έναν κόσμο και μια εποχή που δεν μας είναι πάντα οικεία, είνει η ανίχνευση νοοτροπιών, κοινωνικών συμβάσεων, ιδεών, αλλά και χαρακτήρων και αντιδράσεων, εύκολα καταλαβαίνουμε την επίδραση που έχει σε μαθητές και δασκάλους η διαδικασία για την παράστασή του, σαφώς μεγαλύτερη από την επίδραση που έχει η ανάγνωση και προσπάθεια ανάλυσης ενός λογοτεχνικού έργου μέσα στην τάξη». - ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ. Και πάλι αλλαγές, καθώς η οικογένεια θα εγκατασταθεί στο ιδιόκτητο πια σπίτι της κοντά στη Σοφούλη. Αλλά και οι αλλαγές ολόγυρα όλο και πιο γρήγορες. Η διαβρωτική επίδραση του life-style είναι γεγονός. Για όλους ο χρόνος είναι χρήμα, το ανούσιο γίνεται σημαντικό, οι προσωπικές σχέσεις γίνονται επιφανειακές κι όλα αυτά ανεπαίσθητα, ύπουλα και βαθμιαία διαφθείρουν συνειδήσεις, αλλάζουν ζωές, αντικαθιστούν τα ιδανικά με υλικά αγαθά. Ιδιαίτερα στην εκπνοή του αιώνα όλα αλλάζουν με την ταχύτητα που η τεχνολογία παρουσιάζει τα μοντέλα της. «Από καιρό ακούγαμε το θόρυβο των αλλαγών να πλησιάζει» σημειώνει η Αντιγόνη «όμως δεν διακρίναμε από πού προερχόταν ο θόρυβος. Η θάλασσα φούσκωνε, το κύμα ερχόταν, κρυφό κύμα, δεν καταλαβαίναμε όμως τις συνέπειες. Δεν καταλαβαίναμε ότι το κύμα θα κατάπινε την κοινωνία, την πολιτική, την ιδεολογία, την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, δεν καταλαβαίναμε ότι σύντομα θα χάναμε τον πλησίον από τα μάτια μας…Στην ακρωτηριασμένη κοινωνία μας ο άνθρωπος ένα γρανάζι πάντα καλολαδωμένο, ένας αριθμός. Και το μυαλό μας πια γεμάτο με κωδικούς και αριθμούς, κινητά, κάρτες για τραπεζικές συναλλαγές, ΑΜΚΑ, ΑΦΜ… Η μοναξιά μεγαλώνει και καταλαμβάνει και τον κοινωνικό μας χώρο. Οι νεαροί κάθονται σε ένα τραπεζάκι, είναι όλοι μαζί, αλλά και δεν είναι, δεν μιλούν μεταξύ τους, ο καθένας μιλάει με κάποιον άλλο στο κινητό ή έχει μπροστά του τη δική του ηλεκτρονική συσκευή και παίζει ή ακούει τη δική του ηλεκτρονική μουσική … Α, όταν έχτιζαν τα τείχη, πώς να μην προσέξω. Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω». Στην τάξη η Αντιγόνη θα διδάξει Αναγνωστάκη. Θα θελήσει να δει τον προβληματισμό των παιδιών για το «….πώς οι άνθρωποι παρασύρονται από την εικόνα, από την απαστράπτουσα βιτρίνα που κάποιοι προβάλλουν για τον εαυτό τους ή κάποιοι άλλοι δημιουργούν για τον εκλεκτό τους, για το πώς δεν ψάχνουν να δουν και τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού;» Θα συμμετέχει σε πενθήμερες εκδρομές, θα διοργανώσει αποχαιρετιστήρια γιορτή για τα παιδιά που αποφοιτούν, τελετή που από τότε καθιερώθηκε στο σχολείο της, θα δει στα σχολεία να φοιτούν τα παιδιά των οικονομικών μεταναστών, δημιουργώντας μια νέα πραγματικότητα. Θα συναντηθεί ξανά με την παλιά της μαθήτρια τη Λένα Οικονόμου, θα μάθει για τη ζωή της, για τη ζωή άλλων παιδιών της, θα χαρεί όταν ακούσει τη νεαρή γυναίκα να της λέει «….πόσο μας ανοίξατε κυρία, τους ορίζοντές μας». Θα ονειρευτεί το σχολείο που αυτή θα ήθελε : «Ονειρεύομαι ένα σχολείο, όπου η εκπαιδευτική διαδικασία και οι κύριοι φορείς της, δάσκαλοι και μαθητές, θα πάρουν ξανά τη θέση που τους αξίζει στην εκτίμηση του κόσμου. Ονειρεύομαι ένα σχολείο όπου δάσκαλοι και μαθητές θα χαίρονται να πηγαίνουν: όμορφα κτίρια που οι αρχιτέκτονες σχεδίασαν παίρνοντας υπόψη τους τις ιδιαίτερες ανάγκες της εκπαίδευσης και την αρχιτεκτονική της περιοχής με όμορφα χρώματα και όμορφη διακόσμηση, σχολεία γεμάτα φως. Ονειρεύομαι ένα σχολείο ζωντανό, ανοικτό στην κοινωνία και στην πόλη, ένα σχολείο που θα μυεί τους μαθητές του στην ιστορία και την τοπογραφία της περιοχής, τα μουσεία της και τους αρχαιολογικούς της χώρους, τις βιβλιοθήκες της, κυρίως όμως θα τα μυεί στη δική του ιστορία. Έτσι τα σχολεία θα πάψουν να είναι απρόσωπα, θα πάψουν να είναι κτίρια χωρίς ψυχή. Ονειρεύομαι ένα σχολείο όπου όλα τα παιδιά θα έχουν την ίδια αφετηρία σε μια κοινωνία που θα δίνει ίδιες ευκαιρίες σε όλα τα μέλη της. Ονειρεύομαι, κυρίως, ένα σχολείο που θα έχει αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει, αν θα υπηρετήσει το χρήμα ή τα ανθρωπιστικά ιδεώδη, το άτομο ή το σύνολο, αυτά που ενώνουν ή αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους. Ονειρεύομαι...» - Στον απολογισμό της καριέρας, καθώς στρέφεται στο σύντροφο της ζωής της, το Στέφανο, θα ομολογήσει: «…ο σεβασμός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η αξία στην οποία στηρίζονται όλες οι άλλες: η δημοκρατία, η ελευθερία, οι οικουμενικές διακηρύξεις, τα δικαιώματα του ανθρώπου και τα δικαιώματα των μειονοτήτων και τα συντάγματα. Αυτός ο σεβασμός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η αξία που κάνει ανθρώπους να θυσιάζονται για τους άλλους, να θυσιάζονται για να κάνουν την ανθρωπότητα καλύτερη. Αν εμείς οι δάσκαλοι μάθουμε στα παιδιά αυτόν τον σεβασμό, έχουμε πετύχει τον έναν από τους στόχους που πρέπει να έχει το σχολείο μας. Ο άλλος στόχος του σχολείου πρέπει να είναι να μάθει στο παιδί τον τρόπο να μαθαίνει». - Α. Παπαευθυμίου-Παπανθίμου, Ομότιμη Καθηγήτρια Αρχαιολογίας Α.Π.Θ., στην ίδια εκδήλωση.

 

978-960-9488-48-8

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΩΝΑ
Το μουσικό μου κουτί
μυθιστόρημα

Τι είναι η μουσική; - Τι είναι το παρελθόν; - Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους. - Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη. -
Η Μαρία Τσιρωνά γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Ιστορίας, Φιλοσοφίας και Κοινωνιολογίας Δικαίου του ΑΠΘ καθώς και μουσικές σπουδές πιάνου και θεωρητικών στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Έχει πάρει μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και διηγήματά της έχουν βραβευθεί. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Από τις εκδόσεις Λιβάνη έχουν κυκλοφορήσει δύο βιβλία της με τίτλο Η μεγαλύτερη νύχτα και Το δάγκωμα του φιδιού.


 

978-960-9488-45-7

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΑΝΑ-ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ
Σταυραδέρφια

«Με τον εφηβικό μας ενθουσιασμό και τη γοητευτική παρορμητικότητα της νιότης, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό των αγωνιστών της ελευθερίας που έδιναν υποσχέσεις αμοιβαίας υποστήριξης με την αδερφοποίηση, επισφραγίσαμε τη φιλία μας χαράσσοντας μια μέρα στο νησάκι στα Γιάννενα τους καρπούς των χεριών μας και αναμειγνύοντας το αίμα μας.» - Ο Τέλης και ο Δήμος, δυο έφηβοι μαθητές, γίνονται αδερφοποιτοί και ορκίζονται παντοτινή πίστη, φιλία και αλληλοστήριξη – «…η ζωή μου ζωή σου και η ψυχή μου ψυχή σου». - Όμως, τα γεγονότα που συντάραξαν την Ευρώπη τον εικοστό αιώνα και τα σύνορα που έβαλαν οι νικητές με το μοίρασμα του κόσμου –σύνορα που χώρισαν ανθρώπους, διέλυσαν οικογένειες, ακύρωσαν προοπτικές και φιλοδοξίες– επηρέασαν την εξέλιξη της ζωής των δύο σταυραδερφών. Ο καθένας διέγραψε τη δική του πορεία, την πορεία που του χάραξαν τόσο οι ανελέητες δυνάμεις της Ιστορίας όσο και ο χαρακτήρας του. -

Η Κατερίνα Τσιάνα γεννήθηκε στον Τύρναβο, τελείωσε το Γυμνάσιο Λάρισας, σπούδασε χημεία στο Α.Π.Θ. και εργάστηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους.
Το 1994 έστησε το Βιβλιοπωλείο «Μυθιστορία» στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο την ίδια εποχή λειτούργησε μία από τις πρώτες Λέσχες Ανάγνωσης στην πόλη, η «Παρέα του Βιβλίου», της οποίας είναι συντονίστρια.
Είναι μέλος των παιδικών χωριών SOS Ελλάδας, σχεδόν από την ίδρυσή τους.
Έγραψε: Τα τραγούδια του Μεγάλου Χορού της Αβδέλλας (1996)
Από τα χειμαδιά στα Βλαχοχώρια (2005), University Studio Press
Από τον Τύρναβο στη Λάρισα (2007), εκδ. Πήγασος
Νταλιάνα (2010), University Studio Press


Με τη λογοτεχνία «περνάω υπέροχα, είναι μια ενασχόληση ισορροπιστική για μένα, μια απολύτως προσωπική δημιουργία […]. Το γράψιμο είναι μια προσωπική μοναχική δημιουργία, κάτι σαν τον αργαλειό της άλλης Αλεξάνδρας, θα θυμάσαι πόσο αγαπούσε να υφαίνει, να σχεδιάζει, η μόνη δουλειά που λάτρευε. Δημιουργούσε και χάνονταν». - Αυτά εξομολογείται για τη σχέση της με τη λογοτεχνική συγγραφή, διά στόματος ενός από τους ήρωες του μυθιστορήματος Νταλιάνα, η συγγραφέας Κατερίνα Τσιάνα-Πανταζίδου, της οποίας το βιβλίο παρουσιάζουμε απόψε. Ας τη γνωρίσουμε. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από την Αβδέλλα Γρεβενών και γεννήθηκε στον Τύρναβο. Τελείωσε το Γυμνάσιο Θηλέων Λάρισας, αποφοίτησε από το Χημικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στο Γενικό Χημείο του Κράτους. - Η ενεργός δράση της για το βιβλίο χρονολογείται από το 1994, όταν ίδρυσε το βιβλιοπωλείο «Μυθιστορία» στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο λειτούργησε αμέσως μια από τις πρώτες Λέσχες ανάγνωσης της Πόλης, η «Παρέα του βιβλίου Μυθιστορία», της οποίας είναι συντονίστρια. Επιπλέον, οργάνωσε και συντονίζει Λέσχη Ανάγνωσης της Ομάδας Στήριξης του Παιδικού χωριού SOS στο Πλαγιάρι, όντας μέλος των Παιδικών Χωριών SOS Ελλάδας από την ίδρυσή τους, αλλά και άλλων οργανώσεων. - Η Κατερίνα Τσιάνα έχει δημοσιεύσει πέντε βιβλία: Τα τραγούδια του Μεγάλου Χορού της Αβδέλλας (1996), Από τα χειμαδιά στα βλαχοχώρια. Mια διαδρομή μνήμης (University Studio Press, 2005), Aπό τον Τύρναβο στη Λάρισα. Νοσταλγική διαδρομή (Πήγασος, 2007), Νταλιάνα (University Studio Press, 2010), και το βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε, Σταυραδέρφια (Νησίδες, 2013), το οποίο αφιερώνεται στα παιδιά των Παιδικών Χωριών SOS Ελλάδας. Τα Σταυραδέρφια είναι το δεύτερο στη σειρά μυθιστόρημα της συγγραφέως μετά από τη Νταλιάνα. - Τα τρία πρώτα βιβλία της Κατερίνας Τσιάνα είναι βασισμένα είτε στη δική της βιωμένη εμπειρία από τον κόσμο των βλαχόφωνων, είτε στις αφηγήσεις που της κληροδότησε ο κόσμος αυτός. Η συγγραφέας επέλεξε να μεταβεί από την άμεση απόδοση του βιώματος και το αποθησαύρισμα της ζωής των βλαχόφωνων στη λογοτεχνική γραφή, αποδίδοντας μυθιστορηματικά τον κόσμο τους, με τις ιστορίες του, τις παραδόσεις του, τη γλώσσα του και τα βιώματά του κατά τον πολυτάραχο 20ό αιώνα με τρόπο πρωτότυπο και παραστατικό. Η Νταλιάνα και τα Σταυραδέρφια μπορούν να θεωρηθούν ως θεματική ενότητα, καθώς το πρώτο μυθιστόρημα προσεγγίζει τους βλαχόφωνους πληθυσμούς και την πορεία τους από την πλευρά της γυναίκας, της θηλυκής, εν πολλοίς στατικής, δύναμης, ενώ στο δεύτερο κυριαρχεί η οπτική του άνδρα και δη του ξενιτεμένου, της αρσενικής φυγόκεντρης δύναμης, για να θυμηθούμε τη διάκριση του καθηγητή Παναγιώτη Μουλλά. - Η Κατερίνα Τσιάνα γράφει με τους τρόπους του ιστορικού μυθιστορήματος. «Το ιστορικό μυθιστόρημα», διαβάζουμε στη βιβλιογραφία, «[…] είναι το λογοτεχνικό εκείνο είδος, στο οποίο γίνεται απόπειρα να δημιουργηθεί μια δραματική δομή μυθοπλασίας μέσα σε μια αυστηρά οριοθετούμενη ιστορική εποχή, την οποία σκιαγραφεί ο δημιουργός του μετά από διεξοδική μελέτη των γεγονότων, των τόπων και των χαρακτήρων, ως επίσης και των ενδυμασιών, των ηθών και συνηθειών αλλά και του τρόπου ομιλίας που χρησιμοποιούσαν τα άτομα της εποχής που ο ίδιος επέλεξε για το έργο του». - Στο πλαίσιο αυτό το βιβλίο είναι, σε πρώτη ανάγνωση, η ιστορία του Δήμου και του Τέλη, η ανάμειξη του αίματος των οποίων τους καθιστά «σταυραδέρφια», αδελφοποιτούς σύμφωνα με το παλαιό έθιμο. Είναι η ιστορία μιας φιλίας μεταξύ δυο παιδιών και αργότερα ενηλίκων με αρχή τα χρόνια γύρω στο 1930. Η ζωή τους προσδιορίσθηκε από τις διαφορετικές τους ιδιοσυγκρασίες, τις κοινωνικές συνθήκες και τα γεγονότα του 20ού αιώνα και ιδίως από τη διάκριση του ανατολικού και δυτικού μπλοκ από το ψυχροπολεμικό καθεστώς. Ο Δήμος εγκλωβίζεται στη Ρουμανία για πολλά χρόνια αλλά κατορθώνει να εγκατασταθεί με την αγαπημένη του στη Γαλλία, ο Τέλης παραμένει στην Ελλάδα, διαπρέπει επαγγελματικά ως δικηγόρος, αλλά δυστυχεί και καταστρέφεται. Σε μια δεύτερη ανάγνωση, ωστόσο, είναι προφανές ότι η βασική θεματική του έργου αφορά τον αγώνα που έδωσαν οι βλαχόφωνοι και άλλοι ορεινοί πληθυσμοί της Ηπείρου και της Μακεδονίας για να ξεφύγουν από την προδιαγεγραμμένη μοίρα της αγροτοποιμενικής ζωής και της φτώχειας, να υπερβούν την τροχοπέδη προκαταλήψεων και εθνολογικών ετεροτήτων, να σπουδάσουν και να επιτύχουν την κοινωνική καταξίωση. Έτσι, το βιβλίο εδράζεται στη διαπλοκή της ατομικής ιδιοσυγκρασίας και των προσωπικών επιλογών με τις ανελέητες δυνάμεις της ιστορίας, σύμφωνα με τις αρχές του ιστορικού μυθιστορήματος. - Το ιστορικό πλαίσιο συνιστούν οι ανταγωνισμοί των Βαλκανικών κρατών για τη διεύρυνση της επιρροής τους –και δη της Ρουμανίας– στα Βαλκάνια, η διχασμένη πορεία της μεταπολεμικής Ευρώπης (το Ανατολικό μπλοκ και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» αφενός, ο ανερχόμενος καπιταλισμός αφετέρου), η προπολεμική και η μεταπολεμική φτωχή Ελλάδα με την άνοδο του καπιταλιστικού μοντέλου, το οποίο επιφέρει την υλική ευημερία και την κοινωνική αναγνώριση αλλά υπονομεύει την ηθική και αποξενώνει τους ανθρώπους. - Με οπτική βαθιά ανθρωπιστική η Κατερίνα Τσιάνα δίνει μια ενδιαφέρουσα ιστορία – για την ακρίβεια, δύο παράλληλες ιστορίες. Τρία είναι για τη συγγραφέα τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης: η οικογένεια, η φιλία και ο έρωτας. Ο έρωτας νικά τελικά, η φιλία δοκιμάζεται, η οικογένεια παρουσιάζεται με τις δύο διαστάσεις της: την προστασία και την απόδοση ταυτότητας και αποδοχής αφενός, την καταπίεση προς τα μέλη της με τραγικά αποτελέσματα αφετέρου. Το μυθιστόρημα αποτυπώνει καθολικά προβλήματα μιας εποχής. Οι περιπέτειες, οι ανατροπές, η μοναξιά, ο θάνατος, τα αδιέξοδα οδηγούνται στο απρόσμενο τέλος του έργου καθ’ υπαγόρευσιν της τυχαιότητας, της μοίρας ή άλλων δυνάμεων, ένα τέλος με το ελπιδοφόρο μήνυμα της επιβίωσης, της νίκης του έρωτα, της δικαίωσης. - Το βιβλίο παρουσιάζεται με τη μορφή της μαρτυρίας του ενός εκ των δύο ηρώων, του ξενιτεμένου Δήμου, με αποτέλεσμα να διαποτίζεται από το νόστο. Το εξομολογητικό ύφος της μαρτυρίας συνδυάζεται με τη γοργή αφηγηματική πλοκή, ενώ με την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης η συγγραφέας αγγίζει το θέμα του ξενιτεμού από την οπτική γωνία του ξενιτεμένου. Επιπροσθέτως, αξιοποιούνται όλες οι αφηγηματικές τεχνικές, όπως η έναρξη της ιστορίας από το μέσον των γεγονότων ή οι αναδρομές, και όλοι οι αφηγηματικοί τρόποι (μονόλογος, διάλογος, αφήγηση, περιγραφή), καθώς και πλήθος σχημάτων λόγου. Η απλή γλώσσα διανθίζεται από δημώδη στοιχεία και αποφθεγματικές αποστροφές. Ο Δήμος διηγείται, με λόγο δραματικό και δραστικό, τη δική του ιστορία σε πρώτο πρόσωπο και την ιστορία του σταυραδερφού του, Τέλη, σε τρίτο. Έτσι, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από έναν ομοδιηγητικό, δραματοποιημένο αφηγητή, συνδυάζεται με την τριτοπρόσωπη οπτική του παντογνώστη αφηγητή, χαρίζει αμεσότητα και αληθοφάνεια στο κείμενο, δομεί το ρεαλισμό που απαιτεί το ιστορικό μυθιστόρημα. Το κείμενο εμπλουτίζεται με επιστολικά παραθέματα και με τις εκμυστηρεύσεις/ ψυχογραφήσεις του εσωτερικού μονολόγου, τον οποίο καλλιέργησαν ιδιαίτερα, ως πειραματική γραφή, οι μεταπολεμικοί συγγραφείς της Θεσσαλονίκης. - Συνομιλώντας προχθές με την εκλεκτή Λημνιά συνάδελφο και καλή φίλη, την Όλγα Ματζάρη, διαπιστώσαμε από κοινού το γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα παρατηρείται μια εκδοτική συσσώρευση ιστορικών μυθιστορημάτων. Και ενώ εγώ το ερμήνευσα ως απόπειρα απόδρασης από την κρίση και καταφυγής σε άλλες περιόδους της ελληνικής πραγματικότητας, η Όλγα υπογράμμισε ότι το φαινόμενο μπορεί να ερμηνευθεί ως αναζήτηση να βρει σταθερές ο συγγραφέας –και γενικότερα ο Έλληνας της εποχής μας– να εδραιώσει την ταυτότητά του σε περίοδο κλυδωνισμών. Και συμφωνήσαμε ότι η έμφαση που δίνεται σήμερα στο ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τον 20ό αιώνα μαρτυρεί την ανάγκη να ξαναδούμε την πορεία του σύγχρονου ελληνισμού ώστε να αντιληφθούμε πού έγιναν τα λάθη και πώς φθάσαμε στα σημερινά αδιέξοδα – θα πρόσθετα, και να διδαχθούμε από αυτήν. Το ίδιο βράδυ –ευτυχής συγκυρία– διάβασα σε βιβλιοπαρουσίαση της Νταλιάνα τον ακόλουθο επίλογο: «Το βιβλίο συνιστάται όχι μόνο γι’ αυτούς που ηλικιακά έχουν βιώσει τα περιγραφόμενα σ’ αυτό. Συνιστάται και στους νέους για να αντιληφθούν πώς φτάσαμε ως κοινωνία εδώ που φτάσαμε και ποιες εσωτερικές δυνάμεις πρέπει να ενεργοποιήσουμε για να μη τα χάσουμε όλα». Νομίζω πως η προσφορά σ’ αυτή την αναζήτηση του Έλληνα συγγραφέα και του Έλληνα αναγνώστη συμπληρώνεται με τρόπο ουσιαστικό από τα Σταυραδέρφια. - Δέσποινα Δούκα, Διδάκτωρ φιλολογίας, σε εκδήλωση "Λήμνος -καλοκαίρι 2014" στη Μύρινα της Λήμνου τον Αύγουστο του 2014. -

Θα ξεκινήσω την εισήγηση μου στο έργο της Κατερίνας Τσιάνα, φίλης και συγγραφέως, «Σταυραδέρφια» μ’ ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα: «κάθε στιγμή της ζωής σου, σκέφτεσαι και υπολογίζεις, ανάλογα από ποια πλευρά, από ποια όχθη του ποταμού που λέγεται ζωή, είσαι. Σχεδόν πάντα, θα αναρωτιέσαι, πως θα ήταν τα πράγματι, αν είχες διαβεί το ποτάμι». - Με δεδομένη τη μέχρι τώρα λογοτεχνική της δράση, κύρια όμως με τη συγγραφή αυτού του βιβλίου η Κατερίνα πέρασε στην αντίπερα όχθη, στον κύκλο των συγγραφέων και λογοτεχνών. Γιατί στα «Σταυραδέρφια» πετυχαίνει την αρμονική συνάντηση του απλού εξομολογητικού ύφους με τον ζωντανό αφηγηματικό λόγο και την άκρως ενδιαφέρουσα πλοκή. Το αφήγημα μοιάζει σαν μαρτυρία, σαν κατάθεση ζωής του κεντρικού ήρωα, του Δήμου, για να μη ξεχαστεί, για να κερδίσει η μοναχική ψυχή του το παιχνίδι της αιωνιότητας. Η δική μου ιστορία, γράφει ο αφηγητής, τελειώνει εδώ, σε μένα. Ο Δήμος Μάτης του Ιάσονα και της Σεβαστής δεν έχει απογόνους. Κανείς δεν θα ρωτήσει, κανείς δεν θα ψάξει να βρει ποιοι ήταν οι γονείς μου, ποιο το χωριό μου και ποια η πατρίδα μου, μια που τελικά θ΄ αφήσω τούτο το ταλαίπωρο σαρκίο μου σε μια ξένη γη. - Το χρονικό πλαίσιο ορίζεται στην προπολεμική Ελλάδα , στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο που σαρώνει τα πάντα και στη μεταπολεμική Ευρώπη. - Δυο έφηβοι μαθητές, ο Δήμος και ο Τέλης, γνωρίζονται στα Γιάννενα γύρω στο 1930, όπου βρέθηκαν για γυμνασιακές σπουδές μακριά από τις οικογένειές τους. Στην ευαίσθητη ηλικία της εφηβείας μοιράζονται τις ανάγκες, τα ερωτηματικά, τις αγωνίες τους και γεύονται τον δημιουργικό άνεμο των εφηβικών ονείρων. Η γνωριμία τους σφραγίζεται με την αδελφοποίηση και γίνεται παντοτινή πίστη και αλληλοστήριξη. «Επισφραγίσαμε τη φιλία μας, χαράσσοντας μια μέρα στο νησάκι, στα Γιάννενα, τους καρπούς των χεριών μας κι αναμειγνύοντας το αίμα μας». - Οι διαφορετικές επιλογές όμως, οι διαφορετικές προϋποθέσεις για τον καθένα και οι συγκυρίες της ζωής, απομακρύνουν τους δύο νέους. Οι οικονομικές συνθήκες, φτώχεια και ανέχεια, προβάλλουν, ως ιδανική λύση στον Δήμο, τις δωρεάν σπουδές στη Ρουμανία, για την πραγμάτωση των ονείρων του. «Έπαιρναν, λέει, καλούς μαθητές οικότροφους και με μηδέν έξοδα, σπούδαζαν στη Ρουμανία. Βουκουρέστι λοιπόν, με υποτροφία. Δεν άλλαζα με τίποτα τον δρόμο μου, μόνο φιλολογία και τίποτε άλλο και απώτερος στόχος μου, το ελληνικό πανεπιστήμιο. Να διαβάσω, να μάθω, να μάθω, να ερευνώ, νά τι ήθελα». - Οι ανατροπές όμως στην ευρωπαϊκή σκηνή σαρώνουν τα όνειρα και διαψεύδουν τις ελπίδες του. Ο Δήμος εγκλωβίζεται από το πολιτικό σύστημα στην Ανατολική Ευρώπη. Ώριμος αφηγητής πια, παρουσιάζει την πορεία της ζωής του και την απύθμενη μοναξιά της ψυχής, δίνοντας και την παράλληλη πορεία του σταυραδερφού του, του Τέλη, που έμεινε στην πατρίδα. Οι δρόμοι τους, αν και είχαν κοινή αφετηρία, δεν συναντήθηκαν ποτέ. Ο ήρωας και αφηγητής της ιστορίας παραμένει αναγκαστικά δέσμιος σε μια ξένη ανελεύθερη χώρα, καταδικασμένος να ζει με τον καημό της ξενιτιάς, για τριάντα ολάκερα χρόνια. - Είναι φυσικό λοιπόν, ο νόστος να είναι η βασική έννοια που διαπνέει το βιβλίο από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του. Με την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης, η συγγραφέας αγγίζει το θέμα του ξενιτεμού, από την οπτική γωνία όμως του ξενιτεμένου. Οι εναλλαγές του χρόνου, που παλινδρομεί ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, εμφανίζουν στη λογοτεχνική σκηνή πρόσωπα, εικόνες και θέματα, ενώ συγχρόνως ψυχογραφούν τον κεντρικό ήρωα. - Οι εικόνες έρχονται με μεταφορικό μέσο τη μνήμη, στήνονται σαν σκηνικά χώρου εξωτερικής, κυρίως όμως εσωτερικής δράσης και υποβάλλονται με το συναισθηματικό βάρος του νόστου. Στοιχεία παράδοσης, βιωμένα, θαμμένα στο κέντρο της μνήμης (τον νου και την καρδιά), ζωντανεύουν στις εικόνες από τη συγγραφέα, ιδωμένα με την τρυφερή ματιά της, κεντημένα στο μύθο με φωτεινά και ζεστά χρώματα και δουλεμένα με ευλάβεια, σεβασμό και φροντίδα να μη χάσουν το μεγαλείο τους. - «Το πατρικό σπίτι, το κατώι, ο πέτρινος πάγκος με το κόκκινο βελεντζάκι έξω από την πόρτα, η κρυόβρυση, η μάνα στο κατώφλι…» Θα μπορούσε έτσι να χαρακτηριστεί το αφήγημα πορεία μνήμης στους δρόμους, στα πρόσωπα και στ’ ακούσματα της πατρίδας. - «Για να περνά ή ώρα, μια και τα δυο μου χέρια ήταν σακατεμένα, έπαιζα το παιχνίδι της μνήμης. Νοερά διέσχιζα το χωριό μου από τη μια άκρη ώς την άλλη και προσπαθούσα να φέρω στο νου μου τους κατοίκους του κάθε σπιτιού, πόσα ήταν τα θηλυκά, πόσα τ’ αρσενικά, ακόμα και τις συγγένειες μεταξύ τους αναθυμόμουν. Άλλες πάλι, συνήθως προς το βράδυ, συνήθιζα ν’ αποξεχνιέμαι νοερά, σε μια βόλτα στη γαλήνη της ακροποταμιάς του χωριού μου. Άκουγα το νερό να γουργουρίζει πάνω στις κατάλευκες κοτρώνες, βάδιζα κάτω απ’ τα δασιά πλατάνια το φθινόπωρο και διασκέδαζα απίστευτα με τον θόρυβο που έκαναν τα πεσμένα φύλλα…». - Μέσα από τις θύμησες φωτίζονται τα πρόσωπα που είναι δεμένα με τον αφηγητή και ορίζεται η αξία της οικογένειας και της φιλίας, μιας οικογένειας άρρηκτα δεμένης. Θεμέλιο η αγάπη κι ο σεβασμός, στήριγμα η μάνα. Η προσφορά στην οικογένεια αδιαπραγμάτευτη, πηγαία, χωρίς να διεκδικεί ανταλλάγματα, υπαγορευμένη μόνο από το αίσθημα και τη συναίσθηση του χρέους, βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση. Η μάνα, αγιοποιημένη μορφή αναφέρεται σε κάθε ανάμνηση, δομικό στοιχείο της ύπαρξης του ήρωα, δεμένη με βιώματα που γλυκαίνουν την ψυχή του και δυναμώνουν το σώμα, μα δίπλα και πάνω ίσως κι απ’ την οικογένεια ο σταυραδερφός, η στέρεη φιλία, παρηγοριά και στήριγμα στις δυσκολίες του αφηγητή. Κι ο έρωτας στο πρόσωπο της Σοφί που έρχεται να παρηγορήσει τα πάθη τόσων χρόνων, να καταπραΰνει τους φόβους και τις αγωνίες, να γλυκάνει την πίκρα του ξεριζωμού, «αλοιφή ο έρωτας της γυναίκας στις πληγές μου». - Στο έργο, τρία είναι για τη συγγραφέα τα θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης και ζωής: η οικογένεια, η φιλία κι ο έρωτας. Το στοίχημα το κερδίζει ο έρωτας κι η συντροφικότητα που κατευνάζει την ταραγμένη ψυχή. Μες απ’ αυτήν την οπτική βλέπει και το δράμα της προσωπικής αποτυχίας και πτώσης των ηρώων, καθώς και τον καταστροφικό, πολλές φορές, ρόλο της οικογένειας που τους οδηγεί σε προσωπικά αδιέξοδα. Όλα τα στοιχεία του μύθου πλέκονται αριστοτεχνικά, ώστε να κρατούν σε αγωνία τον αναγνώστη. Οι αφηγηματικές τεχνικές, όπως η έναρξη της ιστορίας από το μέσον των γεγονότων οι συχνότατες αναδρομές, η χρήση όλων των αφηγηματικών τρόπων (μονόλογου, διάλογου, διήγησης) καθώς και η συχνή παρουσία σχημάτων λόγου, ζωντανεύουν την αφήγηση και δίκαια τη χαρακτηρίζουν λογοτεχνική. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στις παρομοιώσεις που με ανεπαίσθητους συναισθηματικούς τόνους, όχι μόνο αναπαριστούν τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, αλλά φωτίζουν αγαπημένους τόπους, μορφές ή οικείες συνήθειες. «Κινούμαι; ή κινείται το σκοτάδι που λίγο-λίγο αραιώνει, σαν τη μαύρη μπογιά που αραίωνε η μπάμπω για να πετύχει το γκρίζο; Αραιώνει κι άλλο το σκοτάδι, όπως η ομίχλη στο λιβάδι, όταν το νικάει ο ήλιος». - Η γλώσσα απλή, φυσική, διανθίζεται συχνά στη ροή της από δημώδη στοιχεία, ντοπιολαλιές («ντάρτησες, σεκλετισμένος») και παροιμιώδεις φράσεις, γεμάτες λαϊκή σοφία «εγώ δεν καταδέχομαι στη γη να περπατήσω» ή αλλού «ο λύκος κι αν εγέρασε…» Ο λόγος ρέει αβίαστα, πότε λυρικός και πότε καθαρά περιγραφικός μα σχεδόν πάντα δραματικός. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από έναν ομοδιηγητικό, δραματοποιημένο αφηγητή χαρίζει αμεσότητα κι αληθοφάνεια στο κείμενο. Σε συνδυασμό μάλιστα με τα ιστορικά στοιχεία που υφαίνονται στον μύθο μοιάζει αληθινή, σαν κάποια ιστορία που γνωρίζουμε. - Το μυθιστόρημα, αν και έχει στοιχεία που χαρτογραφούν τον τόπο «΄Ηπειρος», απλώνεται γεωγραφικά, καθώς αποτυπώνει καθολικά προβλήματα μιας εποχής, φτώχεια, ξενιτιά, ανάγκη για πνευματική ανέλιξη «να φύγεις, παιδί μου, από τους αέρηδες, τη βροχή, τη λάσπη, το ξέσκεπο μαγαζί». Το θέμα της ξενιτιάς που ταυτίζεται με τη μοίρα του Έλληνα: «Ή ξένος στον τόπο σου ή ξενιτεμένος», δηλώνει δυναμικά την παρουσία του και στις μέρες μας, αφού αγγίζει σχεδόν κάθε Ελληνική οικογένεια. Ο πόθος κι η νοσταλγία και το δάκρυ ξεγελιούνται με τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα, όμως ο καημός απαράλλαχτα ίδιος. «Να με ξεπροβοδάς, να με καρτεράς το βράδυ να γυρίσω από τη δουλειά… Κοντεύω να γεράσω μάνα κι ένα γλυκό από τα χρήματα που βγάζω δε μπόρεσα να σε κεράσω…. ένα τραπέζι, να κάτσουμε στο σπίτι μου και να πιούμε, να σιγοτραγουδήσουμε. Τη Νερατζούλα, θυμάσαι που τη λέγαμε το σούρουπο στην αυλή μας; Πικραίνομαι, μάνα, γιατί ξέρω, πως όλα αυτά τα δίσεχτα χρόνια, αν τραγουδάς, θα λες «θέλω να τα καταραστώ τα τρία βιλαέτια, την Πόλη και τη Βουλγαριά και τη Βλαχιά αντάμα….. που ξεγελιούνται τα παιδιά και λησμονούν τις μάνες». - Οι περιπέτειες, οι ανατροπές, η μοναξιά, ο θάνατος, τα αδιέξοδα και τα παιχνίδια της μοίρας θλίβουν την ψυχή του αφηγητή, αλλά δεν την συνθλίβουν. - Το τέλος του έργου το γράφει η μοίρα ή η ζωή. Τέλος απρόσμενο, απρόβλεπτο που μας αποφορτίζει από το συναισθηματικό βάρος κι ανοίγει ένα παράθυρο στην ελπίδα πως τίποτα δε χάνεται και πως συχνά στο τέλος… υπάρχει δικαίωση. - Θ’ αφήσω στον αναγνώστη την ευχαρίστηση να ανακαλύψει μόνος του τα μυστικά της ιστορίας. Θα διαβάσω μόνο την τελευταία παράγραφο: «Δεν ξέρω πότε θα φύγω απ’ αυτή τη ζωή, την εξιστόρησή της όμως θέλω να την τελειώσω εδώ. Να την τελειώσω με την ευχή και την ελπίδα πως οι νέοι που θα πάρουν στα χέρια τους τη σκυτάλη της Ιστορίας να τα καταφέρουν καλύτερα και να ζήσουν δημιουργικά, αλλά ήρεμα και προπαντός ειρηνικά». - Φρειδερίκη Μπεκίρη, φιλόλογος, στην παρουσίαση του βιβλίου στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό κέντρο Λάρισας τον Μάιο του 2013.

 

978-960-9488-38-9

Ξενοφών Μαυραγάνης,
Προς το παρόν υγιαίνω,
διηγήματα

εκδ. Νησίδες, 192 σελ., 10 ευρώ (χωρίς τον Φ.Π.Α.)

Δεύτερο βιβλίο διηγημάτων του Πλωμαρίτη λόγιου, μετά το «Ψάρι με κεφάλι και ουρά», εκδ. Νησίδες, 2011.

- Ένας δωδεκάχρονος εσωτερικός μετανάστης το 1912, στη χώρα που γεννήθηκε, αγωνιά να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Είναι Έλληνας χριστιανός σε ξένη χώρα, είναι Οθωμανός, Έλλην το γένος και Χριστιανός το θρήσκευμα; Ποιας χώρας το όπλο θα κρατήσει; Υπαρξιακά ερωτήματα, που προσπαθούν να βρουν απάντηση.
- Ένας αγιορείτης καλόγερος, σχοινοβατεί μια ολόκληρη ζωή ανάμεσα στη βαθιά πίστη και αφοσίωσή του στην Παναγία και στο ακατασίγαστο πάθος του για τη γυναίκα και τον έρωτα.
- Ένας παλαίμαχος ναυτικός, κατασκευάζει μια πλώρη στο βουνό για σπίτι του, κατάντικρυ σ’ αυτήν που του πήρε και του τα ’δωσε όλα, τη θάλασσα.
- Ένας νέος αριστερός δικηγόρος χάνει αναπάντεχα μέσα από τα χέρια του μια μεγάλη κομματική και επαγγελματική επιτυχία.
- Σκλαβωμένοι στους Γερμανούς χωρικοί προσπαθούν μέσα από λογοκριμένα γράμματα να επικοινωνήσουν με τα ξενιτεμένα και χαμένα αδέρφια τους.
- Βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, που περνούν δίπλα μας χωρίς καν να τις υποπτευόμαστε.

Δημήτρης Κόκορης Παρουσίαση του βιβλίου Προς το παρόν υγιαίνω στο βιβλιοπωλείο ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ : Παρασκευή, 29.3.2013.

Πρόκειται για το τρίτο λογοτεχνικό βιβλίο του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, μετά το Ο θείος μου ο Άγιος… και Ψάρι με κεφάλι και ουρά (εκδ. Νησίδες), στο οποίο θα ταίριαζε ο υπότιτλος «η μικροϊστορία ως πεζογραφία». Από το πρώτο και ομότιτλο με το βιβλίο διήγημα αρχίζουν να διαφαίνονται ευκρινώς τα γνωρίσματα της γραφής του Ξ.Μ. :

- υλικό βιωματικό, όχι κατ’ ανάγκην αυτοβιογραφικό

- διακρίβωση λεπτομερειών και αξόνων, απόδοση του κοινωνικού γίγνεσθαι με μείγμα ιστορικής αληθοφάνειας και μυθοπλασίας

- ελεγχόμενη χρήση της ντοπιολαλιάς, ώστε να διασφαλιστεί η ρεαλιστική πιστότητα

- χρησιμοποίηση της τριτοπρόσωπη αφήγηση, ώστε να διασφαλισθεί όσο το δυνατόν ένας βαθμός αντικειμενικής εξιστόρησης, η οποία ελεγχόμενα εναλλάσσεται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, που με τη σειρά της προικίζει το κείμενο με επαρκή βαθμό ζωντάνιας, αμεσότητας και φυσικότητας.

1. Στο διήγημα «Προς το παρόν υγιαίνω» αξιοποιείται ως μυθοπλαστικός όρος και η επιστολογραφία, και αυτό είναι μια παλιά, παλαιότατη συνήθεια της πεζογραφίας μας («Λέανδρος» του Παν. Σούτσου, 1834). Τίθεται έντονα το θέμα της εθνικής ταυτότητας. Ο ήρωάς μας, ο Παναγιώτης, είναι χριστιανοορθόδοξος, Οθωμανός υπήκοος με ελληνικότατη εθνική συνείδηση. Ο Ξ.Μ. «συνομιλεί» λειτουργικά με κορυφαία κείμενα της πεζογραφίας μας («Μοσκωβ Σελήμ» του Γ. Βιζυηνού), που θέτουν ομόλογους αν όχι ταυτόσημους προβληματισμούς. Όταν διαβάσουμε το διήγημα, νιώθουμε την ελαφρά ειρωνεία και τη βάσιμη προοικονομία του τίτλου: Υγιαίνω μεν, αλλά προς το παρόν. Τα ίχνη του ήρωα χάθηκαν στα βάθη της Ανατολίας και η βαθιά γνώση της περιπλοκότητας και της σχετικής ματαιότητας των ανθρωπίνων προβάλλει έκδηλη στην επιλογική παράγραφο: «Και τα μνημόσυνα και τα τρισάγια που έκαναν οι δικοί του, όταν επιβεβαιώθηκε η αφάνειά του, στη συγχώρεση των δικών τους αμαρτιών απέβλεπαν και όχι των ανύπαρκτων αμαρτιών του Παναγιώτη» (σ. 28). 2. Στο διήγημα «Δέκα γράμματα της Κατοχής» και πάλι η αφηγηματική μυθοπλασία χαράσσει το ιστορικό πλαίσιο, αξιοποιώντας επιστολικό υλικό. Εδώ ο Ξ.Μ., πέρα από τη γλαφυρή αποτύπωση των κατοχικών συνθηκών (πείνα, σκληρότατος αγώνας για την επιβίωση, αλλά και απάνθρωπη σκλαβιά), επιδίδεται σε «Ασκήσεις ύφους» (που θυμίζουν, με τραγικό όμως πολλαπλασιαστή, ανάλογα εγχειρήματα, σαν εκείνο το διάσημο του Γάλλου συγγραφέα Ραιημόν Κενώ). Επισημαίνω ότι τα καταφέρνει πολύ καλά, γιατί μέσα από το ύφος των επιστολών διαφορετικών ανθρώπων κατορθώνει να αποδώσει το ψυχολογικό και κοινωνικό τους πορτραίτο, οπότε μας δίνει το μέρος, αλλά βάσιμα οι αναγνώστες μπορούμε να εννοήσουμε το όλον, χωρίς να χάσουμε βέβαια και τις δύσκολες πλευρές μιας δεδομένης ιστορικής συνθήκης: «… στον κάθε φάκελο υπάρχει με κόκκινη επισήμανση η φοβερή λέξη ‘Ελογοκρίθη’. Η λέξη που από καταβολής κόσμου περιόριζε βάρβαρα την ελεύθερη επικοινωνία των ανθρώπων. Πάντως, οι επιστολογράφοι έγραψαν αυτά που ήθελαν να πούνε, αδιαφορώντας ίσως για τις συνέπειες» (σ. 50). Να επισημάνω ότι ο Ξ.Μ., πέρα από λογοτέχνης, μάλλον δεν ξεχνά ότι είναι και νομικός, γι’ αυτό και προσπορίζει τεκμήρια, ώστε να συμβάλει στην ανάδειξη των δύο κειμένων του ως διηγημάτων-ντοκουμέντων: στη σ. 27 παρατίθεται πιστό φωτοαντίγραφο μιας επιστολής του Παναγιώτη, ενώ στη σ. 51 απεικονίζονται φωτοαντιγραφικά οκτώ φάκελοι γραμμάτων της Κατοχής.

3. Ο τίτλος του τρίτου διηγήματος, «Μια πλώρη στο βουνό», θυμίζει το «Τρελοβάπορο» του Οδυσσέα Ελύτη, αλλά ο απόμαχος ναυτικός, που επιστρέφει στο ορεινό χωριό του και ανασταίνει το σπίτι και το βιός του, θυμίζει τη «Θάλασσα» του Ανδρέα Καρκαβίτσα και ορισμένες σελίδες από «Το διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή. Είμαστε πια στη σύγχρονη πραγματικότητα, που αναπαρίσταται επιτυχημένα, όπως εξ ίσου επιτυχημένα σκιαγραφείται ο Καπετάνιος, αλλά και αποτυπώνεται ο κοινωνικός περίγυρος. Βέβαια, τον ήρωά μας «το όνειρο του γυρισμού δεν τον γέλασε», όπως συνέβη στον Σκουρογιάννη του Δημήτρη Χατζή, αλλά η αναπότρεπτη μοίρα, ο αναπόδραστος θάνατος, ακύρωσε την ευτυχία του Καπετάνιου που διαφαινόταν σχεδόν παραμυθένια.

4. Το τέταρτο αφήγημα, πίσω από τον τίτλο «Αυτός κι εκείνος», υποκρύπτει έναν βαθύτατο, στη ρίζα του τραγικό, αλλά και τόσο ανθρώπινο διχασμό: ο αγιορείτης καλόγερος, που πρωταγωνιστεί και τόσο λειτουργικά ψυχογραφείται, ταλαντεύεται επώδυνα ανάμεσα στη βαθιά θρησκευτική του πίστη αφ’ ενός, και στο ακαταδάμαστο πάθος του για γυναικεία ερωτική παρουσία αφ’ ετέρου. Ο πολύσημος τίτλος του κειμένου μπορεί να προεκταθεί τόσο στον αφηγητή της ιστορίας, που γίνεται επιστήθιος φίλος του μοναχού Μιχαήλ, και στον πρωταγωνιστή, αλλά και στους δύο γιους του Μιχαήλ, στον ένα, που σίγουρα απέκτησε, και στον άλλο, που ενδέχεται να είχε αποκτήσει. Αυτό το κείμενο είναι το εκτενέστερο στον τόμο και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «νουβέλα». Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για συμπυκνωμένο μυθιστόρημα: η διαδοχή των γεγονότων, οι συνεχείς εναλλαγές, οι αδροί χαρακτήρες, τα πολλαπλά σκηνικά μέσα στα οποία η πλοκή εκτυλίσσεται, αποκαλύπτουν και τις ικανότητες του συγγραφέα για ανάπτυξη μυθιστορηματικής σύνθεσης.

5. Στην «Αποστασία» παρακολουθούμε την προσπάθεια του Κυριάκου να αυτο-επιβεβαιωθεί και να ενταχθεί, έστω και για λίγο, οργανικά στον κοινωνικό μικρόκοσμο, αφού το ότι ανήκει σε οικογένεια Παλαιοημερολογιτών, τον έχει ωθήσει αναγκαστικά σε αποκλίνουσα συμπεριφορά και σε κοινωνική περιθωριοποίηση. Βουτάει των Φώτων στη θάλασσα και πιάνει τον σταυρό. Ο παπάς τον ευλόγησε και ο περίγυρος αποδέχθηκε το κατόρθωμά του, αλλά στο διήγημα, όπως και στη ζωή (εδώ που τα λέμε), ποτέ δεν είναι όλα ρόδινα. Η μάνα του απογοητεύεται, πικραίνεται πολύ και τον επιτιμά, αδυνατώντας να χωνέψει ότι ο αγαπημένος αναντίρρητα γιος της αποφάσισε, έστω και προς στιγμήν, «να συνταχθεί με τους εχθρούς της πίστης της και της ζωής της» (σ. 142).

6. Μετρημένα και ρεαλιστικά αποδίδεται η ψυχολογία του μικρού Τριαντάφυλλου στο διήγημα «Το ιπποδήλατο», παραφθορά της σωστής εκφοράς, απόλυτα δικαιολογημένη για τον μικρό μας ήρωα, μια και το ποδήλατο ήταν εντελώς άγνωστο στο χωριό του έως τη δεκαετία του 1950. Ο αριστερός, βασανισμένος και ξενιτεμένος πατέρας του, του στέλνει το ποδήλατο δώρο. Επειδή ο Ξ.Μ., ως παλαιός και ενεργός αριστερός, έχει δεχτεί αρκετή δόση σοσιαλιστικού ρεαλισμού στη ζωή του, εδώ προσφυώς δεν πέφτει στην παγίδα: ο γιος του αριστερού δεν μοιράζεται ειδυλλιακά το ποδήλατό του με τα άλλα παιδιά: «Κι όταν αργότερα γύρισε ο πατέρας του από την ξενιτιά κι έμαθε την ιστορία του, τα βάσανά του, την ταλαιπωρία του, τους αγώνες του και τον αγώνα του να ξαναβάλει σε τάξη τη ζωή του, πάλι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί έπρεπε να μοιράζεται τα πράγματά του με τους άλλους. Αυτούς που τα δικά τους δέματα τα έκρυβαν και τα κρατούσαν επτασφράγιστα μυστικά από τους φτωχότερους και τους πιο παρακατιανούς» (σ. 154).

7. Η κυρία Πελαγία είναι «Η καπετάνισσα» του ομότιτλου διηγήματος. Κόρη καπετάνιου, εξ ού και το προσωνύμιο, στην ουσία παρατημένη από τις έγγαμες κόρες της και χωρίς βαθύτερο σύνδεσμο με τον αρκετά μεγαλύτερό της στα χρόνια σύζυγο, τον οποίο από νιόπαντρη μεταχειριζόταν σαν υποτακτικό της. Προσηνής και γλυκομίλητη προς τους ξένους, παντρεύτηκε έναν άνθρωπο που δεν αγαπούσε, για να καλύψει τις νεανικές της τρέλες, αυτά που ο απάνθρωπος επαρχιακός κλοιός ονομάζει «πομπές». Τραγική μορφή η καπετάνισσα, σε όλη της την τελικά πικρή ζωή ονειρευόταν τον έρωτα που δεν χάρηκε.

8. Ο πάμφτωχος Νικόλας, λιπόσαρκος και ξερακιανός, αποκαλούνταν από όλους «Άνεμος». «Τα Χριστούγεννα του Άνεμου» προμηνύονταν μαύρα γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Αποφασίζει να πάρει έναν κόκορα από το σπίτι του Δάσκαλου, αλλά τον πιάνει στα πράσα ο ανθυπασπιστής της Βασιλικής Χωροφυλακής. Ο Δάσκαλος στηρίζει απόλυτα τον Άνεμο και με την κατάθεσή του τον αθωώνει. Τα σχέδια της Χωροφυλακής (που θεωρούσε κάθε κλεφτοκοτά αντάρτη, κομμουνιστή και αντεθνικώς δρώντα) δεν ευοδώνονται. «Τον άφησαν ελεύθερο τον Άνεμο, επιστρέφοντάς του και τον σάπιο πια κόκορα. Σημείωσαν, όμως, στα υπ’ όψιν, την εξόχως αντεθνική συμπεριφορά του δασκάλου, που είχε την υποχρέωση, ως εκ της θέσεώς του, να συμπαρατάσσεται με τις εθνικές επιδιώξεις των Αρχών» (σ. 171-172).

9. Το διήγημα «Η συνάντηση» εικάζω ότι θεμελιώθηκε σε έδαφος αυτοβιογραφικό. Δύο παλιοί σύντροφοι, αγωνιστές στο ίδιο κόμμα αν και με διαφορετική κοινωνική ταυτότητα (της μεσαίας τάξης και μορφωμένος ο ένας, εργάτης ο άλλος) συναντιούνται μετά πολλά χρόνια σε μια διαδήλωση. Όλο το δράμα της τίμιας αριστερής στράτευσης προβάλλει ανάγλυφο. Ο αγώνας δόθηκε με τεράστιο κόστος, αλλά η κοινωνική ήττα επήλθε. Τιμιότητα και αγωνιστικότητα και καθαρό βλέμμα επίσης ναι, αλλά το ερώτημα προβάλλει πικρό και προπάντων αδήριτο: «Και τώρα τι θα πούμε στα εγγόνια μας, σύντροφε; Την κερδίσαμε ή την χάσαμε τη ζωή μας;» (σ. 177).

10. Αυτοβιογραφική είναι και η «Ανατροπή», τελευταίο αφήγημα του τόμου. Από την αρχική και την τελική εικόνα του διηγήματος ξεχειλίζει η πίκρα. Στην αρχή ψηλαφούμε την απογοήτευση του αριστερού πατριώτη, που το εθνικόφρον δικτατορικό καθεστώς δεν τον εμπιστεύεται για να υπερασπιστεί την πατρίδα. Στο τέλος νιώθουμε τη στυφή γεύση από μία ανατροπή που ηθικά δεν μπορούμε να καταπιούμε, αλλά βιωματικά η εμπειρία της ζωής μάς δείχνει ότι ήταν πιθανή και αναμενόμενη. Ο δικηγόρος αγωνίζεται σκληρά και με οξυδέρκεια, και τελικά έχει την απόδειξη ότι ο νεαρός φοιτητής-πελάτης του υπέστη σωματικά βασανιστήρια από τη χούντα, ωστόσο ο ίδιος νεαρός, το θύμα των βασανιστηρίων, πειθαναγκάζεται από συγγενείς και φίλους να μη δώσει συνέχεια στην υπόθεση, φοβούμενος προφανώς για τη μελλοντική πορεία του, αλλά και για πιθανά μελλοντικά μπλεξίματα με τη σκοτεινή εξουσία.

Ανθρώπινες ιστορίες, λοιπόν, εστιασμένες σε υλικό βιωματικό και ανεπτυγμένες με ρέον και καλοδουλεμένο ύφος, σε φόρμα που δεν πλατειάζει, αλλά αντίθετα συμπυκνώνει βαθιά συναισθήματα και λεπταίσθητες ψυχογραφήσεις, χωρίς λεκτικούς ακκισμούς και χωρίς λογοτεχνική πόζα. Οι αφηγήσεις του Ξ.Μ. δεν επιβάλλουν κραυγαλέα το ιδεολογικό και συναισθηματικό φορτίο, αλλά υποβάλλουν σκέψεις, αναπολήσεις και συγκινησιακώς υψηλόβαθμους συναισθηματικούς τόνους. Υποδεικνύουν τα βάσανα, το μεγαλείο και την τραγικότητα της ανθρώπινης περιπέτειας με τρόπο αφηγηματικά λειτουργικό και καλλιτεχνικά δικαιωμένο.-

Ο Ξενοφών Μαυραγάνης αναδεικνύεται ως επικούρειος που μετέρχεται της αφηγήσεως και του γραπτού λόγου για να υπερασπιστεί το απόφθεγμα «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος». Ταυτοχρόνως, όμως, είναι και ένας υμνητής της ανόθευτης λιτότητας του βίου. Οπότε προκύπτει ένας συγγραφέας θηρευτής ηδονών οι οποίες συμβαίνει να ανθίζουν στη φτώχεια ή την ταπεινότητα. - Ο Ξ.Μ. είναι βέβαια ένας «μολεμένος αστός», ένας δικηγόρος με τα σέα και τα μέα του, και υπό φυσιολογικές συνθήκες θα εμφανιζόταν ως «οριενταλιστής» της φτώχειας. Ευτυχώς, οι συνθήκες δεν είναι φυσιολογικές. Το αφύσικο του πράγματος συνίσταται στο γεγονός ότι, αν και αστός, οι συγγραφικές του καταβολές είναι παπαδιαμαντικές. - Δεν εννοώ τη γλώσσα αλλά τους ήρωες που ξεθάβει από έναν αρχέγονο κόσμο. Πρόσωπα που βγαίνουν από την ομίχλη του προπερασμένου αιώνα ή από το ημίφως του περασμένου. Τυραγνισμένοι, κακοπαθημένοι, με κρυφά ή ανατιναγμένα δημοσίως πάθια, του πνεύματος και του σώματος. - Οι άνθρωποί του είναι φυσιολογικοί, κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, οι ήρωές του δεν είναι επιτηδευμένοι, δεν κομπάζουν, δεν φτύνουν ψηλά και επιπλέον έχουν αυτό το είδος περηφάνιας που το αναγνωρίζεις εύκολα γιατί δεν χρειάζεται να κραυγάσει. Απλώς είναι. - Οι ήρωές του είναι ζηλευτοί διότι επιπλέον είναι υπαρκτοί και είναι ακόμη πιο ζηλευτοί διότι αυτός ο μπαγάσας τούς ακούμπησε αλλά δεν τους ξόμπλιασε για να μας τους παρουσιάσει. Τους άφησε ελεύθερους και μέρωσε ακόμη και τη συμπάθεια και την τρυφερότητα με την οποία τους περιβάλλει. Πίσω από τον διαρκή σαρκασμό του Ξ.Μ. κατοικοεδρεύει ένα γνήσιο χαμόγελο που χαρίζεται και δεν πουλιέται. - Ο ίδιος, βέβαια, υποκρίνεται ότι γράφει αναμνήσεις, αλλά είναι σαν να μας κλείνει το μάτι λέγοντάς μας: «σας λέω ένα αληθινό ψέμα, μια ψεύτικη αλήθεια για τα έχουμε ανάγκη, πανάθεμα, για να ξαναβρούμε τα ζύγια μας, είναι οι βοηθητικές ρόδες για να μάθουν τα παιδιά μας ιπποδήλατο και οι μεγαλύτεροι να το ξαναθυμηθούν. Αν θέλετε να είναι αληθινοί, διαβάστε τις περιπέτειές τους ως ημερολόγιο του βίου τους. Αν θέλετε να είναι γεννήματα της φαντασίας μου, πάλι καλά. Το αποτέλεσμα μετράει. Τι ανάσταση, τι γέννηση, εξ άλλου». - Αλλά γιατί είναι ο Ξ.Μ. ένας απροσχημάτιστος επικούρειος; Διαβάζοντας τις περιπέτειες των πάμφτωχων ηρώων του πιάνει κανείς εύκολα τον χορτασμένο εαυτό του να ξερογλείφεται μπροστά στα ταπεινά προσφάγια τους. Χόρτα των χαντακιών της Λέσβου, ελιές καλοπλυμένες από το χώμα ζητιανεμένες, λάδια δεύτερης ποιότητας, κομματάκια τυρί στην άκρη ενός πιρουνιού που δεν γεμίζει ποτέ, σουφρωμένες πιπεριές, μαραμένες μελιτζάνες, κλεμμένα αυγά, χθαμαλές ψαριές με αγκαθόψαρα, άσπρες φασόλες με αγουρέλαιο, ανάλαδη φακή, σουπιές, καλαμαράκια και χταπόδια, κουκιά όλα συνοδευμένα με το δάκρυ της Παναγιάς. Κι ακόμη σύκα και πετιμέζια, κολοκύθια και μουστοκούλουρα, ριτσέλια και λουκάνικα με καρύδια, κυδωνόπαστα. Ύμνοι στη ρίγανη και στη θρίμπα, στο θυμάρι και στο χαμομήλι, στο δενδρολίβανο και στους λεμονανθούς. Σελίδες επί σελίδων γεμίζουν με κάθε είδους λεπτομέρειες. Όσοι αντέξουν, ας κρατήσουν σημειώσεις. - Οι ήρωες του Μαυραγάνη, όμως, δεν είναι χαζοσέφ. Στην τροφή τους δεν υπάρχει κανένα φαγώσιμο εισαγωγής, τίποτα εκκεντρικό, διαπρέπουν στο να αρκούνται σε όσα η γη που πατάνε και καλλιεργούν παράγει αναλόγως την εποχή. Όσα η θάλασσα τους δίνει κάθε μέρα. Ίσως ακούγονται λίγα, αλλά ο Ξ.Μ. μας δείχνει πόσο πολλά είναι. Ένας ολόκληρος Τσελεμεντές του Φτωχού. Ένα φτωχό παστωμένο ψάρι φτάνει να γλείφεις τα δάχτυλά σου με τις ώρες. Κι έτσι οι ήρωές του δεν είναι καλοφαγάδες κοιλιόδουλοι ή αστοί με διάρροια επιτήδευσης. Αυτά τα λιγοστά έχουν, όταν τα έχουν, και ευλογάνε τον Θεό για την καθημερινή παρουσία τους στο τραπέζι τους. - Και φυσικά οι ήρωές του επιπλέον ερωτοπαθείς. Τρέχουν ζουμιά (και μη κοκκινίσετε ή σκανδαλισθείτε) στα σκέλια τους, τα δάχτυλά τους βρίσκουν δρόμο στην ηδονή δίχως προστυχιές ή βλακώδη υπονοούμενα. Η ερωτική τους αδημονία είναι πλαισιωμένη από παιδική συστολή. Οι εξομολογήσεις τους είναι λύτρωση και όχι σεξουαλική επίδειξη. Και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κρύβεται μέσα σε όλα τούτα. Μετέρχεται τη δικηγορίστικη γλώσσα, για πολύ λίγο ευτυχώς, αλλά δεν χρησιμοποιεί τη δικολαβίστικη προσέγγιση. Είναι πικρόχολος ή και πικρός, συχνά δε ευθέως πικραμένος. - Αυτή η χαρά της ζωής αναδύεται μέσα από την ανάγνωση των περιπετειών και παθημάτων του μικρού Παναγιώτη, δέκα γραμμάτων της Κατοχής, του καπετάνιου που κάνει θάλασσα τον κήπο της σύνταξής του, του ερωτοπαθημένου καλόγερου, του Τριαντάφυλλου και του ιπποδηλάτου του, της καπετάνισσας που θα αγαπούσαν όλοι οι άνδρες του κόσμου, του λιπόσαρκου Νικόλα, του ξυπόλυτου Άνεμου, του Γιάννη του οικοδόμου και του Σ.Κ. Τα δυο τελευταία είναι και τα μοναδικά «αστικά» όσο και σύγχρονα αφηγήματα. Ίσως για να τεθεί ευθέως η ερώτηση αν κέρδισαν ή έχασαν τη ζωή τους τούτοι οι ήρωες και να απαντηθεί το ερώτημα στο έσχατο κείμενο το οποίο τελειώνει με τη λέξη «ίσως». Ένα «ίσως» όχι αμφίθυμο, αλλά ενεργητικής στωικότητας. - [Απόστολος Λυκεσάς, Απροσχημάτιστες αφηγήσεις, Η ΑΥΓΗ, 3 Νοεμβρίου 2013]

Δύο βιβλία με διηγήματα ήταν το δώρο του Ξ. Μαυραγάνη στον ΦΙΛΟΛΟΓΟ. Ένα μικρό αντίδωρο για τα δύο εξαιρετικά βιβλία του οι αράδες που ακολουθούν. O Ξ. Μαυραγάνης είναι ένας δόκιμος λογοτέχνης, γνωστός και για άλλες δραστηριότητές του ιδιαίτερα στις δύο πατρίδες του, το Πλωμάρι και τη Θεσσαλονίκη. Δυο πόλεις που τον έχουν διαπλάσει και διαμορφώσει ως λογοτέχνη και προσωπικότητα. Σημειωτέον πως το Πλωμάρι, γενέθλια πόλη, και η Θεσσαλονίκη, πατρίδα που επέλεξε να ζήσει και να εργαστεί, που είναι ο χωρικός καμβάς των διηγημάτων του, είναι δυο παραθαλάσσιες πόλεις. Η θάλασσα είναι το κέντρο των διηγημάτων του Μαυραγάνη. Γνωρίζει όλα όσα έχουν να κάνουν με τη θάλασσα, βάρκες, πλοία, ψάρια,ανέμους, θύελλες και μπουνάτσες, ναυτικούς, ναυαγούς. Δεν υπάρχει διήγημά του χωρίς θάλασσα. Όμως όλα τα διηγήματά του, αποπνέουν μια διαχρονική Ελλάδα, τουλάχιστον από τις αρχές του 20ού αιώνα. Όλη η ιστορία της περνά μέσα από τα διηγήματα του Μαυραγάνη. - Στο βιβλίο ΨΑΡΙ ΜΕ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΟΥΡΑ έχουμε είκοσι πέντε διηγήματα. Διαβάζοντάς τα είναι σα να ψηλαφίζεις την ιστορία της Ελλάδας. Διηγήματα με φόντο την καθ’ ημάς Ανατολή, αρώματα, χρώματα, μυρωδιές, ντοπιολαλιές και καημοί φτωχών και απόμαχων της ζωής, ανθρώπων που αντικρύζουν τα πλοία ναα περνάν και να φεύγουν από το λιμάνι, τις περισσότερες φορές να παίρνουν αγαπημένα πρόσωπα για τις τέσσερεις άκρες του κόσμου, και σπάνια να γυρίζουν πίσω. Ο καημός της ελληνικής άγονης επαρχίας, που μαραζώνει εδώ και χρόνια, μια και τα νέα βλαστάρια φεύγουν, για να βρουν αλλού καταφυγή. - Στο δεύτερο βιβλίο, ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΥΓΙΑΙΝΩ, έχουμε δέκα διηγήματα. Από αυτά, εκείνο που σε καθηλώνει κατά τη γνώμη μου, είναι και το πιο μεγάλο με εξήντα οκτώ σελίδες, είναι στο «Αυτός και εκείνος», ένα διήγημα με χώρο δράσης ένα μοναστήρι στο Άγιο Όρος. Τα διηγήματα του βιβλίου αυτού αποπνέουν αιγαιοπελαγίτικη αύρα και λεσβιακό άρωμα. Είναι μια ανθρωπογεωγραφία του νησιού του, που όπου και να πάει ο Μαυραγάνης τον ακολουθεί σαν τη σκιά του αλλά και τον συντροφεύει όσον καιρό βρίσκεται αλλού. Και τα τριάντα πέντε διηγήματα είναι εξαιρετικά. Διαβάζονται ευχάριστα και δεν κουράζουν καθόλου. Στα πιο μικρά έχεις την αίσθηση ότι καταβροχθίζεις ένα υπέροχο γλύκισμα, μια μπουκίτσα. Όσο για τα μεγαλύτερα η ευχαρίστηση και η ταύτισή σου με τους ήρωές τους είναι απόλυτη. Δυο βιβλία που διαβάζονται σχεδόν απνευστί. Και δεν είναι ούτε κοινός τόπος αυτό, ούτε φιλοφρόνηση. Είναι απλά η αλήθεια. Μακάρι να μας δώσει και άλλα διηγήματα ο Ξενοφών Μαυραγάνης σύντομα. - Πέτρος Μπεσπάρης, φιλόλογος, περιοδικό ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ τόμ. ΛΖ, τεύχ. 157 Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2014.

 

978-960-9488-37-2

Βίλλη Στελλάκου,
ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Έτσι κύλησε η ώρα και η Άννα σηκώθηκε να φύγει γιατί είχε μάθημα, και «θα τηλεφωνηθούμε», είπαν και οι δυο σχεδόν ταυτόχρονα. Μετά από λίγο σηκώθηκε και ο Max. Ο ήλιος πήγαινε να δύσει και άρχισε να κάνει κρύο. Ο Max κούμπωσε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Πήδηξε στην άμμο. Είχε σηκώσει κύμα και αέρα. Σήκωσε το φερμουάρ μέχρι το πηγούνι και, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα μπροστά, άρχισε να περπατά και τα παπούτσια του βούλιαζαν στην υγρή άμμο. Κάτι έλαμπε στην άμμο. Έσκυψε και το πήρε. Ήταν μια ρόδα από ένα παιδικό παιχνίδι. Σκέφτηκε το μικρό τραυματισμένο αυτοκίνητο, το παιδάκι που θα το κοίταζε με λύπη ή απορία. Θυμήθηκε ότι μικρός είχε δημιουργήσει στην αποθήκη του σπιτιού τους ένα νοσοκομείο αυτοκινήτων. Κάποτε, σε κάποια εκκαθάριση, η μητέρα του τα πέταξε, τα θεώρησε άχρηστα όλα αυτά τα αυτοκινητάκια, με τις λειψές ρόδες, χωρίς τιμόνια, με τις σπασμένες πόρτες. Είχε κλάψει πολύ όταν το είδε και του έλειπαν για καιρό, κάκισε τη στεγνή λογική των μεγάλων και την αυστηρή κατάταξη με την οποία ταξινομούσαν τα αντικείμενα σε χρήσιμα και άχρηστα. Ήταν, θυμάται, η πρώτη διαφοροποίηση που ένιωσε να τον χωρίζει από τους ενήλικες. Έφερε στο μυαλό του το κουτί με τα αυτοκινητάκια, και ξαφνικά του έλειψαν πολύ. Έσφιξε τη ρόδα στη χούφτα του και την άφησε να πέσει στην τσέπη του.

Αργότερα, στην προσπάθειά του να ζεσταθεί, σήκωσε τους ώμους και έσπρωξε τα χέρια του πιο βαθιά στις τσέπες του. Άφησε ένα μικρό επιφώνημα πόνου, καθώς το δάκτυλό του γρατζουνίστηκε στη ρόδα. Έβγαλε την παλάμη του και είδε μια μικρή κόκκινη αμυχή, λίγο αίμα. Το κοίταξε και χαμογέλασε. Αν συνέβαινε τότε, θα ήταν εργατικό ατύχημα, σκέφτηκε, κάποιου τραυματιοφορέα στο παιδικό του νοσοκομείο αυτοκινήτων. - Η Βίλλη Στελλάκου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1951. Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Φλωρεντία. Είναι κάτοχος Mphil. του Τμήματος Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Oxford Brookes της Μ. Βρετανίας και Διδακτορικού διπλώματος της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Συμμετείχε με άρθρο της στον συλλογικό τόμο “Space, Place and Identity: Memory and Religion in two Cappadocian Greek Settlements”, στο Crossing the Aegean: an appraisal of the 1923 Compulsory Population Exchange between Greece and Turkey, (2003), Berghanh Βooks: Oxford, New York. - Αυτή η νουβέλα είναι η πρώτη λογοτεχνική της δουλειά.

1. Η τυχαία συνάντηση σε μια έκθεση ζωγραφικής ενός άνδρα και μιας γυναίκας, που υπήρξαν ζευγάρι στο κοντινό παρελθόν, δίνει την αφορμή για το ξετύλιγμα της νουβέλας. Περιγραφικά ξεκινώντας, θα λέγαμε πως πρόκειται για μια ιστορία ανθρώπων που τους συνδέει βαθιά φιλία και κοινές ανησυχίες. Το βιβλίο της Βίλλης Στελλάκου αφηγείται την επανασύνδεση αυτής της παρέας, μετά από κάποια χρόνια, που μεσολάβησαν για σπουδές αλλά και για δουλειά εκτός Ελλάδας, που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, και που τα πρόσωπά της έχουν φτάσει σε κάποιο βαθμό ωριμότητας. Αυτό βέβαια ισχύει για άλλους λιγότερο και για άλλους περισσότερο. - 2. Η δράση τοποθετείται στη σύγχρονη Ελλάδα, στην Αθήνα, αλλά συχνά αναφέρεται η τοποθεσία του σπιτιού του ήρωα, που βρίσκεται κάπου κοντά στη θάλασσα .- 3. Επιλογή της συγγραφέως είναι να προσφέρει τη θέση της, την οπτική της, σ’ ένα αντρικό πρόσωπο. Ο λόγος του μοιάζει να διευθύνει την εξέλιξη της ιστορίας, και επομένως αυτός αναλαμβάνει να καταγράψει και να ξετυλίξει την όλη πλοκή της. Εγχείρημα ριψοκίνδυνο για μια καινούργια συγγραφέα, που όμως ολοκληρώνεται με εξαιρετική επιτυχία. Εντέχνως, προβάλλει στον πρωταγωνιστή της αλλά και στις άλλες ανδρικές φιγούρες της ιστορίας τα αναγνωρίσιμα συμπεριφοριστικά χαρακτηριστικά του αντίθετου φύλου. (Ή τουλάχιστον αυτά που εμείς οι γυναίκες αναγνωρίζουμε στο αντίθετο φύλο;) - Ο Αντρέας είναι ο εξωδιηγητικός αφηγητής και συνάμα ένα από τα πρόσωπα της παρέας. Μοιάζει να αποτελεί τον ρυθμιστικό παράγοντα – το σημείο αναφοράς της, αλλά φέρεται να ασκεί παράλληλα και το ρόλο της πατρικής φιγούρας. Ο ίδιος επαγγέλλεται τον συγγραφέα. Τηρεί ένα πειθαρχημένο πρόγραμμα ζωής, μοιάζει να είναι κατασταλαγμένος, χωρίς, ωστόσο, να αποδέχεται την έννοια της ωριμότητας, σε ό,τι αφορά τις γονεϊκές εντολές. Μοναχικός αλλά και επικοινωνιακός, ίσως επιλεκτικά, με εκείνους που νοιώθει αγαπημένους φίλους. Μέσα από την αφήγησή του εκφράζονται οι επιθυμίες του, που, όμως, τελικά καταστέλλονται χάριν του τιμήματος της αυτονομίας(;) - Το βλέμμα του (ή της) πάνω στους ανθρώπους που σχετίζεται και που τον ορίζουν, εκβάλλει μια σπάνια τρυφερότητα. Ιδιαίτερα τρυφερά και προστατευτικά δείχνει πως διάκειται απέναντι στην καλή του φίλη τη Λένα, που έχει ένα παιδί που είναι χωρισμένη.... Και καταφέρνει επιτυχημένα να μετα - δώσει και σ’ εμάς τον τρόπο αυτό, να δούμε δηλαδή τα πρόσωπα και τα πράγματα που τον περιβάλλουν με αυτή την ίδια τρυφερότητα. Με διεισδυτική δύναμη και ευαισθησία και με πλαστική ικανότητα μιλά για τους φίλους του (κάποτε σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό του), ενώ η κύρια αφήγηση παραμένει σε πρώτο πρόσωπο (σ. 19). - 4. Τα βασικά πρόσωπα είναι ο Γιώργος, ένας εγωπαθής και ονειροπόλος ζωγράφος, η Λένα, δικηγόρος, ο Άλκης και η Άννα, η Γιούλη, ενώ σχηματικά εμφανίζονται η μητέρα του, και μέσα από τις νοσταλγικές του αναδρομές, διάφορα πρόσωπα που σχετίζονταν με την οικογένεια και την πατρική του πόλη την Καβάλα. Κάποια στιγμή ως νέοι καταφέρνουν να φύγουν στο εξωτερικό, για συμπλήρωση των σπουδών τους και παραμένουν εκεί για λίγο χρονικό διάστημα για να εργαστούν. Οι χαρακτήρες αποπνέουν την αίσθηση του οικείου, χωρίς να είναι απαραίτητα πρόσωπα της διπλανής πόρτας, που προσπαθούν να αξιολογήσουν τη ζωή τους, να μεθοδεύσουν τρόπους επιβίωσης συναισθηματικής και κοινωνικής. Ακροβατούν ανάμεσα σε φιλίες υποχρεωτικές ή συνυπάρξεις. (σελ. 66, 3η παρ). Τα πρόσωπα κινούνται μέσα σε ένα φυσικό χώρο που είναι κοινός για όλους, με άνεση και με μια αλληλουχία μεταξύ τους. - 4.1. Οι χαρακτήρες διαγράφονται ευδιάκριτα: πρόκειται για ανθρώπους που κουβαλάνε τις αξίες της γενιάς τους, έχουν περάσει από δυσάρεστες εμπειρίες ζωής, απώλειας αγαπημένων προσώπων, οικονομικής καταστροφής, προσφυγιάς των γονιών τους, που, όμως, κατάφεραν να επιβιώσουν με αξιοπρέπεια. Στα πρόσωπά τους οι αναγνώστες θα αναγνωρίσουν δικές τους εμπειρίες. - Η ψυχογράφησή τους αναπτύσσεται ελικοειδώς, καθώς προχωρά η αφήγηση δίνονται όλο και περισσότερα στοιχεία για τον καθένα. Η συγγραφέας ανοίγει παράθυρα στις ζωές τους τα βάζει σε επικοινωνία, τα αντιπαραθέτει και δημιουργεί ένα καμβά όπου όλοι κινούνται με μια ενέργεια εντελώς πραγματική και αληθινή. Δημιουργείται μια αλυσίδα προσώπων που σε πηγαίνει όλο και πιο πέρα, γνωρίζεις τα υπόλοιπα πρόσωπα που σχετίζονται μεταξύ τους, διαφέρουν τόσο όμως όσο τους επιτρέπεται για να σμίγουν σαν μια παρέα με ισχυρούς δεσμούς, που σέβονται την ύπαρξη της, και τις γονικές σχέσεις τους. - Οι γυναίκες προσδιορίζονται και δραστηριοποιούνται μέσα από την κατηγορία της επιθυμίας για ένα διαφορετικό κόσμο, με ισότητα. Είναι δυναμικές και δραστήριες, εργάζονται, και φροντίζουν τα παιδιά τους. - 4.2. Μέσα από τους διαλόγους των προσώπων, βγαίνουν τα κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα του έργου. Είναι επιστήμονες, καλλιτέχνες, συγγραφείς, ενδιαφέρονται για τα κοινά. Μέσα από το ξετύλιγμα του χρωματολόγιου των συναισθημάτων τους, τις αγωνίες τους, τα μυστικά που κρατούσαν μέχρι τώρα για τον εαυτό τους, ο απολογισμός της ζωής τους, καταγράφει το ιδεολογικό τους περιεχόμενο. Ανασφάλειες και ενοχικές σχέσεις γονιών με τα παιδιά τους αλλά και αντίστροφα. - Ψάχνουν να βρουν την αλλαγή που θα τους λυτρώσει, το προσωπικό τους ταξίδι της επιστροφής που γίνεται παράλληλα και ή αναχώρηση, ή η έναρξη μιας άλλης ζωής. - Είναι αναγκασμένοι εκ των πραγμάτων να προσαρμοστούν στη νέα κοινωνική ζωή. Τους συνδέει το κοινό παρελθόν, οι σπουδές στην Αγγλία. Όμως, είναι εξασφαλισμένο το μέλλον της φιλίας τους; - Συμβολικό ρόλο στη νουβέλα παίζουν τα στοιχεία της φύσης, η θάλασσα, ο ουρανός, ο ήλιος (που δεν θα μπορέσει να δει η Λένα το συννεφιασμένο πρωινό). Υπάρχουν κάποιες σκηνές που περιγράφονται με ιδιαίτερο τρόπο....(σ. 14, 1η παράγραφος) - Το στοιχείο της θάλασσας επανέρχεται συχνά μέσα στο βιβλίο. Είναι το καταφύγιο, η επιθυμία, η ευχαρίστηση. Ο ήρωας μπαίνει στην αγκαλιά της για να παρηγορηθεί, για να εξαγνιστεί για να αρχίσει από την αρχή την νέα του προσπάθεια.(σ. 52) - 5. Έχουμε λοιπόν μια νουβέλα συνειδησιακών καταστάσεων και υπαρξιακών αναζητήσεων. Ο λόγος της συυγραφέως είναι αυθόρμητος και στοχαστικός. Τα βασικά στοιχεία που κυριαρχούν στο αφήγημα είναι η συνείδηση της φθοράς που μόλις έχει αρχίσει να γίνεται αντιληπτή, η απώλεια, αλλά και η μνήμη, η ματαίωση... Διαγράφεται επιτυχημένα η αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, το πριν και το μετά: παρέες, γέλια ανεμελιά, αθωότητα, αγάπη, φιλία, ενώ τώρα ....συμβιβασμός, αλλοτρίωση.. (συλλογικότητα vs ατομισμός;). Υπάρχει ένα κοινό θέμα ή μάλλον πρόβλημα που απασχολεί τους ήρωες, η συμβίωση. - Η έκπληξη του βιβλίου έγκειται στο επιτυχημένο, κατά τη γνώμη μου, εύρημα που αποτελεί η ένταξη μέσα στη ροή του αφηγήματος, της συγγραφής μιας άλλης μυθιστορίας, που πλάθεται (συν- γράφεται) από τον ήρωα της νουβέλας. Εδώ, η ιστορία παίζεται διαφορετικά, (έντονη η αντίθεση), με άλλα συναισθήματα και όρους πέρα από πραγματικές φιλίες, μας πηγαίνει σ’ έναν άλλο κόσμο, ψυχρό, προγραμματισμένο, πειθαρχημένο. Οι σχέσεις φαίνονται πιο ξεκαθαρισμένες, είναι ο άλλος κόσμος (είναι άραγε τα όσα θέλει η συγγραφέας να αποσιωπήσει ή μήπως να υπερτονίσει). Τελικά ποια είναι η πραγματική νουβέλα, αυτή που διαβάζουμε ή αυτή που γράφεται από τον πρωταγωνιστή; Και ο πρωταγωνιστής της εγκιβωτισμένης νουβέλας είναι συγγραφέας, με κοινά σε κάποιο βαθμό χαρακτηριστικά με τον Αντρέα, που τη συνθέτει. Κάποιες φορές ένοιωσα ότι το ενδιαφέρον μου εστιάστηκε στην εξέλιξη αυτού του μυθιστορήματος. - Το βιβλίο δεν πρόδωσε τελικά τις προσδοκίες μου! Η αφήγηση με έκανε να νοιώσω ότι είμαι μέρος αυτής της παρέας και εύκολα ταυτίστηκα με τις αναζητήσεις τους, τη σκέψη, τους δισταγμούς τους. Μέσα από την εξέλιξη των αφηγήσεων των χαρακτήρων περίμενα να δω πού θα φτάσουν, αν η ωριμότητά τους θα αλλάξει την πορεία τους, αυτήν που κάποια στιγμή επέλεξαν ίσως τυχαία. - Θα ήθελα να σημειώσω, επιπλέον, ότι συχνά αναφέρεται η πόλη της Καβάλας, γενέτειρα της συγγραφέως. Εκεί, αναφέρονται οι νοσταλγικές περιγραφές, οι εικόνες της πόλης των παιδικών χρόνων, οι φιγούρες που φάνταζαν διαφορετικά στα παιδικά μάτια, η αίσθηση του μυστηρίου που κρύβονταν μέσα σε κάποιες οικογένειες, η διαφορετικότητα, τα οικογενειακά δράματα. - Πιστεύω ότι η νουβέλα θα μπορούσε να αγγίξει διάφορες ηλικίες, ακαθόριστα θα έλεγα, και πιστεύω ότι είναι αρκετά επίκαιρη, μια και αναφέρεται σε ανθρώπους που έχουν αναζητήσει την τύχη τους κάποια στιγμή μακριά από την πατρώα γη τους, την Ελλάδα. Αφορά βέβαια και ενδιαφέρει ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τις ανθρώπινες σχέσεις. - Κλείνοντας το βιβλίο, μου έμεινε μια γεύση νοσταλγική. Των χρόνων της δικής μου νεότητας, των ατελείωτων συζητήσεων στις παρέες, της αγωνίας των προσωπικών σχέσεων και των ερωτικών αδιεξόδων. Για άλλους θα μπορούσε ίσως να αποτελέσει αφετηρία απολογισμού ζωής. Όπως και νά ’χει, όταν πέσει το βλέμμα μου στη ράχη του βιβλίου στο ράφι της βιβλιοθήκης έχω την αίσθηση πως το βιβλίο μου κλείνει το μάτι... - Εύχομαι στη Βίλλη μια σταθερή και ανοδική πορεία! -
(Χαρούλα Στογιαννίδου, παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο ΒΙΒΛΙΟΡΥΘΜΟΣ της Θεσσαλονίκης, τον Μάρτιο του 2015.)

 

978-960-9488-34-1

Χριστίνα Φλόκα,
Η Λαοδίκη στη χώρα του Αισχύλου,
εκδ. Νησίδες, 112 σελ., 8 ευρώ (χωρίς τον Φ.Π.Α.)

Η Λαοδίκη είναι . η Λαοδίκη. Είναι η ηρωίδα μου και ίσως η δική σας ηρωίδα. Μ' αυτήν κάνουν παρέα πρόσωπα των έργων του Αισχύλου. Άλλοτε την συμβουλεύουν και την παρηγορούν, άλλοτε την φοβίζουν, μερικές φορές την κάνουν να αγανακτεί, να δυσφορεί, ποτέ μα ποτέ όμως δεν την εγκαταλείπουν. Κι αυτό επειδή καταλαβαίνουν πως αν ακουστεί η δική της φωνή θα ακουστεί και η δική τους, η φωνή της Άτοσσας, της Κλυταιμνήστρας, του Προμηθέα, των Ικέτιδων, κι έτσι θα επιβιώνουν στέλνοντας μήνυμα σπάνιας ευκρίνειας όσο και αξίας: το πάθος μάθος. Αρκεί να είσαι ακόμη ζωντανός, αν δηλαδή μετά το πάθος είσαι ακόμη εν ζωή, διδάχθηκες το μάθος, ειδάλλως η σοφία σου αυτή πλουτίζει άλλους, που ωφελούνται έμμεσα από εσένα.

Εμείς, ψάχνοντας απαντήσεις, ας παρακολουθήσουμε και ας ακολουθήσουμε τη Λαοδίκη στον άγνωστο δρόμο που οδεύει για να μαζέψει πληροφορίες για την τύχη του στρατηλάτη γιου της, Όσο κι αν διαισθάνεται πως κάποιο κακό τον βρήκε - το όνειρο, το όνειρο ήταν σημαδιακό-η μητρική της φύση αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί την αλήθεια. Αναβάλλει τη σύγκρουση με τη ζοφερή πραγματικότητα και, αναβάλλοντάς την, περιπλανιέται, αρχής γενομένης από, πού αλλού, την γενέτειρα του ποιητή.
Ελευσίνα! Πόλη της μάνας Δήμητρας και της κόρης Περσεφόνης. Εδώ γεννήθηκε ο Αισχύλος το 524π.Χ.

Η Χριστίνα Φλόκα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1947. Σπούδασε φαρμακοποιός στο Α.Π.Θ. Είναι παντρεμένη με τον Γιάννη Βογιατζή και μητέρα δύο παιδιών.
Είναι το τέταρτο βιβλίο της Χριστίνας Φλόκα στις «Νησίδες», έπειτα από τα:
Η φαρμακογνωσία του Οδυσσέα Ελύτη
Εγώ, ο Αμάραντος (τα βότανα στο δημοτικό μας τραγούδι)
Ελένη, ανέμιζε το θειάφι (η φαρμακοποιία του Ομήρου)


 

978-960-9488-28-0

Μάρκος Καραγιάννος,
Ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής,
εκδ. Νησίδες, 188 σελ., 12 ευρώ (χωρίς τον Φ.Π.Α.)

«Να ζήσεις σε ενδιαφέρουσα εποχή» ήταν μια κατάρα των Κινέζων στους εχθρούς τους. Σήμερα, η εποχή της κρίσης (οικονομικής κτλ.) είναι μια τέτοια «ενδιαφέρουσα» εποχή. Ο συγγραφέας, εγκατεστημένος σε χώρα της βόρειας Ευρώπης, γράφει τα ημερολόγια της κρίσης: μεταφέρει την εικόνα που έχουν οι Βορειο-ευρωπαίοι για την κρίση στην Ελλάδα και την συνδυάζει με την εικόνα που έχουμε εμείς οι ίδιοι για την κρίση.
Επιχειρεί να εξηγήσει τι πραγματικά συμβαίνει (είναι κρίση της Ελλάδας, της Ευρώπης ή παγκόσμια), πώς το αντιμετωπίζουμε, πώς θα μπορούσαμε ν' απαντήσουμε στα όσα μας ταλαιπωρούν και υποβαθμίζουν τη ζωή μας.

Ο Μάρκος Καραγιάννος γεννήθηκε το 1977 στη Θεσσαλονίκη. Πρώτο του βιβλίο:
Αφηγήσεις μιας αγκυλωμένης εποχής.

O Μάρκος Καραγιάννος με τα Ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής επιχειρεί να συνδέσει ή καλύτερα να ανασυνθέσει τα θραύσματα της κρίσιμης εποχής που ζούμε. Ο λόγος του είναι βαθιά προσωπικός, υποκειμενικός, δεν διεκδικεί την επίφαση αντικειμενικότητας ενός δοκιμίου ούτε επιχειρεί να περιγράψει εξωτερικά φαινόμενα με αποστασιοποιημένο, σχετικοποιημένο τρόπο. Άλλωστε, δεν περιγράφει ένα οπτικό αντικείμενο στο χώρο, αλλά τις ίδιες τις ζωές μας. Ή μάλλον τις κοινές αντανακλάσεις μιας πραγματικότητας στις ζωές μας, μέσα από τη ματιά ενός Έλληνα που έχει βιώσει αυτό που σήμερα λέμε «βορρά» στην Ευρώπη. Δεν είναι όμως μια βιωματική εγωκεντρική αφήγηση τα ημερολόγια, ή μια εκτόνωση συναισθημάτων, μια αποφόρτιση ή αντανακλαστική αντίδραση στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Δεν διέπονται από ιδιόρρυθμο ρομαντισμό, ρηχό ψευτοκοσμοπολιτισμό ή ευσεβείς πόθους για κάτι άλλο εξωτικό. Ο θραυσματικός του λόγος αποτελείται από έντονα ερεθίσματα, ιδέες και συναισθήματα, αλλά και παύσεις, κενά, τα οποία καλείται ο ίδιος ο αναγνώστης να συμπληρώσει με τη δική του σκέψη, για να ολοκληρωθεί η αφήγηση. Βουτάει και στα βιώματα του παρελθόντος, της ιστορίας των ανθρώπων και των τόπων, όχι των γενικεύσεων και εξιδανικεύσεων, για την άντληση εμπειριών που ανταποκρίνονται στο σήμερα. Με μια εξιστόρηση που κοιτάζει κατάματα την κρίση, την κοινωνική κρίση, τη σύγχυση ιδεών, το φόβο για το μέλλον, ενώ αποδομεί όλα όσα μας χωρίζουν. Τα μέχρι χτες αόρατα, μικρά και ύπουλα που η κρίση φανέρωσε και έκανε μεγάλα. - Ο Μάρκος Καραγιάννος επιχειρεί να δείξει ένα τρόπο σκέψης και πράξης, πρωτοβουλίας, που κάνει την αρχή, αλλά και αφήνει περιθώριο να συμπληρωθεί από τον άλλο, τον διπλανό ή τον απέναντί μας, τον οποίο μας καλεί να γνωρίσουμε. Αποδέχεται ή και ενθαρρύνει τις αντιθέσεις, τις αντιφάσεις, και προσπαθεί να τις συμφιλιώσει, χωρίς όμως να τις ταυτίσει ούτε να τις ακυρώσει, όπως κάποιος που υπηρετεί ένα ιδεώδες επαγγελίας όπου όλοι και όλα «πρέπει κάπως να χωρέσουν». Ο συγγραφέας υφαίνει μια νέα συλλογικότητα με επίκεντρο τον άνθρωπο, συνέχει τις ζωές μας σε αυτή την αλληλοσυμπληρωματική βάση, η οποία εξαρτάται από εμάς - σε αντιδιαστολή με την κρατούσα οικονομική αποτίμηση και ερμηνεία όσων βιώνουμε, που μας καλεί να ανταγωνιστούμε μεταξύ μας για την επικράτηση, για ένα μερίδιο στο «καλύτερο» που ολοένα ευτελίζεται. Που μας καλλιεργεί ταυτοτικές, συλλογικές ενοχές για να μας υποδουλώνει σε νόμους αλλότριους στον άνθρωπο. Με λεξιλόγιό του τις παραγκωνισμένες, τις πανανθρώπινες αξίες του Διαφωτισμού αρθρώνει ζωντανό λόγο απέναντι σε θολές έννοιες που επέβαλε στις ζωές μας ο οικονομισμός. Μας προσκαλεί να δούμε διαφορετικά ο ένας τον άλλο, για αρχή. Και να πούμε ειλικρινά την ιστορία μας. -
Σταμάτης Μεσσίνης

 

[ISBN:978-960-9488-29-7]

Αρχοντούλα Διαβάτη,
ΤΟ ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ,

Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάσθηκε ως καθηγήτρια-νομικός στη Δευτεροβάθμια Eκπαίδευση. Κείμενά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά: Αντί, Εντευκτήριο, Μανδραγόρας, Ακτή, Παρέμβαση και Ένεκεν.
Το 2004 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο, Στη μάνα του νερού, χρονικό, εκδ. Το Ροδακιό.

Ζιγκ-ζαγκ από το παρόν στο παρελθόν. Γράμματα, κείμενα και ημερολογιακές σελίδες, αποσπασματικά καθρεφτίζοντας μπρος πίσω τον κόσμο της Ναυσικάς.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη, που, όπως διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου της, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε Νομικά και Νεοελληνική Φιλολογία στο Α. Π. Θ., τύπωσε, ύστερα από οκτώ χρόνια, το δεύτερο βιβλίο της, που το χαρακτηρίζει μυθιστορίες (το πρώτο της βιβλίο ήταν το χρονικό Στη μάνα του νερού, τυπωμένο από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό», το 2004). - Πρόκειται για ένα κολλάζ μικρών, πολύ μικρών ή κάπως μεγαλύτερων κειμένων που (τα περισσότερα) διακρίνονται από υφολογική ποικιλία, ελλειπτικότητα και, σε μερικές περιπτώσεις, από ένα αχνό, ποιητικό απόηχο στη γραφή τους. Ένα κομμάτι τού βιβλίου αφορά γράμματα (αλληλογραφία) που δέχεται η Ναυσικά (το άλτερ έγκο της συγγραφέως) από τον Άγγελο, στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης ― η συγγραφέας δεν μας αποκαλύπτει την ακριβή χρονολογία της αποστολής αυτών των γραμμάτων. Η αλληλογραφία παρουσιάζει σκέψεις, συναισθήματα, γεγονότα και αποτυπώνει ανάγλυφα όλο το κλίμα της εποχής, με τα χαοτικά αδιέξοδα, τη φλόγα, την αγωνία και την ιδεολογική διαπάλη των νέων που αμφισβητούσαν έντονα τη γνώση και το κοινωνικό σύστημα. - Σε άλλου τύπου κείμενα, η συγγραφέας μάς συστήνει (έτσι, όπως είχε την τύχη να γνωρίσει) μεγάλες προσωπικότητες των επιστημών, της λογοτεχνίας και της καλλιτεχνικής εν γένει ζωής. Αριστόβουλος Μάνεσης, Βασίλης Βασιλικός, Ιάνης Ξενάκης, Δημήτρης Χατζής. Μορφές που την χάραξαν και άφησαν στην ψυχή και στο έργο της ευδιάκριτο το ίχνος τους. - Ακολουθούν άλλα κείμενα με επίκεντρο την πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου η μνήμη κάνει άλματα, αναπηδώντας από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα. Εδώ γίνεται αναφορά στη Διαγώνιο, στο Δεύτερο Γυμνάσιο Θηλέων, την Ουρανούπολη, την πλατεία Αριστοτέλους, τη Φιλοσοφική Σχολή με τους φημισμένους καθηγητές της, μετά πίσω, πάλι στα χρόνια του Δημοτικού, κι ύστερα ξανά Φιλοσοφική, Γαλλικό λύκειο, σαλονικιώτικα όνειρα εν μέσω καύσωνα, βιβλία κλασικά και ταινίες ορόσημα μιας ολόκληρης εποχής, αλλά και σκόρπιες μνήμες, ημερολογιακές σημειώσεις και σημειώσεις στο περιθώριο βιβλίων, φίλοι και φίλες που χάθηκαν, πολιτικές αντιπαλότητες και ιδεολογικές μάχες σώμα με σώμα, ένας ολόκληρος κόσμος, μια εποχή τελούσα σε λήθαργο και ακινησία, που ξυπνά και ζωντανεύει μέσα από την πένα της αφηγήτριας. - Φυσικά, όλα τα κείμενα δεν παράγουν το ίδιο καίριο και δραστικό αποτέλεσμα, ούτε αντέχουν σε μεμονωμένη αυστηρή λογοτεχνική κριτική ― άλλωστε το βιβλίο αποτιμάται στο σύνολό του, και όχι ως μεμονωμένα κείμενα. Ωστόσο, νομίζω πως η Διαβάτη, με αυτό της το πόνημα, κερδίζει στα εξής σημεία: α) Αποτυπώνει με θραυσματικό τρόπο γραφής το χαοτικό και φευγαλέο χαρακτήρα μιας εποχής που την σημάδεψε. - β) Μας αποκαλύπτει τη σημασία και την αξία των «σημειώσεων στο περιθώριο» και της ημερολογιακού τύπου λογοτεχνίας. - γ) Κατορθώνει να οργανώσει σε ενιαίο λογοτεχνικό σώμα όλα τα επιμέρους κείμενα, σχόλια, σκέψεις, μνήμες, λειτουργώντας ως κατασκευάστρια ψηφιδωτού που κολλά ψηφίδα ψηφίδα τα επιμέρους κομμάτια τού δημιουργήματός της. - Εντύπωση προξενεί η γνωριμία της και οι φιλικές σχέσεις που ανέπτυξε με καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες παγκόσμιας εμβέλειας, τις οποίες αναπολεί με σεβασμό και συγκίνηση, ενώ κάποια μικρά κείμενά της (ιδίως προς το τέλος του βιβλίου) μου θύμισαν τη στήλη «Δευτέρα» του Γιώργου Χρονά, που, φαίνεται, πως η συγγραφέας είχε υπόψη της (αναφέρεται σε κάποιο σημείο του βιβλίου για τεύχη του περιοδικού Οδός Πανός, όπου και η εν λόγω στήλη) και, προφανώς, επηρεάστηκε απ' την ελλειπτικότητα και πυκνότητα τού λόγου του ποιητή-εκδότη. Αυτά τα κείμενα της συγγραφέως για τα οποία μιλώ, πιστεύω πως συγκαταλέγονται στις καλύτερες στιγμές της, αφού εμπεριέχουν λογοτεχνικότητα, δράση και πύκνωση λόγου, και όχι ξερή, ημερολογιακού τύπου καταγραφή γεγονότων. - Συμπερασματικά: Ένα βιβλίο προσωπικό, με μεγάλη συναισθηματική αξία πρωτίστως για την ίδια τη συγγραφέα, βιωματικό, χαμηλόφωνο, που αναπλάθει μια εποχή γεφυρώνοντας τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης (λίγο πριν, λίγο μετά) με το αλλοπρόσαλλο σήμερα. Ένα βιβλίο που, σε αρκετούς αναγνώστες, έχει να πει και να θυμίσει πολλά.

Παναγιώτης Γούτας, Ιούλιος 2012

Το τέλος των «μεγάλων αφηγήσεων» που διακήρυξε ο Jean-Francois Lyotard μπορεί να ισχύει ως μεταφορά του, όχι όμως ως κυριολεξία. Το μυθιστόρημα καλά κρατεί. Παρόλα αυτά στις λογοτεχνικές μεγάλες αφηγήσεις αρχίζουν να διαφαίνονται ρωγμές, από όπου εισχωρεί η μικρή αφήγηση, ξεκινώντας από την Ιαπωνία με το Μπονζάι. Η Αρχοντούλα Διαβάτη, με το ΑΛΟΓΑΚΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ μας προσφέρει μια συλλογή μικροαφηγήσεων. Μικροαφηγήσεων που έχουν έντονο τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ο οποίος υπογραμμίζεται με μια ομαδική φωτογραφία στη Γενεύη το 1973, με τον Δημήτρη Χατζή. - Μας είναι γνωστό το επιστολικό μυθιστόρημα, μια φίλη μου μάλιστα έγραψε το διδακτορικό της πάνω σ' αυτό. Ανήκει σε προηγούμενες εποχές. Το τελευταίο που έχω υπόψη μου είναι το «Η μοναξιά είναι από χώμα» της Μάρως Βαμβουνάκη, που τιμήθηκε μάλιστα με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1988. Ανάμεσα στα άλλα κείμενα της Διαβάτη υπάρχει και, όχι ακριβώς ένα επιστολικό μυθιστόρημα, αλλά μια επιστολική νουβέλα. Και εδώ όπως και στο μυθιστόρημα της Βαμβουνάκη, ο επιστολογράφος είναι άντρας? ένας άντρας που συχνά παραπονιέται ότι η αποδέκτρια των επιστολών του δεν δείχνει και μεγάλη προθυμία να απαντήσει στα γράμματά του. - Σε μια επιστολή συνήθως δεν υπάρχει αφήγηση, ή αν υπάρχει είναι πολύ σύντομη: τα προσωπικά νέα, τα νέα της οικογένειας, των φίλων, ή κάποια γενικότερα. Σε μια επιστολή συνήθως εκφράζονται σχόλια, συναισθήματα, υποδείξεις. Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι κάθε επιστολή έχει μια σημαντική αυτονομία, σχεδόν την αυτονομία που έχει ένα μπονζάι, και ότι η σχέση της με τις υπόλοιπες είναι αρκετά χαλαρή. -Η επιστολική αυτή νουβέλα με γύρισε χρόνια πίσω, στα χρόνια μετά τη δικτατορία. Ως χρονολογία σε κάθε επιστολή τίθενται τα τρία πρώτα ψηφία: 197. Βέβαια, σε μια τουλάχιστον, στην οποία αναφέρεται ο πρόσφατος θάνατος του Μάο, μπορούμε να συνάγουμε και το τελευταίο νούμερο, το 6. Όμως, αν και οι επιστολές έχουν αποδέκτη μια αγαπημένη γυναίκα, το περιεχόμενό τους είναι κυρίως πολιτικό. Γιατί ο επιστολογράφος είναι ένας μαοϊκός της ΠΠΣΠ (ποιοι τη θυμούνται;), και οι επιστολές του έχουν την jargon της εποχής, ακόμη και όταν μιλάει για τη σχέση τους. «.παρόλο που ο οπορτουνισμός σου και η ασυνέπειά σου στα τελευταία σου γράμματα.» (σελ. 40). Οι επιστολές σταματάνε μετά από σαράντα σελίδες, με ένα γράμμα που πριν την ημερομηνία φέρει την θριαμβευτική κραυγή που εκφράζεται με κεφαλαία: ΑΠΟΛΥΟΜΑΙ. Και υπογραφή: Άγγελος. Και σε παρένθεση (πολίτης). - Τα υπόλοιπα κείμενα είναι ημερολογιακές καταγραφές, αφηγήσεις σύντομων επεισοδίων, κείμενα-περιγραφές («Τα λουλούδια της κάπαρης», «Καμίνια») καθώς και δυο κείμενα-αναφορές σε δυο προσωπικότητες, τον Γιάννη Ξενάκη και τον Αριστόβουλο Μάνεση). - Η εκφραστική λιτότητα είναι εκ των ων ουκ άνευ στις σύντομες αφηγήσεις, και αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό του ύφους της Διαβάτη. Η λιτότητα αυτή, σε συνδυασμό με την κατάλληλη επιλογή των σημείων στα οποία εστιάζει και που αποκαλύπτουν την ευαισθησία της και την οξυδέρκειά της, αναδεικνύουν την πρόζα της κατακτώντας τον αναγνώστη. Δεν θα κρύψω ότι το βιβλίο το διάβασα απνευστί, σε μια βραδιά. - Όμως να σχολιάσουμε κάποια σημεία. - Το εφέ-τέλους το θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα εφέ στη λογοτεχνία. Το συνάντησα σε δυο κείμενα, στα οποία αναδεικνύεται η διαφορά που δημιουργεί στην πρόσληψη η χρονική απόσταση. - «(Περιγράφοντας μια φωτογραφία) Κι η Νάνση, με το κίτρινο φουστάνι της κι ένα μικρό καφέ ζακετάκι, το πλατύ όμορφο γέλιο της, είκοσι έξι χρόνια πεθαμένη, κοιτούσε κατάματα, σαν αγαπημένο, το φακό» (σελ. 110) και «.βλέποντας απέναντι να λάμπει το κόκκινο αστέρι του κόμματος, τελευταία του χρονιά» (σελ. 113). Όταν το κοίταζαν όχι μόνο δεν το ήξεραν, αλλά ούτε καν θα μπορούσαν να το φανταστούν, όπως δεν φανταζόμασταν κι εμείς αυτή την πτώση σαν τραπουλόχαρτο του υπαρκτού σοσιαλισμού. - Θα παραθέσω ολόκληρο το «Έχει η ζωή γυρίσματα», σαν ένα χαρακτηριστικό δείγμα των μικροαφηγήσεων της Διαβάτη. - «Τα παιδιά μου με πηγαίνουν σχολείο. Μεγάλωσαν αυτά, δεν οδηγώ εγώ, και στην απογευματινή βάρδια, καμιά φορά, με πηγαίνουν σχολείο. - Μου μαθαίνουν και γράμματα, σχεδόν αναλφάβητη εγώ. Βαριούνται ωστόσο να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στο κομπιούτερ και στην τηλεόραση, όπου σχεδόν κατασκηνώνουν όταν έρχονται σπίτι σαν επισκέπτες. Τρώνε, τρώνε και πάλι και μετά τηλεόραση. - Θυμάσαι όταν σου 'δειχνα να αντιγράψεις τη λέξη αγιασμός της καρτέλας; Υπομονή λοιπόν, δείξε μου κι εσύ να κάνω κόπι-πέιστ» (σελ. 122). - Εγώ ξέρω να κάνω copy-paste. Για την ακρίβεια, οι φίλοι μου όταν έχει πρόβλημα ο υπολογιστής τους εμένα καλούν. Όμως ο γιος μου είναι πολύ καλύτερος από μένα. Όταν καμιά φορά τον φωνάζω να μου δείξει κάτι και βαριέται, του θυμίζω τότε που, χωρίς να πηγαίνει ακόμη στο δημοτικό, τον μάθαινα υπολογιστή και έγραφε το δικό του παραμύθι «Τα τρία γουρουνάκια», σε περιβάλλον dos. - Και βέβαια υπάρχει εκείνο το καταπληκτικό βίντεο του Κωνσταντίνου Πιλάβιου στο youtube, που το είδα μεταφρασμένο ακόμη και στα αραβικά, που έχει τίτλο «Τι είναι αυτό». Ο γιος δυσανασχετεί με τον γέρο πατέρα του που έχει άνοια και όλο τον ρωτάει «Τι είναι αυτό», δείχνοντάς του τα πουλάκια. Εκείνος του θυμίζει πως, όταν ήταν παιδί, ο ίδιος δεν δυσανασχετούσε ποτέ όταν τον ρωτούσε, πάλι για πουλάκια, «τι είναι αυτό». http://www.youtube.com/watch?v=mNK6h1dfy2o - Σε μέσο υφολογικό επίπεδο η λέξη είναι «σκασιαρχείο». Τη συνάντησα χθες στο καινούριο βιβλίο του Μανόλη Πρατικάκη «Η κιβωτός». Οι μαθητές σήμερα λένε ότι κάνουν κοπάνα. Εμείς στην εποχή μου, στην Ιεράπετρα τουλάχιστον, λέγαμε ότι κάναμε καμίνι. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τότε τη μεταφορική σημασία της λέξης. Στα «Καμίνια» κατάλαβα πώς προήλθε αυτή η μεταφορική σημασία. Παραθέτω ολόκληρο το κείμενο. - «Διηγήσεις για την Πάρο και τα καμίνια της: σαν ιγκλού μια κατασκευή κοντά δυο μέτρα μ' ένα μικρό άνοιγμα γεμάτο ξύλα και πέτρες από πάνω, ειδικές, που γίνονται ασβέστης - μεγάλη τέχνη να φτιάξεις καμίνι. Τη συντηρούσαν τη φωτιά δυο - τρία μερόνυχτα - δε δούλευαν στα χωράφια, γλεντοκοπούσαν, τρώγαν, πίναν, πειράζονταν. - Για καμίνι πήγες; Λέγανε. Ερωτισμός γύρω από τη φωτιά, στις αντροπαρέες. Κάτι ανάλογο με τα φθινοπωρινά τσίπουρα, τα καζαναριά, εδώ στους γύρω νομούς» (σελ. 158-159). - Από τους πρωτοπόρους στο σύντομο αφήγημα η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια εξαιρετική λογοτέχνις. Θα το ξαναπούμε ότι μας άρεσε πολύ αυτό το βιβλίο, και φαντάζομαι ότι θα αρέσει σε όλους τους αναγνώστες. -

Μπάμπης Δερμιτζάκης, Lexima.gr.

Καλησπέρα σας. - Είμαι ευτυχής που βρίσκομαι εδώ μαζί σας απόψε, για να μοιραστώ τις σημειώσεις μου από το ημερολόγιο ανάγνωσης του βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη. -
Την ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανε να με εμπιστευτεί, ευχαριστώ τον εκδότη της, τον κ. Τομανά, σας ευχαριστώ όλους που έχουμε συγκεντρωθεί εδώ για να το καλοσώρισμα του βιβλίου της στην Αθήνα. - Θέλω να πω ότι είναι μεγάλη χαρά και τιμή για μένα να συμμετέχω στην παρουσίαση μιας τόσο σημαντικής λογοτέχνιδος της Θεσσαλονίκης η οποία δεν κάνει θόρυβο γύρω από το όνομά της, αλλά αισθάνεται, στοχάζεται, «αισθηματοποιεί» (αυτή είναι η λέξη-κλειδί η Καβαφική) τον εαυτό της στον κόσμο, την ιστορία της την προσωπική, την μικρή ιστορία της μέσα στη μεγάλη και παραδίδει ένα λογοτεχνικό έργο που με τον τρόπο ακριβώς του Ορχάν Παμούκ: είναι λογοτεχνία γιατί, ενώ γράφει για εκείνην, ο αναγνώστης που το διαβάζει πιστεύει ότι γράφτηκε για αυτόν. - Το ΑΛΟΓΑΚΙ… είναι ένα βιβλίο που σου δίνει την εντύπωση ότι γράφτηκε με τον τρόπο που γράφτηκε για να απολογηθεί η συγγραφέας για τη στάση της απέναντι στη ζωή και την γραφή (να συλλάβει τον εαυτό της στον κόσμο) για να καθρεφτιστούμε εν τέλει εκεί οι αναγνώστες και να εντάξουμε τον εαυτό μας στην εποχή μας. Ένα άλμπουμ εικόνων, αφηγήσεων, περιστατικών, εξομολογήσεων, επιστολών, ένα τοπίο εσωτερικό, ένα τοπίο μνήμης και αυτογνωσίας που συνθέτει/ δημιουργεί η συγγραφέας όχι με τον τρόπο του ιστορικού ή του συλλέκτη τεκμηρίων, αλλά με τον τρόπο του Ποιητή και του λογοτέχνη. Με τον τρόπο ακριβώς που λέει ο Καβάφης, και δεν είναι τυχαίο ότι το χρησιμοποιεί σαν προμετωπίδα (μια από τις προμετωπίδες, γιατί χρησιμοποιεί πολλές σε κάθε ενότητα του βιβλίου) όταν λέει για το περιβάλλον του σπιτιού του και τις αναμνήσεις του «σε δημιούργησα μες σε χαρές και λύπες, που αισθηματοποιήθηκες για μένα». - Για μια αφήγηση σαν της Οδύσσειας δηλαδή πρόκειται, όπου ο ταξιδιώτης, ο ήρωας, κάτι δίνει και κάτι παίρνει σε κάθε σταθμό του ταξιδιού του, απώλειες συντρόφων, οδύνη, βάσανα, και φεύγει με μια νέα εμπειρία που «δεν θα τον γελάσει» ποτέ, που θα του δώσει σχήμα ανθρώπου, μορφή και ταυτότητα. - Και η αφήγηση αυτή καλύπτει κοντά σαράντα χρόνια, όχι μόνο δέκα όπως το συμβολικό ταξίδι του Οδυσσέα, από την εποχή που τελειώνει η δικτατορία και το σπουδαίο ταξίδι-ορόσημο στη Γενεύη (στο 1973 δηλαδή) μέχρι τις μέρες μας. - Σαράντα χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, μια ολόκληρη μύηση, μια δικαίωση ενός ανθρώπου, μια συγχώρεση, μια κατανόηση του εαυτού και των έργων του…και δεν εννοώ τον συγγραφέα, εννοώ τον αφηγητή, αυτόν τον ήρωα με τα χίλια πρόσωπα, που μετέρχεται τόσων τρόπων και μορφών γραφής και ύφους, ενα πρωτεϊκό κείμενο, ένα πολύτροπο κείμενο, μια και μιλάμε για Οδύσσεια ο όρος μού φαίνεται να ταιριάζει απολύτως, αλλάζει πρόσωπο, φύλο, μιλάει πότε σαν άντρας, πότε σαν γυναίκα, αλλάζει ηλικίες, επάγγελμα, ταυτότητα, για να δημιουργήσει το εσωτερικό, αισθηματοποιημένο τοπίο του εαυτού, του δικού της και αυτού όπου θα καθρεφτιστεί ο αναγνώστης. - Ας γίνω λοιπόν πιο συγκεκριμένη: - Α. Ένα μέρος του βιβλίου, το πρώτο, είναι γραμμένο σαν επιστολικό μυθιστόρημα. Οι επιστολές του Άγγελου, συντρόφου, φίλου, που ερωτευμένος μαζί της, της γράφει. - «Κοιτάς τη ζωή σου, τη ζωή μας, από τα σύννεφά σου…» λέει για αυτόν στην αρχή. - «τα σύννεφά σου», γιατί έχει πεθάνει και δεν ανήκει πια, ως Άγγελος, στον κόσμο αυτό, ή «τα σύννεφά σου», γιατί είναι αιθεροβάμων, γιατί πετά στα σύννεφα γιατί σε κάθε περίπτωση είναι «εκτός» πραγματικότητας, εκτός κόσμου, μια και ο Άγγελος που ήταν μαζί της στη Γενεύη είναι στρατευμένος στην ΠΠΣΠ, την οργάνωση εκείνη που ήθελε να αποκαλείται της συνεπούς αριστεράς. - Άγγελος λοιπόν, και λόγιος μια και έχει κοινωνήσει της Γενεύης (θα σας πω για τη Γενεύη, είναι κομβική η Γενεύη), Άγγελος στρατευμένος, ταξιάρχης δηλαδή με ρομφαία, συσπειρωμένος εντός του συστήματος σαν ελατήριο γεμάτο ενέργεια για να το ανατρέψει, αναστοχαζόμενος και αυτοκριτικός για τις πράξεις του, μέχρι συγκινήσεως στις εξομολογήσεις του και στις αποφάσεις του για στράτευση, για συνέπεια στον αγώνα. Εξομολογούμαι κι εγώ ότι τον πίστεψα απολύτως. Άγγελος ειλικρινής, μου θύμισε τον τρόπο που γράφαμε και μιλούσαμε εμείς, του 1976 οι εκδρομείς, ενταγμένοι στην Αριστερά και στις οργανώσεις της, συνεπή ή λιγότερο συνεπή. - Καθρεφτίστηκα στα γράμματα του Άγγελου, αντήχησαν μέσα μου. Βρήκαν αναμνήσεις από καθαρό μέταλλο, ματαιώσεις, αλλά ειλικρίνεια και πεποίθηση εκτός τόπου και χρόνου. - Ήταν η αρχή του βιβλίου και πείστηκα ότι έχει κάτι να μου πει. - Ότι είμαι ο αναγνώστης, ο όμοιος, ο αδελφός, αναγνωριστήκαμε και με τον Άγγελο και με τη Ναυσικά, την παραλήπτη των επιστολών, τη βασιλοπούλα που εξ απαλών ονύχων ταλαντεύεται ανάμεσα στη ζωή και στη γραφή, ανάμεσα στη δουλειά και στην ένταξη, ανάμεσα στην ψευδαίσθηση του έρωτα και τις δεσμεύσεις της πραγματικότητας. - Οι επιστολές αυτές, στην αρχή, είναι το πρώτο ξύπνημα, όπου η Ναυσικά δεν ξέρει ποια είναι. - Όπου ο Άγγελος ερωτευμένος την καλεί και προσπαθεί να της δώσει σχήμα στη σκέψη του και στη ζωή του. - Όπου ο Άγγελος αφηγείται τη στεγνή ζωή του ως φαντάρος. - Όπου ο Άγγελος αναπολεί την μαγική Ιθάκη, την κοινή τους πνευματική εκκίνηση, εκείνη τη Γενεύη του 1973, που ζωοποιεί και τους δύο, τους ενώνει, είναι σταθερή αναφορά τους, τη νοσταλγούν, τους καθορίζει. Το τάλαντό τους… ο σπόρος του καλού σπορέα…- Για να δούμε… - Β. Το δεύτερο μέρος είναι η εμπειρία της Γενεύης, σημαίνουσα η αναφορά στο «Ματαρόα», το νεοζηλανδέζικο πλοίο που, μετά τον πόλεμο, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου το 1945 μετέφερε έλληνες νέους, αριστερούς και όχι, στη Γαλλία. - Μια ονειρική έξοδος, «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», όπως είχε πει πολλά χρόνια αργότερα ένας από τους επιβάτες του «Ματαρόα», ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης. (Κώστας Αξελός, Νίκος Σβορώνος, Κορνήλιος Καστοριάδης βεβαίως, Μάτση Χατζηλαζάρου, Εμμανουήλ Κριαράς, Ιάνης Ξενάκης, Έλλη Αλεξίου: μερικά από τα ονόματα αυτών των νέων, που με την πρωτοβουλία του σπουδαίου Οκτάβιου Μερλιέ του Γαλλικού Ινστιτούτου, μπόρεσαν να σωθούν, να σπουδάσουν και να αξιοποιήσουν με τον δημιουργικότερο τρόπο αυτή την ευκαιρία. - Με κάποιο τρόπο, έμοιαζε με το «Ματαρόα» αυτή η πρωτοβουλία, αυτή η υποτροφία του ενός μηνός, στα τέλη της δικτατορίας (αυτό βέβαια το λέμε εκ των υστέρων, γιατί τότε ήταν άγνωστο πότε θα έπεφτε η δικτατορία, όπως και ανεξήγητο το ότι είχε διαρκέσει τόσα χρόνια) σε νέους από την Ελλάδα να κάνουν σπουδές ελληνικού πολιτισμού στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, με καθηγητές Έλληνες ή ελληνιστές που δίδασκαν εκεί, ή σε άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης. - Εδώ η αφηγήτρια ταυτίζεται με τη συγγραφέα, μια και εμφανίζεται σε φωτογραφία στο οπισθόφυλλο και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου με τον Δημήτρη Χατζή, ένα εκ των διδασκόντων, τον αγαπημένο της, ο οποίος είχε έλθει από το Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης επί τούτου. - Ο τρόπος της γραφής εδώ γίνεται ημερολογιακός, σχεδόν δημοσιογραφικός. Να μην παραλείψει τίποτε, να τηρήσει δηλαδή την επιταγή του Καστοριάδη για το δικό της «Ματαρόα», «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», έτσι καταγράφει επιμελώς, μαρτυρίες από τη συνύπαρξη των φοιτητών, τις εκδρομές, τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις, στις 11 Σεπτεμβρίου που ανατράπηκε ο πρόεδρος της Χιλής Αλλέντε από τη Χούντα του Πινοσέτ. Οι αυτοεξόριστοι Έλληνες, στερημένοι από δυνατότητες διαμαρτυρίας μια επταετία, διαδήλωσαν στη Γενεύη. - Το πώς τραγουδούσε ο φίλος της ο Βασίλης τη «Ρωμιοσύνη», όταν «συνοδεύοντας επικά το τραγούδι, σταμάταγε λίγο στο επίμαχο σημείο και χαμογελώντας δρομολογούσε μέσα από τα δικά του σκούρα γένια και τις μαλλούρες τη φορά του πετάγματος ενός μικρού χελιδονιού. - Η συνύπαρξη των νέων, οι ελπίδες τους, οι φιλίες που δημιουργήθηκαν, οι αγάπες, τα γέλια, τα όνειρα, το κοινό βίωμα – η μια πλευρά. Η άλλη όμως, σαν εκ των υστέρων οδηγός σπουδών, σαν απολογισμός, σαν παρακαταθήκη για το μέλλον, η παρουσίαση του τι ήταν ένας-ένας αυτοί που δίδασκαν. Ο όμορφος καθηγητής Μπουβιέ, που δίδασκε για τον Κάλβο και κυκλοφορούσε με το ποδήλατο, ο Δημήτρης Χατζής με τις θεωρίες του για τον ελληνικό πολιτισμό, που την πρόσεξε και την αγάπησε. «Είσαι ντροπαλή γιατί είσαι δειλή. Κι είσαι δειλή γιατί είσαι περήφανη…», είχε σχολιάσει ο δάσκαλός της τη νεανική της εσωστρέφεια, τη σιωπή της. - Η σιωπή του γραφιά (κάνω μια παρέκβαση για να σχολιάσω πώς διαχειρίζεται το θέμα αυτό η συγγραφέας) η οποία πριν από αυτό το πόνημα, έχει εκδώσει το προηγούμενο πριν οκτώ χρόνια και καθυστερεί σαράντα χρόνια για αυτές τις μαρτυρίες. - Τριάντα χρόνια για να δημοσιεύσει κάτι, ενώ της το ζητά ο Μανώλης Αναγνωστάκης… «έχω αφλογιστία», του λέει και τα μάγουλά της κοκκινίζουν, γιατί ξέρει σε ποιον μιλάει. - Και γράφει καλά, αυτό να λέγεται, αλλά είναι ολιγογράφος, σιωπηλή, περήφανη, δεν σηκώνει αφρό με φλυαρίες. Δειλή, δεν θα την έλεγα. Στοχαστική και μετρημένη… και πολύ μορφωμένη…συνεχίζω την παρέκβαση. Κάποτε διάβασα, σε ένα εξομολογητικό κείμενο του Λεβί Στρως, ότι ένας παράγοντας επιτυχίας της έρευνάς του είναι να μην έχει διαβάσει τι έχει γραφτεί γύρω από το αντικείμενο που τον απασχολεί. Γιατί, αν το γνωρίζει, αυτό θα τον συνθλίψει και δεν θα μπορεί να δημιουργήσει. Αυτό είναι και η χώρα των λωτοφάγων του Οδυσσέα του βιβλίου, τελειομανία, μελέτη και επάρκεια… τι είπε για το θέμα η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Ορχάν Παμούκ, τι έγραψε στα «τετράδια του Ρήγα» ο τάδε… για τον Οδυσσέα του Τζόυς… σε τρεις αράδες, τρυπωμένα, ενθυλακωμένα σε όλο το σώμα του βιβλίου, βρίσκονται απόψεις, αποστάγματα λογοτεχνικής κριτικής, λόγος γιγάντων, για τη Βιβλιοκριτική, για το Θέατρο, τον κινηματογράφο. Μετά από αυτό, πώς να μην πάθει η νεαρή Ναυσικά, η βασιλοπούλα, η μοσχοαναθρεμένη, πώς να μην πάθει περηφάνια, πώς να θέλει να γράψει κάτι αφού ξέρει, έχει χάσει την αθωότητά της, ποιοι έγραψαν πριν από αυτήν, με ποιους βάζει το κείμενό της να αναμετρηθεί, και σιωπά… καταγράφει…- Έτσι λοιπόν, με τον τρόπο της καταγραφής, έχουμε τις παρουσιάσεις των σπουδαίων, Δημήτρη Χατζή, Ιάννη Ξενάκη, Αριστόβουλου Μάνεση, μια εξαιρετική συνέντευξη από τον Βασίλη Βασιλικό που δημοσιεύτηκε τριάντα χρόνια μετά, συνέντευξη θησαυρός για την λογοτεχνική παραγωγή και τα πρόσωπα της εποχής του… - Γ. To τρίτο και το τέταρτο μέρος του βιβλίου. - Άλλου είδους κείμενα εδώ. Εδώ η συγγραφέας, ψηφίδα-ψηφίδα, εικόνα-εικόνα, δημιουργεί το τοπίο το μετά… Το μετά τη Γενεύη… Το μετά τη μαγική Ξαναντού… Το τοπίο της μικρής και μεγάλης ιστορίας, της Θεσσαλονίκης των τόπων, των αντιδικτατορικών αγώνων, των γραμμάτων, του πνεύματος… Διαβάσματα, ένα τοπίο αλλιώτικο…Όπως ο Καβάφης στήνει το περιβάλλον της οικίας του, και το χτίζει με αισθήματα και αναμνήσεις, η αφηγήτρια / Οδυσσέας αισθηματοποιεί τις αναγνώσεις της… Τίτλοι βιβλίων… τι διάβασε, πότε το διάβασε, τι κρατούσε στην τάδε εκδρομή, τι διάβασε πριν κοιμηθεί… Όπως ο Προυστ που λέει πως οι μέρες που νομίσαμε πως δεν τις ζήσαμε επειδή τις περάσαμε συντροφιά με ένα βιβλίο αγαπημένο, είναι οι μέρες που ζήσαμε πιο αυθεντικά, έτσι και η συγγραφέας υπομνηματίζει τις μικροαφηγήσεις και τις αισθηματοποιημένες ιστορίες, δεν ξέρω σε ποια να πρωτοαναφερθώ, τόσα πρόσωπα, τόσες αναμνήσεις άλλων ζητούν δικαίωση και συγχώρεση μέσα από το κείμενό της, με αναγνώσεις. Αγωνιστές και επώνυμοι ποιητές όπως ο Τόλης Νικηφόρου, ο Μανώλης Αναγνωστάκης… γνωστοί βιβλιοπώλες που επέδρασαν πάνω της με τις προτάσεις τους, αγαπημένοι της Καθηγητές στο Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο, το Γαλλικό Ινστιτούτο… Η δική της Θεσσαλονίκη… Αυτή η προσωπική μαρτυρία για τη Θεσσαλονίκη, με τα κτήρια, τα μνημεία της, τους δρόμους της, νοηματοδοτημένα από τη φοιτητική, την πνευματική και τη λογοτεχνική ζωή της αφηγήτριας με γοητεύει παρά το ότι δεν έχω εδώ να μοιραστώ κοινές αναμνήσεις… Με γοητεύει ωστόσο, γιατί αναγνωρίζω εδώ την αγάπη των Θεσσαλονικέων για την πόλη τους, την έχω συναντήσει στα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου και αλλά συνειδητά χαρτογραφημένη στα κείμενα του Γιώργου Ιωάννου… εκεί που την ενσωματώνει, όταν το σώμα του γίνεται χάρτης της Πόλης του… Εδώ είναι η Θεσσαλονίκη των ποιητών, της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των περιοδικών, με συνεχείς εξόδους σε τόπους της υπόλοιπης Ελλάδας ή την Κύπρο, που σαν τον Οδυσσέα περιηγείται με την ευκαιρία των διακοπών του Πάσχα ή του καλοκαιριού, ή μιας αφήγησης που το επιβάλει και όπου απαντά στο ερώτημα των συντρόφων του σε ποια χώρα βρωτών έχουμε βρεθεί; Τι τρώνε δηλαδή εδώ με υπομονετικές περιγραφές των φαγητών και πώς γίνεται το ντοματόρυζο, τι φάγαμε εδώ ή εκεί, αν ήταν μαρουλοσαλάτα, πεπόνι, τυρί ψωμί τα παιδιά που δούλευαν στους δικηγόρους, πατάτες τηγανιτές με σουπιές και ντοματοσαλάτα, σταφύλι γλυκό που ήτανε κεράσι… Μια διαρκής γευστική ανταλλαγή…μια ανθρωποποίηση… Σε αντίθεση, με τον ήρωα- αφηγητή του Σελίν στο ταξίδι στην άκρη της νυχτας που ταξιδεύει στην Αφρική και τρώει μόνο από κονσέρβες…δεν αγγίζει το φαγητό του Άλλου, δεν ανταλλάσσει… Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων, μικροδιηγήματα, μικροαφηγήσεις… Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει… Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό….Και η γραφή της εξαιρετική… Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος. - Δεν γίνεται στο πλαίσιο της βιβλιοπαρουσίασης να κάνω πιο συγκεκριμένη σύνθεση από το ψηφιδωτό που απλώνει για την ανάγνωση η Αρχοντούλας Διαβάτη, ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό… Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο. Ένα βιβλίο μαρτυρία, καταγραφή της μικρής και της μεγάλης ιστορίας.
Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων… τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά. Καλογραμμένο, συναρπαστικό. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. - Πόλυ Χατζημανωλάκη, από την παρουσίαση στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη της Αθήνας, 23 Οκτωβρίου 2012.

Λειασμένες πέτρες στο βυθό της μνήμης
Το αλογάκι της Παναγίας είναι το δεύτερο βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη. Το πρώτο, Στη μάνα του νερού (εκδ. Το Ροδακιό 2004), αναφέρεται στην έκδοση ως χρονικό. Το αλογάκι της Παναγίας φέρει τον ασυνήθιστο χαρακτηρισμό μυθιστορίες. Ιστορίες λοιπόν, αφηγήσεις, το δεύτερο συνθετικό, με τον μύθο στο πρώτο συνθετικό να δηλώνει το λογοτεχνικό παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και στο πλασματικό.- Το βιβλίο συνίσταται σε δύο μέρη, το πρώτο με 33 επιστολές του Άγγελου στη Ναυσικά, και το δεύτερο με πολλά μικρά ή πιο εκτεταμένα  αυτόνομα κείμενα. - Ένα μικρό εισαγωγικό κείμενο προηγείται από τα γράμματα του Άγγελου, με την πρώτη εμφάνιση της αφηγήτριας, που δηλώνει ότι διασώζει τα γράμματα αυτά σαν μαύρο κουτί-αποτυπώματα μιας περιόδου: Τα καταχώνιασα κάπου και τώρα, που τέλειωσαν όλα, σφηνωμένη η ανάμνηση των ημερών τους ανάμεσα σε πέτρες πράσινες στο βυθό της μνήμης, ακίνδυνη ίσως, πολυκαιρισμένη, την αφήνω ν’ ανεβεί στην επιφάνεια ή τη βρίσκω στο μαύρο κουτί-διαχείριση του ταξιδιού. -  Τα γράμματα εμφανίζουν ενδιαφέρουσες διακυμάνσεις. Η έμφαση στην πολιτική διάσταση, και στη ζωή της Ναυσικάς, που δεν ακούγεται παρά μέσα από τις αναφορές του Άγγελου, και του ίδιου του Άγγελου, που είναι ο συντάκτης-αποστολέας των επιστολών. Σε ένα διάστημα δύο χρόνων περίπου, παρακολουθούμε τον Άγγελο να εμμένει στις θέσεις του, τη Ναυσικά να ψάχνεται, πιο ανήσυχη, για το πολιτικό της στίγμα. Η άλλη «εξέλιξη» είναι η προσπάθειά τους να συναντηθούν – που δεν ευοδώνεται –  και η σταδιακή απομάκρυνσή τους. - Δεν υπάρχει φανερό ουσιαστικό δέσιμο του τμήματος αυτού με το επόμενο. Μπορώ να πω μόνο ότι τα γράμματα αποδίδουν, έμμεσα, αυτή την ανήσυχη αναζήτηση της Ναυσικάς και, κυρίως την προσωπική της ματιά πάνω στα γεγονότα και στα πρόσωπα, ένα πέρασμα από το φανερά πολιτικό στο πολιτικό-κοινωνικό που συνιστά την προσωπική της πορεία. Μια ματιά και μια στάση που αναδίδονται μέσα από το σύνολο των επόμενων κειμένων. - Θέλω, ως αναγνώστρια, να επεκτείνω την εικόνα-μεταφορά του μαύρου κουτιού και στο τμήμα των κειμένων που ακολουθούν τα γράμματα του Άγγελου. Στο μαύρο κουτί διασώζονται οι μνήμες που προεξέχουν, όχι αναγκαστικά εκείνες που συνδέονται με σοβαρά γεγονότα, και τέτοιες, αλλά και εκείνες που είναι σημαντικές με την έννοια ότι αγγίζουν ιδιαίτερα τη συγκίνηση, το φόβο, τον πόνο.   Τα κείμενα, λοιπόν, που όπως ήδη σημειώθηκε κρατούν το καθένα την αυτονομία του, είναι σαν σημειώματα-χαρτάκια που τραβά κάποιος από ένα κουτί: σελίδες ημερολογίου, σύντομες και πιο εκτεταμένες αφηγήσεις, σημειώσεις, εντυπώσεις, καταγραφές, παρατηρήσεις σε πρόσωπα και αντικείμενα, μικρά χρονικά. Ψήγματα, με κέντρο τη μνήμη. Τις μνήμες από το παρελθόν. Που κομμάτι κομμάτι συμπληρώνουν την εικόνα μιας εποχής: από τα παιδικά χρόνια της αφηγήτριας ως το παρόν της. Στιγμιότυπα από τα παιδικά χρόνια, από την εφηβεία, τη νεότητα και την ωριμότητα, από την επαγγελματική πορεία. Αγαπημένοι δάσκαλοι, σημαντικά πρόσωπα, φιλίες, διαβάσματα. Πρόσωπα χαρωπά, θλιμμένα, ολοζώντανα, στη μνήμη. Διαψεύσεις και, προπάντων, ματαιώσεις και απώλειες. Όλα αυτά χωρίς συγκεκριμένη σειρά, ανάκατα, μπρος πίσω.  - Πιθανότατα κάποιος αναγνώστης να επιζητούσε μια άλλη οργάνωση στο συγκεκριμένο μέρος του βιβλίου, για παράδειγμα να είναι συγκεντρωμένες οι αναφορές στην παιδική ηλικία, στη νεανική, κ.ο.κ. Αυτό θα διευκόλυνε ίσως την ανάγνωση, αλλά η λογοτεχνία δεν είναι –αναγκαστικά– μια εύκολη πορεία από μια αφετηρία σε μια ολοκλήρωση. Με το μπρος-πίσω της αφήγησης, κερδίζεται το απροσδόκητο, η έκπληξη του τυχαίου, η προσμονή της συνάφειας ή της ανατροπής. -  Λόγος κοφτός, αστόλιστος, που ακουμπά όμως ίσα στην καρδιά του αναγνώστη. Ματιά ιδιαίτερη, που αποτυπώνει την ιδιαιτερότητα της στιγμής. Ή απλώνεται λίγο ακόμη σε ένα στιγμιότυπο ή γεγονός, φιλτραρισμένο πάντα από το ειδικό φίλτρο της αφηγήτριας. - Η μεγάλη δύναμη της Διαβάτη είναι το ύφος μέσω της γλώσσας. Αυτή η αφαίρεση που φτάνει ως την ελλειπτικότητα κάποιες φορές, - η συγκίνηση που ελέγχεται, ώστε να επιτευχθεί η αποστασιοποίηση, - οι αναμνήσεις που προβάλλουν λιτές και αστόλιστες, - οι περιγραφές που αποβάλλουν τα περιττά επίθετα, με αποτέλεσμα το πλαίσιο του οπτικού πεδίου να ορίζεται με ακρίβεια και ο αναγνώστης να «βλέπει» τις εικόνες από πολύ κοντινή οπτική με την αφηγήτρια, - η τρυφερότητα που προβάλλει παρά την ελεγχόμενη συγκίνηση, - το χιούμορ, που διατρέχει φανερά ή υπόγεια τα κείμενα, δημιουργώντας ανάσες, όταν βαραίνει το κλίμα. -  Η αφηγήτρια αναζητά εναγώνια τα κομμάτια που λείπουν από τη ζωή και την ψυχή της και φυλάγει τρυφερά τις μνήμες, για να τις ανασύρει παρηγορητικά, όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Τις μνήμες αυτές αναμιγνύει με τις αποκτημένες γνώσεις, και η μείξη προκύπτει πολύ ενδιαφέρουσα, καθώς ενώνονται δύο – ή και περισσότερες – οπτικές και φωνές, εκείνη του παρελθόντος με αυτή του παρόντος, με τις ανάλογες διαφοροποιήσεις σε κάθε περίπτωση. - Μολονότι η αφηγήτρια είναι η Ναυσικά, ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι εμφανίζονται και άλλες αφηγήτριες κάποιες φορές, με διαφορές ανάμεσά τους στην οικογενειακή τους ζωή, με ομοιότητες όμως στη θεώρηση των πραγμάτων. Είναι σαν να δανείζει η κύρια αφηγήτρια τη φωνή της, προσθέτοντας και άλλες οπτικές με παραλλαγές εμπειριών και γεγονότων. - Οι χρονολογίες, υποδεικνύουν περίπου την εποχή σε κάποια κείμενα (197., 20..). Σε άλλα γίνεται έτσι κι αλλιώς εμφανής από το περιεχόμενο: Όλο ανέβαλλε. Διχαζόταν. Η τυραννία  των πολλών εναλλακτικών λύσεων.[…] Δεν ήταν η καθημερινή δουλειά, το οχτάωρο άλλοτε, που τα στοίχιζε όλα στο πλαίσιο της δουλειάς, πέντε μέρες την εβδομάδα λειτουργώντας σαν λογοκρισία. Τώρα όλες οι δυνατότητες ήταν ανοιχτές, έτσι έμοιαζε τουλάχιστον, όπως οι παλιοί ευγενείς που ξυπνούσαν το πρωί και σχεδίαζαν τη μέρα: θα πήγαιναν ιππασία ή θα οργάνωναν τη βραδινή δεξίωση. Στη μικροκλίμακά της έμοιαζε κι αυτή πλούσια, κυρία του ελεύθερου χρόνου της. Ή περίπου.(σ. 142-143) -   Σε δύο περιπτώσεις η χρονολογία αναφέρεται ρητά: η πρώτη στο κείμενο Συνέντευξη-Γενεύη 5 Σεπτεμβρίου ’73/μεσημέρι, στη συνέντευξη από τον Βασίλη Βασιλικό που παίρνει η αφηγήτρια με κάποιο άλλο νέο παιδί στη Γενεύη το 1973, και που σφραγίζει, όπως φαίνεται από τις αφηγήσεις, τη ζωή της. Η δεύτερη Κυριακή, 20 Αυγούστου 1988, ταξίδι στην Ουγγαρία, ένα χρόνο πριν από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. - Σαν ομόκεντροι κύκλοι το δεύτερο βιβλίο της Διαβάτη μετά το πρώτο καταγράφουν σημαντικά πολιτικά γεγονότα, δίνουν στιγμές-εικόνες από τη συμμετοχή του ατόμου σ’ αυτά,  δένουν το συλλογικό με το ατομικό-προσωπικό. Στο δεύτερο βιβλίο μάλιστα η βασική αφηγήτρια, εκτός από τα καθαρά πολιτικά γεγονότα, εστιάζει εντονότερα στην πολιτική της καθημερινότητας και των ανθρώπινων σχέσεων. Το μικρό και ασήμαντο φαινομενικά δένονται με πρόσωπα εξέχοντα και διαβάσματα ενδιαφέροντα Μια διευρυμένη πολιτική ματιά, θα έλεγα, που γίνεται στάση ζωής. - Το  βιβλίο κλείνει με πικρή αισιοδοξία, ότι τα πράγματα έτσι έπρεπε  να γίνουν, οπότε πάμε παρακάτω χωρίς μεμψιμοιρίες. Δεν είναι μοιρολατρία, ίσα ίσα ένα γενναίο κοίταγμα στη ζωή.  Και ο Καρυωτάκης, που ο στίχος του αποτελεί την τελευταία φράση του βιβλίου, να επιβεβαιώνει, να ακυρώνει ή να κλείνει το μάτι: Μόνο η νύχτα δε θέλω γλυκιά έτσι τώρα να’ ναι…- Κούλα Αδαλόγλου, περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ (Κοζάνης), τεύχ. 165.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη είναι μια σημαντική λογοτέχνις της Θεσσαλονίκης. Συγκρατημένη, διστακτική απέναντι στη γραφή – μας παραδίδει το Αλογάκι της Παναγίας ύστερα από μια οκταετία σιγής από το πρώτο της βιβλίο. Τόσον καιρό δεν έκανε θόρυβο γύρω από το όνομά της. Στο κείμενό της αποκαλύπτεται και καταγράφεται η μαρτυρία ενός βίου «αισθηματοποιημένου», με την καβαφική έννοια. Συλλαμβάνει τον εαυτό της στον κόσμο και απολογείται, λες, για τη σιωπή της, για τη στάση της απέναντι στη ζωή και τη γραφή. Εντάσσει την προσωπική –τη μικρή– ιστορία της μέσα στη μεγάλη, τον εαυτό της και τον αναγνώστη στον κόσμο και την εποχή του. Συνθέτει ένα λογοτεχνικό έργο με τον τρόπο που προσδιορίζει ο Ορχάν Παμούκ: είναι λογοτεχνία, γιατί ενώ γράφει για εκείνην, ο αναγνώστης που το διαβάζει πιστεύει ότι γράφτηκε για αυτόν. - Ένα άλμπουμ εικόνων, αφηγήσεων, περιστατικών, εξομολογήσεων, επιστολών, ένα τοπίο εσωτερικό – ένα τοπίο μνήμης και αυτογνωσίας που συνθέτει-δημιουργεί η συγγραφέας όχι με τον τρόπο του ιστορικού ή του συλλέκτη τεκμηρίων, αλλά με τον τρόπο του ποιητή και του λογοτέχνη. Με τον τρόπο του Καβάφη όταν μιλά για το περιβάλλον του σπιτιού του και τις αναμνήσεις του: «σε δημιούργησα μες σε χαρές και λύπες, που αισθηματοποιήθηκες για μένα». - Για μια αφήγηση σαν της Οδύσσειας δηλαδή πρόκειται, όπου ο ταξιδιώτης, ο ήρωας κάτι δίνει και κάτι παίρνει σε κάθε σταθμό του ταξιδιού του, απώλειες συντρόφων, οδύνη, βάσανα, και φεύγει με μια νέα εμπειρία που «δεν θα τον γελάσει» ποτέ, που θα του δώσει σχήμα ανθρώπου, μορφή και ταυτότητα. - Η αφήγηση αυτή καλύπτει κοντά σαράντα χρόνια, όχι μόνο δέκα όπως το συμβολικό ταξίδι του Οδυσσέα: από την εποχή που τελειώνει η δικτατορία και το σπουδαίο ταξίδι-ορόσημο με την υποτροφία στη Γενεύη – από το 1973 δηλαδή μέχρι τις μέρες μας. - Σαράντα χρόνια, μια ολόκληρη ζωή, μια μύηση, μια δικαίωση ενός ανθρώπου, μια συγχώρεση, μια κατανόηση του εαυτού του αφηγητή, του ήρωα με τα χίλια πρόσωπα, που μετέρχεται τόσων τρόπων και μορφών γραφής και ύφους στο κείμενο της Αρχοντούλας Διαβάτη. Ένα πρωτεϊκό, ένα πολύτροπο κείμενο, όπου ο αφηγητής αλλάζει πρόσωπο, φύλο, μιλάει πότε σαν άντρας, πότε σαν γυναίκα, αλλάζει ηλικίες, επάγγελμα, ταυτότητα για να δημιουργήσει το εσωτερικό, αισθηματοποιημένο τοπίο του εαυτού, του δικού του/της και αυτού όπου θα καθρεφτιστεί ο αναγνώστης. - Το πρώτο μέρος του βιβλίου έχει τη μορφή επιστολικού μυθιστορήματος. Οι επιστολές του Άγγελου, συντρόφου, φίλου, ερωτευμένου μαζί της: «Κοιτάς τη ζωή σου τη ζωή μας από τα σύννεφά σου…» λέει γι’ αυτόν στην αρχή. -  «Τα σύννεφά σου», γιατί έχει πεθάνει και δεν ανήκει πια, ως Άγγελος, στον κόσμο αυτό, ή «τα σύννεφά σου» γιατί είναι αιθεροβάμων, γιατί πετά στα σύννεφα, γιατί σε κάθε περίπτωση είναι «εκτός» πραγματικότητας, εκτός του κόσμου, μια και ο Άγγελος που ήταν μαζί της στη Γενεύη είναι στρατευμένος στην ΠΠΣΠ, την οργάνωση εκείνη που ήθελε να αποκαλείται της συνεπούς Αριστεράς. - Άγγελος, λοιπόν, και λόγιος μια και έχει κοινωνήσει της Γενεύης, Άγγελος στρατευμένος, Ταξιάρχης δηλαδή με ρομφαία, συσπειρωμένος εντός του συστήματος σαν ελατήριο γεμάτο ενέργεια για να το ανατρέψει, αναστοχαζόμενος και αυτοκριτικός για τις πράξεις του – μέχρι συγκινήσεως στις εξομολογήσεις του και στις αποφάσεις του για στράτευση, για συνέπεια στον αγώνα. Εξομολογούμαι ότι τον πίστεψα απολύτως. Άγγελος ειλικρινής, μου θύμισε τον τρόπο που γράφαμε και μιλούσαμε εμείς του ’76 οι εκδρομείς, ενταγμένοι στην Αριστερά, συνεπή ή λιγότερο συνεπή, και στις οργανώσεις της. - Καθρεφτίστηκα στα γράμματα του Άγγελου, αντήχησαν μέσα μου. Βρήκαν αναμνήσεις από καθαρό μέταλλο: ματαιώσεις αλλά ειλικρίνεια και αυτοπεποίθηση εκτός τόπου και χρόνου. Ήταν η αρχή της ανάγνωσης και πείστηκα ότι το βιβλίο έχει κάτι να μου πει. Ότι είμαι ο αναγνώστης ο όμοιος, ο αδελφός – αναγνωριστήκαμε και με τον Άγγελο και με τη Ναυσικά, παραλήπτρια των επιστολών, τη βασιλοπούλα που εξ απαλών ονύχων ταλαντεύεται ανάμεσα στη ζωή και στη γραφή, ανάμεσα στη δουλειά και στην ένταξη, ανάμεσα στην ψευδαίσθηση του έρωτα και τις δεσμεύσεις της πραγματικότητας. - Οι επιστολές αυτές, στην αρχή, είναι το πρώτο ξύπνημα, όπου η Ναυσικά δεν ξέρει ποια είναι, όπου ο Άγγελος ερωτευμένος την καλεί και προσπαθεί να της δώσει σχήμα στη σκέψη του και στη ζωή του, όπου ο Άγγελος αφηγείται τη στεγνή ζωή του ως φαντάρος. Όπου ο Άγγελος αναπολεί τη μαγική Ιθάκη, την κοινή τους πνευματική εκκίνηση, εκείνη τη Γενεύη του 1973, που ζωοποιεί και τους δύο, τους ενώνει, είναι σταθερή αναφορά τους, τη νοσταλγούν, τους καθορίζει. Το τάλαντό τους, ο σπόρος του καλού σπορέα. - Το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι η εμπειρία της Γενεύης –σημαίνουσα η αναφορά στο Ματαρόα– το νεοζηλανδέζικο πλοίο που μετά τον πόλεμο, με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου, το 1945 μετέφερε Έλληνες νέους –αριστερούς και όχι– στη Γαλλία. Μια ονειρική έξοδος, «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», όπως είχε πει πολλά χρόνια αργότερα ένας από τους επιβάτες του Ματαρόα, ο φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης… - Κώστας Αξελός, Νίκος Σβορώνος, Κορνήλιος Καστοριάδης βεβαίως, Μάτση Χατζηλαζάρου, Εμμανουήλ Κριαράς, Ιάννης Ξενάκης, Έλλη Αλεξίου, μερικά από τα ονόματα αυτών των νέων, που με την πρωτοβουλία του σπουδαίου Οκτάβιου Μερλιέ του Γαλλικού Ινστιτούτου, μπόρεσαν να σωθούν, να σπουδάσουν και να αξιοποιήσουν με τον δημιουργικότερο τρόπο αυτή την ευκαιρία. - Με κάποιον τρόπο, έμοιαζε με το Ματαρόα αυτή η πρωτοβουλία, αυτή η υποτροφία του ενός μηνός, στα τέλη της δικτατορίας –αυτό βέβαια το λέμε εκ των υστέρων, γιατί τότε ήταν άγνωστο πότε θα έπεφτε η δικτατορία, όπως και ανεξήγητο το ότι είχε διαρκέσει τόσα χρόνια– σε νέους από την Ελλάδα να κάνουν σπουδές ελληνικού πολιτισμού στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, με καθηγητές Έλληνες ή ελληνιστές που δίδασκαν εκεί, ή σε άλλα πανεπιστήμια της Ευρώπης. - Εδώ η αφηγήτρια ταυτίζεται με τη συγγραφέα και μάλιστα εμφανίζεται σε φωτογραφία στο οπισθόφυλλο και στις πρώτες σελίδες του βιβλίου με τον Δημήτρη Χατζή, έναν εκ των διδασκόντων, τον αγαπημένο της, ο οποίος είχε έλθει από το Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης επί τούτου. - Ο τρόπος της γραφής εδώ γίνεται ημερολογιακός, σχεδόν δημοσιογραφικός. Να μην παραλείψει τίποτε, να τηρήσει δηλαδή την επιταγή του Καστοριάδη για το δικό της Ματαρόα, «ένα ιστορικό γεγονός στην πορεία της νεότερης Ελλάδας που κάποτε θα πρέπει να γραφτεί», έτσι καταγράφει επιμελώς μαρτυρίες από τη συνύπαρξη των φοιτητών, τις εκδρομές, τη συμμετοχή στις διαδηλώσεις – στις 11 Σεπτεμβρίου που ανατράπηκε ο πρόεδρος της Χιλής Αλιέντε από τη Χούντα του Πινοσέτ. Οι αυτοεξόριστοι Έλληνες –στερημένοι από δυνατότητες διαμαρτυρίας μια επταετία– διαδήλωσαν στη Γενεύη. - Το πώς τραγουδούσε ο φίλος της ο Βασίλης τη «Ρωμιοσύνη», όταν «συνοδεύοντας επικά το τραγούδι, σταμάταγε λίγο στο επίμαχο σημείο και χαμογελώντας δρομολογούσε μέσα από τα δικά του σκούρα γένια και τις μαλλούρες τη φορά του πετάγματος ενός μικρού χελιδονιού…» -  Η συνύπαρξη των νέων, οι ελπίδες τους, οι φιλίες που δημιουργήθηκαν, οι αγάπες, τα γέλια, τα όνειρα, το κοινό βίωμα – η μια πλευρά. Η άλλη όμως, σαν εκ των υστέρων οδηγός σπουδών, σαν απολογισμός, σαν παρακαταθήκη για το μέλλον, η παρουσίαση του τι ήταν ένας ένας αυτοί που δίδασκαν. Ο όμορφος καθηγητής Μπουβιέ, που δίδασκε Κάλβο και κυκλοφορούσε με το ποδήλατο, ο Δημήτρης Χατζής με τις θεωρίες του για τον ελληνικό πολιτισμό, που την πρόσεξε και την αγάπησε. «Είσαι ντροπαλή γιατί είσαι δειλή. Κι είσαι δειλή γιατί είσαι περήφανη…» είχε σχολιάσει ο δάσκαλός της τη νεανική της εσωστρέφεια, τη σιωπή της. - Η σιωπή του γραφιά – κάνω μια παρέκβαση για να σχολιάσω πώς διαχειρίζεται το θέμα αυτό η συγγραφέας, η οποία έχει εκδώσει το προηγούμενο πόνημά της πριν από οκτώ χρόνια. Και καθυστερεί σαράντα χρόνια για τις μαρτυρίες αυτές. Τριάντα χρόνια για να δημοσιεύσει κάτι, ενώ της το ζητά ο Μανόλης Αναγνωστάκης. «Έχω αφλογιστία» του λέει και τα μάγουλά της κοκκινίζουν, γιατί ξέρει σε ποιον μιλάει. - Και γράφει καλά. Αυτό να λέγεται. Αλλά είναι ολιγογράφος, σιωπηλή, περήφανη. - Δεν σηκώνει αφρό με φλυαρίες. - Δειλή δεν θα την έλεγα. Στοχαστική και μετρημένη και πολύ μορφωμένη… - Σε ένα εξομολογητικό του κείμενο, ο Λεβί Στρος είχε πει ότι ένας παράγοντας επιτυχίας της έρευνάς του είναι να μην έχει διαβάσει τι έχει γραφτεί γύρω από το αντικείμενο που τον απασχολεί. Γιατί αν το γνωρίζει, αυτό θα τον συνθλίψει και δεν θα μπορεί να δημιουργήσει.
Αυτό ακριβώς είναι η χώρα των λωτοφάγων του Οδυσσέα του βιβλίου. Τελειομανία, μελέτη και επάρκεια… -  Τι είπε για το θέμα η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Ορχάν Παμούκ, τι έγραψε στα τετράδια του Ρήγα ο τάδε. Απόψεις για τον Οδυσσέα του Τζόις σε τρεις αράδες. Τρυπωμένες, ενθυλακωμένες σε όλο το σώμα του βιβλίου βρίσκονται απόψεις, αποστάγματα λογοτεχνικής κριτικής, λόγος γιγάντων, για τη βιβλιοκριτική, για το θέατρο, τον κινηματογράφο. - Έπειτα από αυτό, πώς να μην πάθει η νεαρή Ναυσικά, η βασιλοπούλα, η μοσχαναθρεμμένη, πώς να μην πάθει περηφάνια, πώς να θέλει να γράψει κάτι αφού ξέρει, έχει χάσει την αθωότητά της, ποιοι έγραψαν πριν από αυτήν, με ποιους βάζει το κείμενό της να αναμετρηθεί, και σιωπά. Καταγράφει. - Έτσι λοιπόν, με τον τρόπο της καταγραφής, έχουμε τις παρουσιάσεις των σπουδαίων, Δημήτρη Χατζή, Ιάννη Ξενάκη, Αριστόβουλου Μάνεση, μια εξαιρετική συνέντευξη από τον Βασίλη Βασιλικό που δημοσιεύτηκε τριάντα χρόνια μετά, συνέντευξη-θησαυρός για τη λογοτεχνική παραγωγή και τα πρόσωπα της εποχής του. - Στo τρίτο και το τέταρτο μέρος του βιβλίου περιέχονται άλλου είδους κείμενα. Μικροδιηγήματα. - Ψηφίδα ψηφίδα, εικόνα εικόνα, δημιουργείται το τοπίο το μετά. Το μετά τη Γενεύη. Μετά τη μαγική Ξαναντού… - Το τοπίο της μικρής και μεγάλης ιστορίας, της Θεσσαλονίκης των τόπων, των αντιδικτατορικών αγώνων, των γραμμάτων, του πνεύματος. - Διαβάσματα – ένα τοπίο αλλιώτικο. Τίτλοι βιβλίων. Τι διάβασε, πότε το διάβασε, τι κρατούσε στην τάδε εκδρομή, τι διάβασε πριν κοιμηθεί. Όπως ο Προυστ, που λέει πως οι μέρες που νομίσαμε πως δεν τις ζήσαμε επειδή τις περάσαμε συντροφιά με ένα βιβλίο αγαπημένο, είναι οι μέρες που ζήσαμε πιο αυθεντικά, έτσι και η συγγραφέας υπομνηματίζει με αναγνώσεις τις μικροαφηγήσεις και τις αισθηματοποιημένες ιστορίες τόσων και τόσων προσώπων που ζητούν δικαίωση και συγχώρεση. - Αγωνιστές και επώνυμοι ποιητές όπως ο Τόλης Νικηφόρου, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, γνωστοί βιβλιοπώλες που επέδρασαν πάνω της με τις προτάσεις τους, αγαπημένοι της καθηγητές στο Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο ή το Γαλλικό Ινστιτούτο, κατοικούν στη δική της Θεσσαλονίκη. -  Αυτή η προσωπική μαρτυρία για την πόλη της, με τα κτίρια, τα μνημεία, τους δρόμους της, νοηματοδοτημένα από τη φοιτητική, την πνευματική και τη λογοτεχνική ζωή της αφηγήτριας, με γοητεύει – παρότι δεν έχω εδώ να μοιραστώ κοινές αναμνήσεις. Με γοητεύει, ωστόσο, γιατί αναγνωρίζω εδώ την αγάπη των Θεσσαλονικέων για την πόλη τους, την έχω συναντήσει στα ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου, αλλά συνειδητά χαρτογραφημένη στα κείμενα του Γιώργου Ιωάννου, εκεί που την ενσωματώνει, όταν το σώμα του γίνεται χάρτης της πόλης του. - Εδώ είναι η Θεσσαλονίκη των ποιητών, της λογοτεχνίας, των βιβλίων και των περιοδικών με συνεχείς εξόδους σε τόπους της υπόλοιπης Ελλάδας ή την Κύπρο, που σαν τον Οδυσσέα περιηγείται με την ευκαιρία των διακοπών του Πάσχα ή του καλοκαιριού, ή μιας αφήγησης που το επιβάλλει και όπου απαντά στο ερώτημα των συντρόφων του: σε ποια χώρα βρωτών έχουμε βρεθεί; Τι τρώνε, δηλαδή, εδώ – με υπομονετικές περιγραφές των φαγητών και πώς γίνεται το ντοματόρυζο, τι φάγαμε εδώ ή εκεί, αν ήταν μαρουλοσαλάτα, πεπόνι, τυρί-ψωμί τα παιδιά που δούλευαν στους δικηγόρους, πατάτες τηγανητές με σουπιές και ντοματοσαλάτα, σταφύλι γλυκό που ήτανε κεράσι. - Μια διαρκής γευστική ανταλλαγή – μια ανθρωποποίηση. - Σε αντίθεση με τον ήρωα -αφηγητή του Σελίν στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας, που ταξιδεύει στην Αφρική και τρώει μόνο από κονσέρβες, δεν αγγίζει το φαγητό του Άλλου, δεν ανταλλάσσει. - Τι τραγούδια ακούγονται στο ραδιόφωνο, ιστορίες ανθρώπων – μικροδιηγήματα μικροαφηγήσεις. - Και τη δική της τη ζωή μέσα σε αυτά διπλώνει… - Το βλέμμα της για τα πάντα τόσο ευαίσθητο, τόσο σοφό. - Η γραφή της εξαιρετική. Πυκνός, ρέων, ευαίσθητος, χαριτωμένος, συγκινητικός, ποιητικός, έξοχος λόγος. - Ένα βιβλίο μικρό, αλλά πυκνό. -Ένα βιβλίο πρωτότυπο, στον τρόπο και στο περιεχόμενο. - Ένα βιβλίο-μαρτυρία, καταγραφή τη μικρής και της μεγάλης ιστορίας. - Ένα βιβλίο προσωπικό, πολύ προσωπικό, που πραγματεύεται θέματα της ταυτότητας, της γυναίκας, του ανθρώπου, της γραφής, της έκφρασης, των ονείρων, των ματαιώσεων, των σχέσεων. Τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά. - Καλογραμμένο, συναρπαστικό. - Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί. - Πόλυ Χατζημανωλάκη

«Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα» - Με τον ειδολογικό χαρακτηρισμό «μυθιστορίες» που παραπέμπει στη σεφερική διευκρίνιση για τα δύο συνθετικά της λέξης μύθος + ιστορίες και όχι στα ομώνυμα βυζαντινά κείμενα με τα ονοματικά ζεύγη των εραστών (Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη), η Αρχοντούλα Διαβάτη δίνει το δεύτερο βιβλίο της, μετά το χρονικό Στη μάνα του νερού. - Το αλογάκι της Παναγίας είναι ένα βιβλίο πολυφωνικό, καμωμένο από χνάρια ζωής και μνήμης. Ημερολογιακές σελίδες, ταξιδιωτικές σημειώσεις, γράμματα, κάρτες, σύντομα αφηγήματα, συνθέτουν έναν λόγο αυτοβιογραφικό που ενσωματώνει και στοιχεία από ζωές άλλων? πρόκειται για μαρτυρία των χρόνων και των γεγονότων της συγγραφέως, που πολλά και ενδιαφέροντα ανακαλούν και στη μνήμη των συνομήλικων, και όχι μόνον, αναγνωστών της. - Μια νέα γυναίκα ζει, παρατηρεί, θησαυρίζει, μεγαλώνει, θυμάται, γράφει. Μέσα από την αφήγηση της Ναυσικάς, άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη και άλλοτε σε τριτοπρόσωπη γραφή, περνούν όλα εκείνα τα στοιχεία που συνετέλεσαν στην πνευματική και ψυχική της ωρίμανση? «οι ταινίες που είδε, τα βιβλία που διάβασε, οι φιλίες που αξιώθηκε, η εκτίμηση στο γραφείο, τα παιδικά της χρόνια, η αγάπη των γονιών της και του αδελφού της, ό,τι την έφτιαξε πρόσωπο, στέρεο άνθρωπο» αλλά και ό,τι την απείλησε, την κλόνισε, της διατάραξε τις ισορροπίες, της έμαθε αυτό που «αλλιώς το λέμε δάκρυ». - Ο αφηγηματικός χρόνος, το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και μέχρι περίπου τις μέρες μας, δηλώνεται ρητά ή υπόρρητα, ή τεκμαίρεται από την αναφορά των ιστορικών γεγονότων και των πολιτικών και πνευματικών ανθρώπων. - Κορυφαία στιγμή στη ζωή της Ναυσικάς, και επανερχόμενη μνήμη στην αφήγηση, ο θερινός κύκλος μαθημάτων στη Γενεύη για την σύγχρονη Ελλάδα, τον Σεπτέμβριο του 1973, έναν χρόνο πριν εκπνεύσει η Χούντα. Πρόκειται για πανευρωπαϊκό σεμινάριο που απέκτησε χαρακτήρα αντιχουντικό, εφ’ όσον, εκτός των άλλων, δίδαξαν σ’ αυτό άνθρωποι όπως ο Δημήτρης Χατζής, ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεμβρινός, ο Ιάνης Ξενάκης, ο Αριστόβουλος Μάνεσης, ο Σάμουελ Μπω-Μποβύ, ο Μπουβιέ. - Στο αποσπασματικό, ηθελημένα άτακτο, μωσαϊκό της γραφής, στον αισθαντικό και τρυφερό λόγο της Διαβάτη, με το αδιόρατο χιούμορ (καλύπτρα πίκρας και απαντοχής αλλά και υπέρτατης ανθρωπιάς), διακρίνει κανείς και στιγμές αδύναμες. Η υπερβολή στο «Ρεμβασμό το Δεκαπενταύγουστο», για παράδειγμα, και ο μονομερής επιστολικός λόγος στην αρχή (αυτό το διετές χρονικό της στρατιωτικής θητείας και της πολιτικής στράτευσης του Άγγελου) θα μπορούσαν, ίσως, να είχαν υπακούσει στην ανάγκη της πύκνωσης και της αφαίρεσης. Όμως κείμενα σαν το ομώνυμο του τίτλου, «Το αλογάκι της Παναγίας, σαν το «Η αυτοκτονία στην Κοινωνιολογία», το «Σ’αγαπώ γιατί’σαι ωραία/ σ’αγαπώ γιατί είσαι’συ», το «Επί πτίλων… «αύρας» νυχτερινής», το «Χιονία», το «Μια γυναίκα» και πολλά άλλα αποτελούν στιγμές αναγνωστικής ευφορίας και συγκίνησης. - Μαρία Στασινοπούλου (περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Ιανουάριος 2013) -

Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο της Διαβάτη, που μοιάζει αρκετά με το πρώτο της («Στη μάνα του νερού», Το Ροδακιό), αλλά είναι και διαφορετικό. - Ας τα δούμε πιο αναλυτικά. Το «Αλογάκι της Παναγίας» είναι ένα σύνολο από μικρά αποσπάσματα (ενίοτε και πολύ μικρά) τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν τη δομή του διηγήματος, ενώ κάποια λίγα είναι αποσπασματικές εικόνες, θραύσματα ενός μεγαλύτερου συνόλου, φωτογραφίες που η συγγραφέας τις μετατρέπει σε λόγο και τις αποτυπώνει στο χαρτί. - Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη: Το πρώτο μέρος, που μοιάζει με επιστολικό μυθιστόρημα, αποτελείται από διάφορες επιστολές που ένας νέος, ο Άγγελος, στέλνει στη Ναυσικά η οποία σπουδάζει στην Ελβετία, ενώ το δεύτερο μέρος αποτελείται από διάφορες μικρές ιστορίες που αφορούν, κυρίως, στη ζωή της κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου, της Ναυσικάς. - Λίγο μετά την πτώση της χούντας, ο φοιτητής και σκληροπυρηνικός κομουνιστής (για την ακρίβεια Μαοϊκός) Άγγελος, ανταλλάσει επιστολές με τη φίλη του Ναυσικά. Μέσω αυτών των επιστολών, που βρίθουν ιδεολογικών αντιπαραθέσεων αλλά και ερωτισμού, μιας και η σχέση των δυο νέων δεν είναι αμιγώς φιλική αλλά υφέρπει και το ερωτικό στοιχείο, η συγγραφέας μας μεταφέρει με ακρίβεια το κλίμα της εποχής αλλά και τους προβληματισμούς ή τα όνειρα των νέων ανθρώπων. Για τον Άγγελο η Ναυσικά είναι οπορτουνίστρια, ενώ για τη Ναυσικά ο Άγγελος είναι δογματικός. Η κλασική αιώνια διαπάλη των διάφορων αριστερών ρευμάτων που, παρά το πέρας του χρόνου, διατηρείται αναλλοίωτη ακόμη και σήμερα. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από διάφορες μικρές ιστορίες, αταξινόμητες χρονικά, που οι περισσότερες αφορούν στην κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, τη Ναυσικά. Ταξίδια, συνευρέσεις με φίλους και συγγενείς, βόλτες στους δρόμους και τις γειτονιές της Θεσσαλονίκης, αναφορές σε πολλά βιβλία και εξίσου πολλούς ανθρώπους των τεχνών και των γραμμάτων. Απλές καθημερινές ιστορίες, από αυτές που όλοι μας ζούμε και θα ζήσουμε. Λογοτεχνία με άξονα την καθημερινότητα, έξω από θανάτους, παθιασμένους έρωτες, πολέμους, και γενικότερα γεγονότα δραματικά, που είναι εύκολο να εκμαιεύσουν συναίσθημα. - Μολονότι είναι αρκετά αυτά που μου άρεσαν στο συγκεκριμένο βιβλίο, θα σταθώ περισσότερο στη γλώσσα. Η Διαβάτη, ένας άνθρωπος ιδιαίτερα διαβασμένος (οι τόσες αναφορές σε βιβλία και συγγραφείς μόνο τυχαίες δεν είναι) χρησιμοποιεί μια γλώσσα ιδιαίτερη, ένα κράμα λογιότητας και λαϊκότητας· από τη μια στέκεται η καλλιεργημένη απόφοιτη των πανεπιστημίων, κι από την άλλη ο άνθρωπος που μεγάλωσε σε λαϊκές γειτονιές παρέα με λαϊκούς ανθρώπους. Με άξονα τις δυο αυτές ιδιότητες, του λόγιου και λαϊκού, η Διαβάτη δημιουργεί μια γλώσσα ιδιαίτερη, που, ενώ πατάει σε δυο βάρκες και θα μπορούσε πολύ εύκολα να πέσει στο νερό και, αν όχι να πνιγεί, τουλάχιστον να βραχεί, αυτή καταφέρνει να ισορροπεί άριστα, δίνοντάς μας ένα αποτέλεσμα που, κατά την εκτίμησή μου, την δικαιώνει απόλυτα. - Η Διαβάτη γράφει αυτοβιογραφικά. Πολλά απ’ όσα αναφέρονται στο βιβλίο είναι φανερό ότι είναι βιώματά της και όχι προϊόν μυθοπλασίας. Μολονότι αυτό το στοιχείο δεν είναι ικανό από μόνο του να προσδώσει επιπλέον αξία σε ένα κείμενο, οι βιωμένες μικρές ιστορίες που καταθέτει η συγγραφέας βοηθούν τον αναγνώστη να ταυτιστεί πιο εύκολα με τους ήρωες του βιβλίου. - Η μικρή φόρμα ταιριάζει στη Διαβάτη και έχει την ικανότητα να τη χειρίζεται αριστοτεχνικά. Τώρα νομίζω ότι ήρθε η ώρα να δοκιμάσει την τύχη της και στη μεγάλη (μυθιστόρημα). Νομίζω ότι, εάν βέβαια την ενδιαφέρει και το προσπαθήσει, τα αποτελέσματα θα είναι εξ ίσου καλά. - Ν. Αραπάκης, λογοτέχνης.-

Συνέντευξη: Αρχοντούλα Διαβάτη Η συγγραφέας συζητάει με τον Γρηγόρη Παπαδογιάννη για τη μεγάλη περιπέτεια της γραφής με αφορμή το βιβλίο της "Το Αλογάκι της Παναγίας" που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. ** Αυτή είναι μια συνέντευξη που πήρα από την συγγραφέα Αρχοντούλα Διαβάτη λίγες μέρες αφότου τέλειωσα το βιβλίο της. Ήταν ο πιο σύντομος τρόπος για να μάθω περισσότερα για το πολύ ιδιαίτερο αυτό βιβλίο και τη διαδικασία της (συγ)γραφής του. Σίγουρα θα ήταν προτιμότερο, για να μπείτε στο "κλίμα" αυτής της συνέντευξης, να διαβάσετε το «Αλογάκι της Παναγίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νησίδες». Έστω κι έτσι όμως αξίζει να μάθετε περισσότερα για την συγγραφέα, για τα ζητήματα που αντιμετώπισε προσπαθώντας να περικλείσει μια ολόκληρη ζωή σε μικρές αφηγήσεις και για τον τρόπο που βίωσε αυτή τη διαδρομή της (ζώντας για να τη διηγείται, όπως λέει ενθυμούμενη τον Μαρκές) ως τώρα. Ή αλλιώς, με δικά της λόγια:
«Έδωσα φωνή και φωνές στην πολύτροπη καθημερινότητα χτες, σήμερα, σημαντικά, ασήμαντα, εγώ, οι άλλοι, ο κόσμος : ήθελα βλέπεις να εικονογραφήσω την καθημερινή ιστορία. Δεν ξέρω τι πέτυχα.»
** Γιατί επιλέξατε τη μικρή φόρμα στις «μυθιστορίες» σας όπως τις ονομάζετε;
Οι Μυθιστορίες μου, σύμφωνα με τον τρόπο που όρισε ο Κοραής τη δημιουργική πεζογραφία, δηλ.ποιητικός και ιστορικός λόγος μαζί , είναι εκείνες που υπαγόρευσαν ως αφηγηματικό ύλικό την αφηγηματική δομή. Τι εννοώ: Είχα να αντικρίσω μια επιστολική νουβέλα, τα γράμματα του Άγγελου , τα ηρωικά χρόνια, απέναντι σε ένα μωσαϊκό από βιωματικές μικροϊστορίες σε πρώτο πρόσωπο κυρίως, καθώς η αφηγήτρια, η Ναυσικά δίνει λόγο στον παλιό της δίδυμο νεανικό εαυτό, στο alter ego της, τον Άγγελο. Φαίνεται πως οι ιστορίες Μπονσάι που με κομψότητα υποστηρίζονται από το γνωστό διαδικτυακό περιοδικό μου ταιριάζουν. Επιλέγω σταθερά την αποσπασματικότητα του λόγου.
Η σύντομη αφηγηματική φόρμα δεν είναι πολύ συνηθισμένη στην ελληνική λογοτεχνία. Αναγνωρίζετε στη χώρα μας ή αλλού κάποιους «συγγενικούς» σας συγγραφείς, κάποιους που να επηρέασαν τον τρόπο γραφής σας; Συνειδητά δεν έχω επισημάνει εκλεκτικές συγγένειες. Εκ των υστέρων συσχέτισα αυτό που κάνω με τον τρόπο του Ζωρζ Περέκ. Τον ενδιαφέρει επίσης η σχολαστική αποτύπωση της καθημερινότητας και ταξινομεί ατελείωτα στον αυτοβιογραφικό του λόγο μνήμες, γνώσεις, εμπειρίες, εντυπώσεις από διαβάσματα και τραύματα συντάσσοντας έως και καταλόγους, δεν πιστεύω όμως ότι είμαι επίγονος. Είμαι σχολαστική αναγνώστρια και στο υποσυνείδητο εσωτερικεύονται ακόμα και οι ..αφηγηματικές τεχνικές. .
Πώς γράφτηκε «Το αλογάκι της Παναγίας»; Είναι ένα βιβλίο που το γράψατε το τελευταίο διάστημα ή είναι μια συλλογή από ψηφίδες της ζωής σας που σημειώνατε εδώ και πολλά χρόνια;
Η Ναυσικά ρίχνει τα χαρτιά της – μια παρόν μια παρελθόν κατά το σχήμα των συνειρμών- απέναντι στην αδιαλλαξία του νεαρού της φίλου, αποκαλύπτοντας τη ρότα που πήρε η ζωή της, τις σκέψεις, τις ιδέες και του δρόμους, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΆΓΓΕΛΟ, μια ανοιχτή δομή από βιωματικές μικροϊστορίες η αναφορά αυτή που γράφεται και διορθώνεται από καιρό και χρονίζει επιδεινούμενη από την δυστοπία των εκδοτικών οίκων.
Το βιβλίο σας μού έδωσε την εντύπωση ότι είναι και ταυτόχρονα δεν είναι αυτοβιογραφικό. Το σημειώνω αυτό γιατί έχει ένα πλήθος στοιχείων που κάνουν τον αναγνώστη να θεωρήσει δεδομένο ότι πρόκειται για μια προσωπική αφήγηση και άλλα τόσα που το αναιρούν. Αλλαγή προσώπων, διαφορετικές καταστάσεις πολλές οπτικές γωνίες… Είχατε από την αρχή κατά νου αυτή τη σύνθεση ή σας «επιβλήθηκε» από τα ίδια τα στοιχεία της όσο γράφατε;
Ακριβώς όπως το είπατε. Είναι και δεν είναι. Αυτοβιογραφούμαστε φοβάμαι ακόμα κι όταν κάνουμε τη λίστα με τα ψώνια. Η Ναυσικά ρίχνει τα χαρτιά της παρόν, παρελθόν. Οι βιωματικές ιστορίες- διηγήματα ή απλά στιγμιότυπα αλλού είναι ξεκάθαρη ιστορία με ονόματα και…διευθύνσεις κι αλλού είναι μετάπλαση βιωμάτων. Έδωσα φωνή και φωνές στην πολύτροπη καθημερινότητα χτες, σήμερα, σημαντικά, ασήμαντα, εγώ, οι άλλοι, ο κόσμος : ήθελα βλέπεις να εικονογραφήσω την καθημερινή ιστορία. Δεν ξέρω τι πέτυχα.
Οι ιστορίες σας ολοκληρώνονται με έναν …ιμπρεσιονιστικό θα έλεγα τρόπο μένοντας ταυτόχρονα ανολοκλήρωτες. (εννοείται ότι η τελική αίσθηση αλλά μόνο αίσθηση που αποκομίζει κάποιος είναι ολοκληρωμένη,) Σε μερικά σημεία μάλιστα μοιάζει λίγο να «αδιαφορείτε» για την ανάγκη του αναγνώστη να αποκτήσει μια καθαρή εικόνα για τα γεγονότα που περιγράφετε. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι απλώς ο τρόπος που επιλέγετε να γράψετε ή κάτι περισσότερο;
Αχ, η ολοκλήρωση .Μ’ ενδιαφέρει να διασώσω χρώματα, λέξεις ,ήχους κι αρώματα και μουσικές- τίποτα δε θέλω να χαθεί στην αποτύπωση της καθημερινότητας. Ένα κείμενο-κουρελού, ένας κέντρωνας που να ανακαλύπτεις διαβάζοντας, συγκολλώντας τις ψηφίδες- όπως είπατε κι εσείς- και τα αποσπάσματά του αρχίζοντας την ανάγνωση απ’ όπου σου κάνει κέφι είναι ήδη ένας κόσμος ελευθερίας για τον «ποιητή» και για τον αναγνώστη του και με ενδιαφέρει πολύ. Η αφηγήτρια παρουσιάζεται στις επιστολές μέσα από τα μάτια του αποστολέα ,ενώ στο δεύτερο μέρος αρχίζει η ίδια σε πρώτο πρόσωπο να ξηλώνει το υφαντό του χρόνου, απογυμνώνοντας το εγώ της από ψευδαισθήσεις κι ουτοπίες, μέχρι να βρει άλλες, αφήνοντας να φανεί η αλήθεια της, γυμνή. Δεν αδιαφορώ για τον αναγνώστη, παρόλο που μου αρέσει η αινιγματική γραφή, κι έχω μια κρυφή σκέψη ότι όσο πιο πολύ ψάχνω να διηγηθώ την αλήθεια της Ναυσικάς, τόσο ο αναγνώστης βρίσκει εκεί τον δικό του εαυτό .Αυτό που με ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι η γλώσσα και το ύφος.
Ξεκινάτε με μια «επιστολική» αφήγηση, που προσωπικά την βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Πώς συνδέεται αυτή με την υπόλοιπη αφήγηση; Δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομη;
Ας δούμε λοιπόν πώς συνδέεται η επιστολική μου νουβέλα με την υπόλοιπη αφήγηση. Να πώς: Στήνει διάλογο η Ναυσικά με τα γράμματα του Άγγελου, με τον Άγγελο. Προηγούνται αυτά , κι ακολουθεί αποσπασματική η υπόλοιπη αφήγηση όπου διαβάζει η Ναυσικά μαζί με τον Άγγελο το ΜΑΥΡΟ κουτί- διαχείριση του ταξιδιού -όπως γράφω στην σελ. 15. Έτσι συνδέονται και λειτουργούν κατά τη γνώμη μου τα κείμενα και δεν μ’ ενδιαφέρει να αυτονομηθούν τα γράμματα στο στυλ Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι!
Μπαίνω στον πειρασμό να σας ρωτήσω κάτι πιο προσωπικό: ήσασταν πάντα «με το στυλό στο χέρι» έτοιμη να καταγράψετε κάποια πράγματα στη ζωή σας (άσχετα αν δεν εμφανίζονται πάντα με αφήγηση ενός συγκεκριμένου προσώπου) ή απλώς έχετε μια εξαιρετικά δυνατή μνήμη ώστε να ανακαλείτε τόσες λεπτομέρειες με τόσο αναλυτικό τρόπο;
Από τα δεκαεννιά βασάνιζα ένα τετράδιο όπου αντέγραφα ποιήματα που με μαγνήτιζαν ή περικοπές από διαβάσματα Λογοτεχνίας μαζί με σχεδιαγράμματα μελέτης-σήμερα θα διαβάσω 50 σελίδες Ενοχικό κι αύριο Εμπράγματο - ξέρετε, αυτά που γράφονται για να μην τηρηθούν- ή παραμιλητά για τον αδύνατο έρωτα , λέξη για τον πραγματοποιημένο κάποτε, κατεβατά για την ερημιά ή τη θυμωμένη καταπίεση, ξέρετε. Πάντα είχα να κάνω με τέτοια ημερολόγια , σε επαφή με το συναίσθημά μου - τα κύματα της απόγνωσης ή του θριάμβου που εναλλάσσονταν. Το γνώθι σαυτόν με ενδιέφερε σταθερά και το φτιάξιμο του εαυτού μέσα από φιλίες, διαβάσματα κι εμπειρίες επίσης. Λοιπόν, Ζω για να τη διηγούμαι, όπως καληώρα γράφει ο Μαρκές . «Φύλαγα τα πάντα: Τις επιστολές με τους φακέλους τους, τα αποκόμματα από τα εισιτήρια του κινηματογράφου, τα αεροπορικά εισιτήρια, τις αποδείξεις, τα διαφημιστικά, τους καταλόγους, τις προσκλήσεις, τα περιοδικά…», όπως γράφει κι ο Περέκ στο βιβλίο του «Σκέψη /Ταξινόμηση (εκδόσεις Άγρα). Ναι, με το στυλό στο χέρι, παρά πόδα, όπως θέλετε, για να γράψω κάποτε.
Υπάρχουν πρόσωπα και καταστάσεις που εμφανίζονται συχνά στην αφήγησή σας. Θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν τη δική τους μυθιστορία σε κάποιο άλλο βιβλίο σας;
Σωστά παρατηρείτε, υπάρχουν πρόσωπα της ατομικής μου μυθολογίας που επανέρχονται. Στην κυκλικότητα του χρόνου και τη σύγκλιση παρόντος- παρελθόντος μπορούν τα τραύματα να επουλώνονται, μπορούμε ακόμα να επινοήσουμε ένα άλλο παρελθόν. Δεν ξέρω να σας απαντήσω καλύτερα, πάντως στο πρώτο μου βιβλίο, «Στη μάνα του νερού», εκδόσεις (Το Ροδακιό, 2004) υπήρχαν ιστορίες για τον αγαπημένο πατέρα, για το θάνατο της αδερφής και για την επικριτική μητέρα. Στο «Αλογάκι της Παναγίας» η Ναυσικά και πάλι έχει να κάνει με το θάνατο της αδερφής, ενώ αντίστροφα όλο και απολογείται στον αγαπημένο πατέρα, συμφιλιωμένη εντελώς με την επικριτική μητέρα.
Με το βιβλίο αυτό κλείνετε οριστικά ένα κεφάλαιο, ολοκληρώνετε κάτι που ίσως "χρωστάτε" στον εαυτό σας ή μέσα στα επόμενα σχέδιά σας είναι να συνεχίσετε και στο επόμενο βιβλίο με το ίδιο αφηγηματικό στυλ;
Ο κυκλικός χρόνος όπως προανέφερα έχει τις δικές του απαιτήσεις. Δεν συνοψίζω τα πριν και τα μετά σε γραμμική αφήγηση, δεν μ’ ενδιαφέρει καν η αριστοτελική πλοκή. Η γραφή μ’ ενδιαφέρει .Στο επόμενο βιβλίο θα συνεχίσω με το ίδιο στυλ βέβαια- δεν έχω άλλο.
Ποιες αντιδράσεις έχετε ως τώρα «εισπράξει» από την έκδοση του βιβλίου σας;
Φίλοι και γνωστοί – αλλά και άγνωστοι, περιέργως κοιτούν τον εαυτό τους στον καθρέφτη του βιβλίου και ανεξαρτήτως ηλικίας δηλώνουν ότι εκφράζονται διαβάζοντας και συγκινούνται. Το βρίσκουν «τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά». Άλλοι το βρίσκουν πυκνό- « έχω βάλει σαμαράκια», τους λέω «για να μη τρέχουν» - και δεν μπορούν να το τελειώσουν όσο γρήγορα θα ήθελαν.
Ποιο είναι το απόσταγμα από τη διαδρομή που περιγράφετε. Τι απομένει από τις περιπέτειες κάποιων ατόμων (ή ίσως μιας ολόκληρης γενιάς ή μιας χώρας) μέσα στο χρόνο;
Η θερμή αγωνία της ζωής. Αυτό θα ήθελα. Εσείς να μου πείτε τι εισπράξατε.
Αυτό που κράτησα από το βιβλίο σας ως αναγνώστης είναι η ποικιλία των χρωμάτων του. Οι αποχρώσεις των περιγραφών σας (ενώ το όχημα είναι πάντα η ίδια γενιά που ταξιδεύει στο χρόνο) έχουν ατέλειωτες παραλλαγές. Καθαρά συναισθηματικά ως μακρινός συνοδοιπόρος που βρέθηκε σε παρόμοιους χώρους και καταστάσεις τα ίδια περίπου χρόνια, θαυμάζω την επιμονή σας, ζηλεύω την αφαιρετική σας ικανότητα και χαίρομαι που κάποια «ήταν εκεί» να καταγράψει τα πολύ σημαντικά «ασήμαντα». Ας κλείσουμε όμως αυτή τη συνέντευξη με μια ακόμη "προσωπική" ερώτηση:
- Τι είναι το γράψιμο για εσάς, κυρία Διαβάτη; Ανάγκη, Καταφυγή, Παραμυθία, Άχθος (και άγχος), Εκτόνωση, Αυτογνωσία; Όλα αυτά μαζί;
Κρατώ την αυτογνωσία Ο Ρίλκε λέει να αφουγκραστούμε μια νυκτερινή ώρα αν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τη γραφή- κριτήριο αν ήμαστε ή όχι « ποιητές». Θα μπορούσα μια χαρά να ζήσω χωρίς αλλά το παιχνίδι της γραφής – όπως παιχνίδι τη λέει τη γραφή η αγαπημένη Μαργαρίτα Καραπάνου- κάνει τη ζωή ενδιαφέρουσα από την καθημερινή τυραννική αμφιβολία έως την λαμπερή πληρότητα κάποτε κάποτε.

** Η Αρχοντούλα Διαβάτη γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και εργάζεται. Σπούδασε - Νομικά και Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και εργάσθηκε ως καθηγήτρια-νομικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Κείμενά της δημοσιεύθηκαν στα περιοδικά "Αντί", "Εντευκτήριο", "Μανδραγόρας", "Ακτή", "Παρέμβαση" και "Ένεκεν". Το πρώτο της βιβλίο ήταν το «Στη μάνα του νερού», εκδόσεις (Το Ροδακιό, 2004) Συνέντευξη: Αρχοντούλα Διαβάτη Η συγγραφέας συζητάει με τον Γρηγόρη Παπαδογιάννη για τη μεγάλη περιπέτεια της γραφής με αφορμή το βιβλίο της "Το Αλογάκι της Παναγίας" που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. **

Αυτή είναι μια συνέντευξη που πήρα από την συγγραφέα Αρχοντούλα Διαβάτη λίγες μέρες αφότου τέλειωσα το βιβλίο της. Ήταν ο πιο σύντομος τρόπος για να μάθω περισσότερα για το πολύ ιδιαίτερο αυτό βιβλίο και τη διαδικασία της (συγ)γραφής του. Σίγουρα θα ήταν προτιμότερο, για να μπείτε στο "κλίμα" αυτής της συνέντευξης, να διαβάσετε το «Αλογάκι της Παναγίας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νησίδες». Έστω κι έτσι όμως αξίζει να μάθετε περισσότερα για την συγγραφέα, για τα ζητήματα που αντιμετώπισε προσπαθώντας να περικλείσει μια ολόκληρη ζωή σε μικρές αφηγήσεις και για τον τρόπο που βίωσε αυτή τη διαδρομή της (ζώντας για να τη διηγείται, όπως λέει ενθυμούμενη τον Μαρκές) ως τώρα. Ή αλλιώς, με δικά της λόγια: «Έδωσα φωνή και φωνές στην πολύτροπη καθημερινότητα χτες, σήμερα, σημαντικά, ασήμαντα, εγώ, οι άλλοι, ο κόσμος : ήθελα βλέπεις να εικονογραφήσω την καθημερινή ιστορία. Δεν ξέρω τι πέτυχα.»
** Γιατί επιλέξατε τη μικρή φόρμα στις «μυθιστορίες» σας όπως τις ονομάζετε;
Οι Μυθιστορίες μου, σύμφωνα με τον τρόπο που όρισε ο Κοραής τη δημιουργική πεζογραφία, δηλ.ποιητικός και ιστορικός λόγος μαζί , είναι εκείνες που υπαγόρευσαν ως αφηγηματικό ύλικό την αφηγηματική δομή. Τι εννοώ: Είχα να αντικρίσω μια επιστολική νουβέλα, τα γράμματα του Άγγελου , τα ηρωικά χρόνια, απέναντι σε ένα μωσαϊκό από βιωματικές μικροϊστορίες σε πρώτο πρόσωπο κυρίως, καθώς η αφηγήτρια, η Ναυσικά δίνει λόγο στον παλιό της δίδυμο νεανικό εαυτό, στο alter ego της, τον Άγγελο. Φαίνεται πως οι ιστορίες Μπονσάι που με κομψότητα υποστηρίζονται από το γνωστό διαδικτυακό περιοδικό μου ταιριάζουν. Επιλέγω σταθερά την αποσπασματικότητα του λόγου.
Η σύντομη αφηγηματική φόρμα δεν είναι πολύ συνηθισμένη στην ελληνική λογοτεχνία. Αναγνωρίζετε στη χώρα μας ή αλλού κάποιους «συγγενικούς» σας συγγραφείς, κάποιους που να επηρέασαν τον τρόπο γραφής σας;
Συνειδητά δεν έχω επισημάνει εκλεκτικές συγγένειες. Εκ των υστέρων συσχέτισα αυτό που κάνω με τον τρόπο του Ζωρζ Περέκ. Τον ενδιαφέρει επίσης η σχολαστική αποτύπωση της καθημερινότητας και ταξινομεί ατελείωτα στον αυτοβιογραφικό του λόγο μνήμες, γνώσεις, εμπειρίες, εντυπώσεις από διαβάσματα και τραύματα συντάσσοντας έως και καταλόγους, δεν πιστεύω όμως ότι είμαι επίγονος. Είμαι σχολαστική αναγνώστρια και στο υποσυνείδητο εσωτερικεύονται ακόμα και οι ..αφηγηματικές τεχνικές.
. Πώς γράφτηκε «Το αλογάκι της Παναγίας»; Είναι ένα βιβλίο που το γράψατε το τελευταίο διάστημα ή είναι μια συλλογή από ψηφίδες της ζωής σας που σημειώνατε εδώ και πολλά χρόνια;
Η Ναυσικά ρίχνει τα χαρτιά της – μια παρόν μια παρελθόν κατά το σχήμα των συνειρμών- απέναντι στην αδιαλλαξία του νεαρού της φίλου, αποκαλύπτοντας τη ρότα που πήρε η ζωή της, τις σκέψεις, τις ιδέες και του δρόμους, ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΆΓΓΕΛΟ, μια ανοιχτή δομή από βιωματικές μικροϊστορίες η αναφορά αυτή που γράφεται και διορθώνεται από καιρό και χρονίζει επιδεινούμενη από την δυστοπία των εκδοτικών οίκων.
Το βιβλίο σας μού έδωσε την εντύπωση ότι είναι και ταυτόχρονα δεν είναι αυτοβιογραφικό. Το σημειώνω αυτό γιατί έχει ένα πλήθος στοιχείων που κάνουν τον αναγνώστη να θεωρήσει δεδομένο ότι πρόκειται για μια προσωπική αφήγηση και άλλα τόσα που το αναιρούν. Αλλαγή προσώπων, διαφορετικές καταστάσεις πολλές οπτικές γωνίες… Είχατε από την αρχή κατά νου αυτή τη σύνθεση ή σας «επιβλήθηκε» από τα ίδια τα στοιχεία της όσο γράφατε;
Ακριβώς όπως το είπατε. Είναι και δεν είναι. Αυτοβιογραφούμαστε φοβάμαι ακόμα κι όταν κάνουμε τη λίστα με τα ψώνια. Η Ναυσικά ρίχνει τα χαρτιά της παρόν, παρελθόν. Οι βιωματικές ιστορίες- διηγήματα ή απλά στιγμιότυπα αλλού είναι ξεκάθαρη ιστορία με ονόματα και…διευθύνσεις κι αλλού είναι μετάπλαση βιωμάτων. Έδωσα φωνή και φωνές στην πολύτροπη καθημερινότητα χτες, σήμερα, σημαντικά, ασήμαντα, εγώ, οι άλλοι, ο κόσμος : ήθελα βλέπεις να εικονογραφήσω την καθημερινή ιστορία. Δεν ξέρω τι πέτυχα.
Οι ιστορίες σας ολοκληρώνονται με έναν …ιμπρεσιονιστικό θα έλεγα τρόπο μένοντας ταυτόχρονα ανολοκλήρωτες. (εννοείται ότι η τελική αίσθηση αλλά μόνο αίσθηση που αποκομίζει κάποιος είναι ολοκληρωμένη,) Σε μερικά σημεία μάλιστα μοιάζει λίγο να «αδιαφορείτε» για την ανάγκη του αναγνώστη να αποκτήσει μια καθαρή εικόνα για τα γεγονότα που περιγράφετε. Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι απλώς ο τρόπος που επιλέγετε να γράψετε ή κάτι περισσότερο;
Αχ, η ολοκλήρωση .Μ’ ενδιαφέρει να διασώσω χρώματα, λέξεις ,ήχους κι αρώματα και μουσικές- τίποτα δε θέλω να χαθεί στην αποτύπωση της καθημερινότητας. Ένα κείμενο-κουρελού, ένας κέντρωνας που να ανακαλύπτεις διαβάζοντας, συγκολλώντας τις ψηφίδες- όπως είπατε κι εσείς- και τα αποσπάσματά του αρχίζοντας την ανάγνωση απ’ όπου σου κάνει κέφι είναι ήδη ένας κόσμος ελευθερίας για τον «ποιητή» και για τον αναγνώστη του και με ενδιαφέρει πολύ. Η αφηγήτρια παρουσιάζεται στις επιστολές μέσα από τα μάτια του αποστολέα ,ενώ στο δεύτερο μέρος αρχίζει η ίδια σε πρώτο πρόσωπο να ξηλώνει το υφαντό του χρόνου, απογυμνώνοντας το εγώ της από ψευδαισθήσεις κι ουτοπίες, μέχρι να βρει άλλες, αφήνοντας να φανεί η αλήθεια της, γυμνή. Δεν αδιαφορώ για τον αναγνώστη, παρόλο που μου αρέσει η αινιγματική γραφή, κι έχω μια κρυφή σκέψη ότι όσο πιο πολύ ψάχνω να διηγηθώ την αλήθεια της Ναυσικάς, τόσο ο αναγνώστης βρίσκει εκεί τον δικό του εαυτό .Αυτό που με ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι η γλώσσα και το ύφος.
Ξεκινάτε με μια «επιστολική» αφήγηση, που προσωπικά την βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Πώς συνδέεται αυτή με την υπόλοιπη αφήγηση; Δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομη; Ας δούμε λοιπόν πώς συνδέεται η επιστολική μου νουβέλα με την υπόλοιπη αφήγηση. Να πώς: Στήνει διάλογο η Ναυσικά με τα γράμματα του Άγγελου, με τον Άγγελο. Προηγούνται αυτά , κι ακολουθεί αποσπασματική η υπόλοιπη αφήγηση όπου διαβάζει η Ναυσικά μαζί με τον Άγγελο το ΜΑΥΡΟ κουτί- διαχείριση του ταξιδιού -όπως γράφω στην σελ. 15. Έτσι συνδέονται και λειτουργούν κατά τη γνώμη μου τα κείμενα και δεν μ’ ενδιαφέρει να αυτονομηθούν τα γράμματα στο στυλ Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι! Μπαίνω στον πειρασμό να σας ρωτήσω κάτι πιο προσωπικό: ήσασταν πάντα «με το στυλό στο χέρι» έτοιμη να καταγράψετε κάποια πράγματα στη ζωή σας (άσχετα αν δεν εμφανίζονται πάντα με αφήγηση ενός συγκεκριμένου προσώπου) ή απλώς έχετε μια εξαιρετικά δυνατή μνήμη ώστε να ανακαλείτε τόσες λεπτομέρειες με τόσο αναλυτικό τρόπο; Από τα δεκαεννιά βασάνιζα ένα τετράδιο όπου αντέγραφα ποιήματα που με μαγνήτιζαν ή περικοπές από διαβάσματα Λογοτεχνίας μαζί με σχεδιαγράμματα μελέτης-σήμερα θα διαβάσω 50 σελίδες Ενοχικό κι αύριο Εμπράγματο - ξέρετε, αυτά που γράφονται για να μην τηρηθούν- ή παραμιλητά για τον αδύνατο έρωτα , λέξη για τον πραγματοποιημένο κάποτε, κατεβατά για την ερημιά ή τη θυμωμένη καταπίεση, ξέρετε. Πάντα είχα να κάνω με τέτοια ημερολόγια , σε επαφή με το συναίσθημά μου - τα κύματα της απόγνωσης ή του θριάμβου που εναλλάσσονταν. Το γνώθι σαυτόν με ενδιέφερε σταθερά και το φτιάξιμο του εαυτού μέσα από φιλίες, διαβάσματα κι εμπειρίες επίσης. Λοιπόν, Ζω για να τη διηγούμαι, όπως καληώρα γράφει ο Μαρκές . «Φύλαγα τα πάντα: Τις επιστολές με τους φακέλους τους, τα αποκόμματα από τα εισιτήρια του κινηματογράφου, τα αεροπορικά εισιτήρια, τις αποδείξεις, τα διαφημιστικά, τους καταλόγους, τις προσκλήσεις, τα περιοδικά…», όπως γράφει κι ο Περέκ στο βιβλίο του «Σκέψη /Ταξινόμηση (εκδόσεις Άγρα). Ναι, με το στυλό στο χέρι, παρά πόδα, όπως θέλετε, για να γράψω κάποτε. Υπάρχουν πρόσωπα και καταστάσεις που εμφανίζονται συχνά στην αφήγησή σας. Θα έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν τη δική τους μυθιστορία σε κάποιο άλλο βιβλίο σας; Σωστά παρατηρείτε, υπάρχουν πρόσωπα της ατομικής μου μυθολογίας που επανέρχονται. Στην κυκλικότητα του χρόνου και τη σύγκλιση παρόντος- παρελθόντος μπορούν τα τραύματα να επουλώνονται, μπορούμε ακόμα να επινοήσουμε ένα άλλο παρελθόν. Δεν ξέρω να σας απαντήσω καλύτερα, πάντως στο πρώτο μου βιβλίο, «Στη μάνα του νερού», εκδόσεις (Το Ροδακιό, 2004) υπήρχαν ιστορίες για τον αγαπημένο πατέρα, για το θάνατο της αδερφής και για την επικριτική μητέρα. Στο «Αλογάκι της Παναγίας» η Ναυσικά και πάλι έχει να κάνει με το θάνατο της αδερφής, ενώ αντίστροφα όλο και απολογείται στον αγαπημένο πατέρα, συμφιλιωμένη εντελώς με την επικριτική μητέρα. Με το βιβλίο αυτό κλείνετε οριστικά ένα κεφάλαιο, ολοκληρώνετε κάτι που ίσως "χρωστάτε" στον εαυτό σας ή μέσα στα επόμενα σχέδιά σας είναι να συνεχίσετε και στο επόμενο βιβλίο με το ίδιο αφηγηματικό στυλ; Ο κυκλικός χρόνος όπως προανέφερα έχει τις δικές του απαιτήσεις. Δεν συνοψίζω τα πριν και τα μετά σε γραμμική αφήγηση, δεν μ’ ενδιαφέρει καν η αριστοτελική πλοκή. Η γραφή μ’ ενδιαφέρει .Στο επόμενο βιβλίο θα συνεχίσω με το ίδιο στυλ βέβαια- δεν έχω άλλο. Ποιες αντιδράσεις έχετε ως τώρα «εισπράξει» από την έκδοση του βιβλίου σας; Φίλοι και γνωστοί – αλλά και άγνωστοι, περιέργως κοιτούν τον εαυτό τους στον καθρέφτη του βιβλίου και ανεξαρτήτως ηλικίας δηλώνουν ότι εκφράζονται διαβάζοντας και συγκινούνται. Το βρίσκουν «τόσο προσωπικό, που αφορά τον καθένα προσωπικά». Άλλοι το βρίσκουν πυκνό- « έχω βάλει σαμαράκια», τους λέω «για να μη τρέχουν» - και δεν μπορούν να το τελειώσουν όσο γρήγορα θα ήθελαν. Ποιο είναι το απόσταγμα από τη διαδρομή που περιγράφετε. Τι απομένει από τις περιπέτειες κάποιων ατόμων (ή ίσως μιας ολόκληρης γενιάς ή μιας χώρας) μέσα στο χρόνο; Η θερμή αγωνία της ζωής. Αυτό θα ήθελα. Εσείς να μου πείτε τι εισπράξατε. Αυτό που κράτησα από το βιβλίο σας ως αναγνώστης είναι η ποικιλία των χρωμάτων του. Οι αποχρώσεις των περιγραφών σας (ενώ το όχημα είναι πάντα η ίδια γενιά που ταξιδεύει στο χρόνο) έχουν ατέλειωτες παραλλαγές. Καθαρά συναισθηματικά ως μακρινός συνοδοιπόρος που βρέθηκε σε παρόμοιους χώρους και καταστάσεις τα ίδια περίπου χρόνια, θαυμάζω την επιμονή σας, ζηλεύω την αφαιρετική σας ικανότητα και χαίρομαι που κάποια «ήταν εκεί» να καταγράψει τα πολύ σημαντικά «ασήμαντα». Ας κλείσουμε όμως αυτή τη συνέντευξη με μια ακόμη "προσωπική" ερώτηση: - Τι είναι το γράψιμο για εσάς, κυρία Διαβάτη; Ανάγκη, Καταφυγή, Παραμυθία, Άχθος (και άγχος), Εκτόνωση, Αυτογνωσία; Όλα αυτά μαζί; Κρατώ την αυτογνωσία Ο Ρίλκε λέει να αφουγκραστούμε μια νυκτερινή ώρα αν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τη γραφή- κριτήριο αν ήμαστε ή όχι « ποιητές». Θα μπορούσα μια χαρά να ζήσω χωρίς αλλά το παιχνίδι της γραφής – όπως παιχνίδι τη λέει τη γραφή η αγαπημένη Μαργαρίτα Καραπάνου- κάνει τη ζωή ενδιαφέρουσα από την καθημερινή τυραννική αμφιβολία έως την λαμπερή πληρότητα κάποτε κάποτε.

 

 

 

[ISBN:978-960-9488-25-9]

Άρτεμις Βακαρέλη-Παναγιωτοπούλου,
ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ,

Η Άρτεμις Βακαλέρη-Παναγιωτοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, περιοχή Χαριλάου, από γονείς πρόσφυγες από την Αρτάκη της Μικράς Ασίας.- Τέσσερα αδέλφια μεγαλωμένα μετά την προσφυγιά, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, κατάφεραν να πάρουν ανώτερη και πανεπιστημιακή μόρφωση. - Η Άρτεμις τελείωσε το Β΄Γυμνάσιο Θηλέων Θεσσαλονίκης και ακολούθησε τον παιδαγωγικό κλάδο στην Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. - Διορίστηκε δασκάλα στο χωριό Κρηνίδες του Νομού Καβάλας. Πήρε μετάθεση στην πόλη της Καβάλας και μετά στα σχολεία: Ωραιοκάστρου, Πυλαίας, 15ο Χαριλάου, 79ο Χαριλάου ως διευθύντρια από όπου και συνταξιοδοτήθηκε. - Έγραψε παιδικά διηγήματα, ποίηση και ταξιδιωτικά οδοιπορικά. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά: «ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΠΙΤΙ» (Αθηνών), «ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ», «ΒΟΡΕΑΣ» και δημοσίευσε άρθρα στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος της Θεσσαλονίκης. - Παντρεύτηκε τον δάσκαλο Πασχάλη Παναγιωτόπουλο και απέκτησαν δύο κόρες. Τη Νέλλη Κύρκου, γιατρό μικροβιολόγο, σύζυγο Γιάννη Κύρκου, ορθοπεδικού, και τη Δήμητρα Μπούκλα, γιατρό ακτινολόγο, σύζυγο Σίμου Μπούκλα, ακτινολόγου. Έχει τρία εγγόνια και δύο δισέγγονα.

1. Ξεκίνημα
Σχολειό μου πρώτο. Δυο αίθουσες ηλιόλουστες κι ένα γραφείο βορεινό με δυο παράθυρα: Εκείνο απ' την ανατολή στου Αϊ-Γιώργη την αυλή κοιτούσε.

2. Εργασία
Με μέσα πάντα τις αρχές του Σχολείου εργασίας, τη μέθοδο της Ενιαίας Συγκεντρωτικής Διδασκαλίας, την ενίσχυση της παρατηρητικότητας, την ελεύθερη σκέψη και έκφραση, αντιμετωπίζαμε το παιδί σαν ένα ον με έντονη τη «ζωτική ορμή» του, με ακατανίκητη την επιθυμία του να παραμερίσει τα τυχόν εμπόδια, με ζωντανή τη λαχτάρα για κατάκτηση της ζωής. Προσέχοντας τη συμπεριφορά του παιδιού στο περιβάλλον, ανακαλύπτουμε πως για την ικανοποίηση της «ζωτικής ορμής», κατά C. Freinet, χρησιμοποιεί την «ανιχνευτική πείρα». Απ' αυτή πηγάζουν οι διάφοροι αυτοματισμοί και οι συνήθειες. Αυτή κεντρίζει τη νοημοσύνη του παιδιού. Αυτή προωθεί το μέστωμα της προσωπικότητας κι οδηγεί στην ορθή προσαρμογή. Προσφέροντας πάντα χαρούμενη ατμόσφαιρα, αγάπη κι ενθάρρυνση κι οργανώνοντας την ώρα της διδασκαλίας σαν σε γιορτή.

3. Αποχώρηση
Άνοιξα την αυλόπορτα και στάθηκα στην άκρη της πολύβοης αυλής. Τέντωσα ασπίδα τις παλάμες και προχώρησα, φύλαξη της ανεμελιάς και της ορμής. Σκόρπισα καλημέρες και χαμόγελα, υποχώρηση στο βιαστικό τους πέρασμα, μα απόκριση δεν πήρα. Κι είδα.

 

[ISBN:978-960-9488-18-1]

ΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΣΕΡΕΤΗΣ,
Ο παράξενος επισκέπτης,
δώδεκα διηγήματα
216 σελ.

Ο Άγγελος Σερέτης γεννήθηκε στις Σέρρες. Σπούδασε Γερμανικά στο Ινστιτούτο Γλωσσών και Διερμηνέων του Μονάχου και νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στη Θεσσαλονίκη.

Στο εξώφυλλο, πίνακας του Σπύρου Παναγιωτίδη.

 

[ISBN:978-960-9488-18-1]

Δέσποινα Λέφα,
ΑΝΑΣΧΕΣΗ

Η Δέσποινα Λέφα γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα όπου και ζει. Το 1978 αρχίζει σπουδές Κοινωνιολογίας στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών, τις οποίες πολύ σύντομα εγκαταλείπει. Έκτοτε αρχίζει την ουσιαστική μόρφωσή της μέσω αυτομόρφωσης την οποία και συνεχίζει.

Άλλα έργα της Δέσποινας Λέφα στις «Νησίδες»:

Μετατοπίσεις, μικρά πεζά, 2004

Αντι-Θυέστης και άλλες ιστορίες βρώσης, μικρά πεζά, 2005

Ατοπίες, μικρά πεζά, 2008

Το τέλος της φοβίας, μικρά πεζά, 2010

Η κοινωνία του Δέλτα, μικρά πεζά, 2011

Μετέφρασε το βιβλίο του Γκέοργκ Γιόζεφ Πάουλους Περί του ανθρωπίνου κάλλους ή μια άλλη κωμωδία, το οποίο κυκλοφορεί στις «Νησίδες» (2009).

Πέντε μικρά πεζά: Ανάσχεση
Επικτήτειο
Εξεγειρόμενοι
Διάλογος
Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα

Μικρά πεζά κείμενα μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Σκόρπιες σκέψεις, πανίσχυρα συναισθήματα σε λιτά κείμενα που δεν έχουν πρόθεση να αστειευτούν με τον αναγνώστη τους. Αλλά να του υπενθυμίσουν ότι υπάρχουν κάποιες στιγμές που δεν ξεφεύγεις από την ανάκριση στην οποία σε υποβάλλει ο εαυτός σου: «Μία στιγμή μοναδική για τον καθένα μας, θεότρελη, σ' αυτό ακατάβλητη και παιχνιδιάρα, να παίζει καρουζέλ με τις υπόλοιπες, μέρος ενός σπασμένου τηλεφώνου».
Έφη Φαλίδα, ΤΑ ΝΕΑ, για τις Μετατοπίσεις της Δέσποινας Λέφα.

 

[ISBN:978-960-9488-16-7]

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΑΥΡΑΓΑΝΗΣ,
Ψάρι με κεφάλι και ουρά
Διηγήματα

Ο Ξενοφών Ευστρατίου Μαυραγάνης γεννήθηκε στο Πλωμάρι Λέσβου το 1940, όπου και έμαθε γράμματα.
Σπούδασε νομικά στη Θεσσαλονίκη, όπου και εργάσθηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος.

Μέλος του Δ.Σ. της Φοιτητικής Ένωσης Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΦΕΑΠΘ) και του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής «Πέτρος Βάληνδας», συμπρόεδρος με τον Νίκο Κωνσταντόπουλο της επιτροπής του Καταστατικού Χάρτη της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδος (ΕΦΕΕ) του Γ΄ Πανσπουδαστικού (ιδρυτικού) Συνεδρίου το 1963.
Διευθυντής του περιοδικού της Αριστεράς στη Θεσσαλονίκη Σπουδαστικός Κόσμος.
Δημοσιογράφος στις εφημερίδες Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, συνέδεσε τα πρώτα του βήματα στο ρεπορτάζ με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, της οποίας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας. Εργάσθηκε επίσης στις εφημερίδες Το Βήμα, Ακρόπολις, Απογευματινή, Αυγή, Καθημερινή (έκδοση Θεσσαλονίκης). Διευθυντής ραδιοφωνίας βορείου Ελλάδος το 1989-90.
Τα τελευταία χρόνια διατηρεί τη στήλη «Αιρετικά» αρχικά στο Εμπρός και ακολούθως στα Νέα της Λέσβου της Μυτιλήνης.
Μέλος της ΕΣΗΕΜΘ (Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας Θράκης) και μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το 2006, νομικός της σύμβουλος.
Στη δικτατορία υπερασπίσθηκε φοιτητές κυρίως που διώκονταν από τη χούντα και στη μεταπολίτευση έλαβε μέρος σε πολλές δίκες βασανιστών ως εκπρόσωπος βασανισθέντων.
Δημοτικός Σύμβουλος Καλαμαριάς 1979-1990.
Μέλος του γραφείου σπουδάζουσας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, στέλεχος του Κ.Κ.Ε.εσ. και του ΣΥΝ μέχρι πρόσφατα.
Είναι νυμφευμένος με την εκπαιδευτικό Έφη Τσαπαρδώνη και έχουν τρία παιδιά.
Μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Πλωμάρι, όπου είναι πρόεδρος του Δ.Σ. της «Λέσχης Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος», και τη Θεσσαλονίκη.

Μνήμες και βιώματα ενισχυμένα με τη νοσταλγία, ίσως και την πίκρα, εποχών, συνηθειών και ανθρώπων που εξέλιπαν δια παντός, αναστηλώνονται και ζωντανεύουν μέσα στις σελίδες τού Ψάρι με κεφάλι και ουρά. Μετανάστες που ξεκίνησαν να βρουν την τύχη τους απ' τα αιγαιοπελαγίτικα νησιά στις πιο μακρινές άκρες του κόσμου, κι άλλοι που ήρθαν για τον ίδιο λόγο απ' τους καθημαγμένους τόπους τους, πρόσφυγες, καταδιωγμένοι, απόκληροι, αλλά και χαρακτηριστικοί για τις ιδιορρυθμίες τους τύποι συνωθούνται και διαλέγονται στις ίδιες σελίδες. Μάνες και γιαγιάδες, που χαϊδεύουν και φιλούν τις φωτογραφίες παιδιών και εγγονών τους, που δεν τα είδαν ή δεν θα τα δουν ποτέ, παπάδες που αντί παρηγοριά και παραμυθία μοιράζουν φόβο και απειλές σε συνδυασμό με μια ακατασίγαστη επιθυμία νόστου, γιατί «Όσο καλά και να τα φτιάξεις, κόρη μου, εκεί στην ξενιτιά, τόσο καλά όσο στον τόπο σου δεν γίνονται».

Ψάρι με κεφάλι και ουρά. Έτσι επιγράφεται η νέα συλλογή διηγημάτων του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, Προέδρου της Λέσχης Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό απ' τον εκδοτικό οίκο «Νησίδες». Από τα 25 διηγήματα, τα περισσότερα αφορούν πρόσωπα του παλιού Πλωμαριού, ενώ τα υπόλοιπα εστιάζουν σε ιστορίες που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη μετανάστευση. - Το βιβλίο διαβάζεται -«ρουφιέται», καλύτερα- απνευστί. Και λόγω της αφηγηματικής δεινότητας του συγγραφέα, αλλά και λόγω της γλώσσας, που ρέει αβίαστη και φυσική, αλλά ταυτόχρονα και υπέροχα ποικιλμένη με λογής-λογής τύπους της καθαρεύουσας και της πλωμαρίτικης «διαλέκτου». - Ο Ξ. Μαυραγάνης περιγράφει ιστορίες ανθρώπων, για την ακρίβεια περιπέτειες ζωής. Επειδή όμως κάθε ατομικός βίος είναι ταυτόχρονα και μια πτυχή του συλλογικού γίγνεσθαι, μας παραδίδει τελικά μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τοιχογραφία του παλιού Πλωμαριού. Οι ιστορίες της ζωής των ηρώων του γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο κεντά με καταπληκτική δεινότητα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας και λεπτομέρειες μιας ζωής που ήταν στοιχημένη σε πολύ διαφορετικούς αξιακούς κώδικες απ' τους σημερινούς. Πίσω απ' τις περιγραφές του Ξ. Μαυραγάνη θα διακρίνει κανείς, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, τον καημό του μετανάστη, τον ψυχισμό του θαλασσινού, τις αυστηρές αρχές του παλιού οικογενειάρχη, τη σύγκρουση των νοοτροπιών ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, τα γνωστά πάθη των ανθρώπων, πριν η ομοιογενοποίηση των τελευταίων δεκαετιών τούς ισοπεδώσει. -Κάθε διήγημα μοιάζει με μια μεστή φιλμική αφήγηση. Ο συγγραφέας εστιάζει στο καίριο και το ουσιώδες, παραλείποντας το αυτονόητο και το τετριμμένο. Έτσι καταφέρνει, κάνοντας άλματα στον χρόνο, να φτιάχνει ιστορίες που δεν κουράζουν, αλλά παρασέρνουν τον αναγνώστη σε ένα μαγευτικό ταξίδι με απανωτά φλασ-μπάκ. Αυτές οι συνεχείς «βουτιές» στο χθες δίνουν στον συγγραφέα την ευκαιρία να φωτίσει στοιχεία, κοινωνικές δομές, διατρωματώσεις, εθιμικές πρακτικές, οικονομικές δοσοληψίες, επαγγελματικές συνήθειες του χθες. Όλα τα παραπάνω αποτελούν το φόντο των ιστοριών του και αποκαλύπτουν μια ζώσα και παλλόμενη ιστορική πραγματικότητα, εντυπωσιακά ελκυστικότερη από τις «κατεψυγμένες» εικόνες που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας ιστορικές αναφορές, άγευστες, εγκλωβισμένες σε ημερομηνίες και γεγονότα. - Φυσικά, δεν λείπουν και οι επώνυμοι πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας εντάσσει στα διηγήματά του και σημαντικά ιστορικά γεγονότα -άγνωστα στους πολλούς- με χαρακτηριστικότερο τη συνάντηση του Πλωμαρίτη καπετάνιου Πούλια (που προστάτευε τα νότια παράλια του νησιού απ' τις επιδρομές των Ψαριανών πειρατών) υπό τις διαταγές του Τούρκου κυβερνήτη της Λέσβου Κουλαξίζ Αγά, και του Κ. Κανάρη, που μαζί με τον Παπανικολή ήταν τα πρωτοπαλλήκαρα των επιθέσεων των Ελλήνων κατά του τουρκικού στόλου στην επανάσταση του 1821. Η συνάντηση γίνεται μυστικά, με στόχο ο Πούλιας να φύγει απ' τον Κουλαξίζ Αγά και να ενώσει τις ναυτικές δυνάμεις του μ' εκείνες των επαναστατημένων Ελλήνων. Το περιστατικό που περιγράφεται είναι απ' τα πιο ενδιαφέροντα του βιβλίου και δείχνει πόσο δύσκολο είναι να χωρέσει η ιστορία σε απλουστευτικά δίπολα και πόσο σύνθετη παρουσιάζεται πολλές φορές η πραγματικότητα. - Για όλα τα παραπάνω, και για πολλά άλλα που δεν επαρκεί ο χώρος ν' αναφέρουμε, το Ψάρι με κεφάλι και ουρά είναι ένα βιβλίο που τιμά τα λεσβιακά γράμματα και ξεχωρίζει μέσα στον καταιγισμό των εκδόσεων, και αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί αφού, πέρα απ' τη λογοτεχνική του αξία, αποτελεί και πολύτιμη λαογραφική και ιστορική παρακαταθήκη. - (Χριστίνα Βογιάννη, Τα ΝΕΑ της Λέσβου, Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011)

Ο Ξενοφών Μαυραγάνης είναι ένας πραγματικός ευπατρίδης. Η ιδιαίτερη πατρίδα του η Λέσβος αλλά και η θετή του πατρίδα η Θεσσαλονίκη είναι φανερό ότι καταλαμβάνουν ένα σημαντικό μερίδιο στην καρδιά του και μονοπωλούν τους στοχασμούς του. Είκοσι πέντε μικρά αφηγήματα αποτυπώνουν με ευαίσθητες αποχρώσεις και φωτοσκιάσεις την ανθρωπογεωγραφία των δύο αυτών τόπων με επίκεντρο τη μετανάστευση. Νοσταλγικές αναδρομές, βιωματικές διηγήσεις, ανακαλούν στιγμές και γεγονότα από τον βίο ανθρώπων που αγάπησαν τον τόπο τους, εξαναγκάστηκαν από τις περιστάσεις να τον εγκαταλείψουν, επέστρεψαν στα στερνά του βίου τους ή αποξεχάστηκαν σε ξένη γη για να ταφούν εκεί. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου με την ευγένεια και το άρωμα άλλων εποχών, οι ιστορίες των ανθρώπων που αποφάσισαν να φύγουν από τη Λέσβο για να βρουν την τύχη τους στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά και οι ιστορίες όσων βασανισμένοι, ανέστιοι και πένητες αναζήτησαν καταφύγιο στη δική μας χώρα, εγκαταλείποντας πατρίδες που μαστίζονταν από την πείνα και την ανέχεια, και σπαράσσονταν από πολέμους, διαδέχονται η μια την άλλη. Αναπτύσσονται ισότιμα και ισοδύναμα με μια απόλυτη συμμετρία συναισθημάτων. Ο συγγραφέας παρακολουθεί αμερόληπτα και ευπροσήγορα τις απεγνωσμένες κινήσεις του ανθρώπινου αυτού κοπαδιού που μετακινείται από τόπο σε τόπο για να επιβιώσει. Αφηγείται με ευαισθησία και διεισδυτικότητα τα πάθη και τις αγωνίες του να ξαποστάσει, να προσαρμοστεί, να προκόψει, να ριζώσει σε ξένα μέρη, κοντά σε άγνωστους ανθρώπους, μακριά από οικεία ήθη, έθιμα και συνήθειες, έξω από το λίκνο της γλώσσας και του τόπου του. - Τα αφηγήματα μιλούν για νεαρές κοπέλες που μετανάστευσαν στη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία και την Αμερική τη δεκαετία του 1930, για να μη γυρίσουν ποτέ. Για γριές μανάδες που ξέμειναν να περιμένουν γιους και κόρες που ξενιτεύτηκαν. Να ονειρεύονται με ανοιχτά μάτια στιγμές χαράς που παρήλθαν και να κλαίνε φιλώντας φωτογραφίες εγγονών που δεν θα γνωρίσουν, δεν θα σφίξουν στην αγκαλιά τους και δεν θα κανακέψουν ποτέ. Μικρές ιστορίες σαν φωτογραφικά στιγμιότυπα διαδέχονται η μια την άλλη αποτυπώνοντας έρημα χωριά που μαραζώνουν, κλειδωμένα πέτρινα αρχοντικά σπίτια που ρημάζουν, εύφορους τόπους που μένουν ακαλλιέργητοι. Για μια χούφτα κατοίκους που συντηρούν στοργικά τη μνήμη του τόπου με τις τελετουργίες των γεωργικών και κτηνοτροφικών εργασιών. Αειθαλείς γέροντες που όσο αντέχουν ακολουθούν πεισματικά τον κύκλο των εποχών, ριζωμένοι στη γη του νησιού τους. Καλλιεργούν στην εύφορη γη την ελιά και το σταφύλι, βόσκουν, αρμέγουν και τυροκομούν τα λίγα ζώα τους. Άνθρωποι που ο καθημερινός μόχθος είναι η άγκυρά τους με τη ζωή και τον τόπο. Άνθρωποι στωικοί που ζουν για να θυμούνται και να προσμένουν με ελπίδα την επιστροφή των δικών τους. Φαροφύλακες στην ερημιά του χειμώνα, που περιμένουν τους επισκέπτες του καλοκαιριού και τους ξενιτεμένους, για να ζωντανέψουν τα χωριά, να ανοίξουν τα κλειστά σπίτια, να αποκτήσουν φωνή οι στράτες, οι πλατείες και τα μαγαζιά. - Ο συγγραφέας δεν είναι επιλήσμων. Ο ξένος, ο άλλος, είναι για τον Ξενοφώντα Μαυραγάνη ο Λέσβιος των αρχών του 20ού αι., που διεκδικούσε μια καλύτερη ζωή πολύ μακριά από την πατρίδα του. Οι ιστορίες των μεταναστών του τόπου μας ρίχνουν ένα φως κατανόησης και συμπόνιας στις ιστορίες των φυγάδων που βρίσκουν καταφύγιο στη χώρα μας για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους: το σμάρι των γυναικών από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που συνωστίζεται στις μεγαλουπόλεις αναζητώντας εργασία, τα παιδιά των πολιτικών προσφύγων που επιστρέφουν στη χώρα των πατέρων τους ψάχνοντας τον φιλόξενο τόπο που το άλγος του νόστου χάλκευε, για να συναντήσουν την καχυποψία και το αδιέξοδο, εκείνους που ξεβράζει η θάλασσα μισοπεθαμένους στις παραλίες των νησιών μας. Ανθρώπινα ράκη, έρμαια της ανάγκης και της απληστίας των δουλεμπόρων, επικερδές φορτίο στα αμπάρια των σαπιοκάραβων. - Η αφήγησή του ακουμπά στοργικά στις ζωές ιδιαίτερων ανθρώπων της πατρίδας του. Χαρακτηριστικοί τύποι της Λέσβου και ιστορικά πρόσωπα που μετείχαν και διακρίνονταν στον κοινοτικό βίο, παραμυθάδες και γόητες, αστοί και αριστοκράτες, εραστές της καλοπέρασης και της ωραιότητας, διανθίζουν με την ιδιαιτερότητα του βίου τους τις περιγραφές των τόπων του νησιού. Ένα μωσαϊκό αναμνήσεων, με εικόνες από το Πλωμάρι, τη Μυτιλήνη, το Σίγρι, το Παλαιοχώρι και τη Μελίντα, εμψυχώνονται με γεύσεις και αρώματα από βουτυράτες μυτζήθρες και εύγευστα τυριά, μυρωδάτο ούζο, ρακές και τσίπουρα, φρέσκα ζαρζαβατικά και ψάρια, σπάνιους θαλασσινούς μεζέδες, νόστιμα κρέατα και σιροπιαστά γλυκά, για να φιλοτεχνήσουν το πορτραίτο του αγαπημένου νησιού. - Η Γιασεμή, η Αμερισούδα, η Διαμάντω, η Φωτεινή, η Πηνελόπη, η Βαρβάρα, οι ανώνυμες γυναίκες από το πρώην ανατολικό μπλοκ που εργάζονται στα σπίτια μας και κατακλύζουν τις πόλεις μας, ο Γιάννης, ο Μίροσλαβ, ο Φαρχάν, ο Τζιμ ή Ξενοφών, οι άνθρωποι του μόχθου και της ανάγκης διασταυρώνονται στις σελίδες του βιβλίου όπως και οι πατρίδες τους, ανταλλάσσοντας απόγνωση, πόνο, μοναξιά, εγκαρτέρηση, δάκρυα λύπης και χαράς. (.) - (Μαρία Μοίρα, ΑΥΓΗ, Κυριακή 16.10.2011)

Ιστορίες γεμάτες ελπίδα, όνειρα και προσδοκίες, που «ενηλικιώνονται» κάποτε άδοξα και άλλοτε στεφανώνονται τη γαλήνη της κατάκτησης των απλών, αλλά σπουδαίων. Αφηγήσεις που ζωντανεύουν επεισόδια ζωής, στα οποία λίγο πολύ όλοι υπήρξαμε μάρτυρες -είτε αυτόπτες είτε ακροατές προφορικών διηγήσεων. Με ήρωες καθημερινούς, που αποδεικνύονται και οι πιο σπουδαίοι τελικά και που πρωταγωνιστούν στο τελευταίο βιβλίο του Ξενοφώντα Μαυραγάνη με τίτλο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νησίδες». - Ο νομικός και δημοσιογράφος Ξενοφών Μαυραγάνης αναμετριέται με την τέχνη του διηγήματος και παρουσιάζει μια συλλογή από αυτά. Είκοσι πέντε στον αριθμό, τα περισσότερα υφαίνονται γύρω από πρόσωπα του παλιού Πλωμαρίου -Λέσβιος ο ίδιος στην καταγωγή- κι άλλα ξετυλίγουν γλυκόπικρες ιστορίες σύγχρονης μετανάστευσης. Με λόγο οικείο, αβίαστο, καθημερινό -με τα θετικά του προφορικού, χωρίς να στερείται συγγραφικής δεινότητας- στα ατού του οποίου προσμετράται και ένα γοητευτικό πάντρεμα πλωμαρίτικης ντοπιολαλιάς με στοιχεία καθαρεύουσας. - Έτσι, μέσα από τις σελίδες του μας συστήνει τη Γιασεμή, που στα 17 της υπήρξε το τελευταίο... «γιασεμί» του χωριού της, που έφυγε για να πεθάνει στα 92 της σ' εναν αγγλικό οίκο ευγηρίας. Στις ηρωίδες του συμπεριλαμβάνονται οι Πλωμαρίτισσες νοικοκυρές που «ξεχνούσαν» πάντα μια μικρή λεπτομέρεια από τις συνταγές που τους ζητούσαν. Η θεία Βαρβάρα, που καθ' οδόν για την ξενιτιά για να δει τις «λαχτάρες» και τις «αγάπες» της -τα παιδιά και τα εγγόνια- δεν την άφησαν να περάσει από τα σύνορα τα γλυκά του κουτουλιού και τον μπακλαβά της. Ενας πολυεκατομμυριούχος που έφυγε στα 95 του φτωχός σε απολαύσεις και πολυτέλειες χωρίς να καταφέρει να υλοποιήσει το άλλοθι της τσιγγουνιάς του...«την ενίσχυση των φτωχών και ορφανών του τόπου των γονιών του». Αλλά και ο Πλωμαρίτης καπετάνιος Πούλιας που προστάτευε τα νότια παράλια του νησιού από τις επιδρομές των Ψαριανών πειρατών. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι ιστορίες των ηρώων του ξετυλίγονται με φόντο ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα της Ελλάδας, ενώ η αφήγηση διανθίζεται από στοιχεία της λαογραφίας και της παράδοσης του νησιού με πρωταγωνιστή... «το δάκρυ τσι Παναγίας», το ευλογημένο και ξακουστό ούζο της περιοχής. Ενα βιβλίο που σε ταξιδεύει στη ζωή και που συνάμα σε κάνει να θέλεις να ταξιδέψεις μέχρι τη Μυτιλήνη. - (ΓΙΩΤΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ, εφημ. Αγγελιοφόρος, 6.8.2011)

Το 2009 ο Ξενοφών Ευστρατίου Μαυραγάνης, ο Πλωμαρίτης νομικός και δημοσιογράφος, ο γνωστός για την πολυσχιδή του δράση, μας έδωσε το πρώτο έργο του με τίτλο «Ο θείος μου ο Άγιος», το οποίο κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη, στη σειρά των εκδόσεων της εφημερίδας «Εμπρός». Κατά το τρέχον έτος κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη, στη σειρά των φροντισμένων εκδόσεων «Νησίδες», το δεύτερο έργο του, συλλογή 25 διηγημάτων με το χαρακτηριστικό τίτλο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» διαστάσεων 21χ14 εκ., απαρτιζόμενο από 204+4 σελίδες. - Ο συγγραφέας, άνθρωπος της γενιάς που μπήκε στο στίβο της ζωής με το έπος του 1940-41, είχε την ευκαιρία ν' αποθησαυρίσει αξιοποιήσιμες λογοτεχνικά θύμησες ως μαθητής, ως φοιτητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ως μαχόμενος δικηγόρος και ως δημοσιογράφος. Παράλληλα όμως πνεύμα ανήσυχο και φιλέρευνο, επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο και στη σπουδή της λεσβιακής ιστορίας και κατ' εξοχήν του γενέθλιου τόπου, του Πλωμαρίου και της ευρύτερης περιοχής του. - Άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε σε τρίτο ο Ξενοφών Μαυραγάνης ξετυλίγει τις υποθέσεις των διηγημάτων του, αντλώντας τες από γεγονότα, από περιστατικά, από καταστάσεις, από ιστορικά πρόσωπα όπως ο Πλωμαρίτης καπετάνιος των χρόνων της Επανάστασης του 1821 Δημήτριος Πούλιας (Πατρίδα 116-127) αλλά και από ανθρώπους της καθημερινής βιοπάλης και από γραφικούς τύπους. Η θεματική τους είναι πλούσια και μαρτυρεί πνευματική συγκρότηση, πείρα ζωής, ελευθερία σκέψης, στοχαστική διάθεση, κοινωνικό προσανατολισμό, χιούμορ, πολλές ευαισθησίες και περίσσια αγάπη για τη γενέτειρά του, για το νησί του, αλλά και για τη δεύτερη πατρίδα του τη νύμφη του Θερμαϊκού, όπου σπούδασε και σταδιοδρόμησε. - Θεματολογικός πυλώνας του ο άνθρωπος της υπαίθρου και των αστικών κέντρων, ως δουλευτής της γης, ως αποχειροβίοτος εργάτης, ως μετανάστης και ως αναζητητής της γης της επαγγελίας (Στου Βελγίου τις στοές 76-80), ως λαθρομετανάστης (Ήρθα για δουλειά 107-107) ως πολιτικός πρόσφυγας, ως Έλληνας επαναπατριζόμενος, ως θύμα του διεθνούς πολιτικού αμοραλισμού, ο οποίος δρα εν ονόματι δήθεν της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Το τελευταίο Ζάσταβα 183-189), κοντολογίς ως ενεργούμενο νοσηρών πολιτικο-κοινωνικών καταστάσεων. - Ο Ξενοφών Μαυραγάνης αξιοποιεί στα πεζογραφήματά του πλήθος πατριδογνωστικών, λαογραφικών, ηθογραφικών, γλωσσικών-ιδιωματικών, κοινωνικών και οικονομικών στοιχείων, τα οποία έχουν σχέση κατά κανόνα με τη Λέσβο. Διαθέτει παρατηρητικότητα, φωτογραφική και συγχρόνως διεισδυτική, η οποία δικαιολογεί και ενδυναμώνει την περιγραφικότητα και την αφηγηματικότητα, ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον ευανάγνωστο και ρέοντα λόγο του. - Χωρίς να είναι θιασώτης απαρχαιωμένων αντιλήψεων, αισθάνεται συχνά πυκνά λύπη, νοσταλγία ή αποστροφή γι' αυτά που με το πέρασμα του χρόνου χάνονται στον καταποτήρα του παρελθόντος ή αλλοτριώνονται επικίνδυνα ή μεταστοιχειώνονται ανορθόδοξα ή δρομολογούν τον όλεθρο και την καταστροφή, όπως η απόρριψη υγιών στοιχείων της παράδοσης, η ρηγμάτωση των ηθών και των εθίμων, η εγκατάλειψη και η ερήμωση της υπαίθρου (Οικίαι εκατόν είκοσι 14-18), η αποβιομηχάνιση του τόπου, η μείωση των αναγκαίων αγαθών, η θυσία των πάντων στη φρενίτιδα του εκσυγχρονισμού, η καταλυτική τυποποίηση των προϊόντων (Ψάρι με κεφάλι και ουρά 30-39, απ' όπου και ο τίτλος του βιβλίου, η δημογραφική αποδυνάμωση, η απώλεια της εθνικής ταυτότητας και της μητρικής γλώσσας (Η ρίζα του γιασεμιού 9-13), ο ογκούμενος ρατσισμός καθώς και η άμβλυνση του ωραίου και η περίσσεια της κακογουστιάς στη εποχή μας. - Με το δεύτερο αυτό βιβλίο ο Ξενοφών Μαυραγάνης έδωσε και άλλα δείγματα της θελκτικής γραφίδας του, της συγγραφικής στόφας του, της κοινωνικής ευαισθησίας του, της υφολογικής απλότητάς του και της πλεονάζουσας αγάπης για την ιδιαίτερη πατρίδα του. - (Γιάννης Χατζηβασιλείου, περιοδικό «Αγιάσος» Ιούλιος -Αύγουστος 2011, τεύχος 185).

«Η καταχνιά, αντάρα που λένε οι ντόπιοι, σκέπαζε το βουνό κι ένα επίμονο ψιλόβροχο μούλιαζε δέντρα, λουλούδια, φράχτες και σκεπές, όσες είχαν απομείνει, κι εξαφανιζόταν στη διψασμένη γη.
Το νερό στην παλιά βρύση με τις πέτρινες γούρνες έτρεχε πλούσιο και χειμαρρώδες, όπως πάντα, ξεδιψώντας τη γη, ανθρώπους και ζώα, κι ας ούρλιαζαν οι τηλεοράσεις και τα ραδιόφωνα πως θα πεθάνουμε της δίψας απ' την αναβροχιά. Πριν προλάβει η γριά Citroen, που άλλοτε έτρεχε αλαζονική σε φαρδείς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, να σταματήσει στην υποτυπώδη πλατεία, φάνηκαν στην άκρη του δρόμου τα δύο γεροντάκια, τελευταίοι κάτοικοι του οικισμού, απομεινάρια ενός παρελθόντος, και μιας αντίληψης ζωής ίσως, που έχει οριστικά χαθεί. Ενός οικισμού που, στον καιρό των Τούρκων, λογαριαζότανε από τους φορατζήδες ως "οικίαι εκατόν είκοσι δυνάμεναι", να πληρώσουν φόρους εννοείται.
Ασκεπείς χωρίς κάτι που να τους προφυλάσσει από τη βροχή, χαιρότανε που έπεφτε ασταμάτητα κι ένα χαμόγελο ικανοποίησης διαγραφότανε στα χείλη τους. "Βλέπαμίντα να ξιρινόντι τα δέντρα, τσι κλαίγαμι. Δόξα του θιο, π' έβριξι". Και καθότανε ήρεμοι στο πεζούλι του σπιτιού τους.» - Στο μικρό αυτό απόσπασμα από το διήγημα «Οικίαι εκατόν είκοσι» από τη συλλογή με τον τίτλο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» του Ξενοφώντα Μαυραγάνη μπορούμε να διακρίνουμε μερικά από τα χαρακτηριστικά της πρώτης του πεζογραφικής κατάθεσης, με την οποία ξεκίνησε το ταξίδι του στον χώρο της λογοτεχνικής απεικόνισης του κόσμου.
Τα διηγήματα της συλλογής σε πρώτο επίπεδο είναι απλά. Η γλώσσα είναι ηθελημένα ίσια, στρωτή, ρέουσα, μπολιασμένη έξυπνα με τη λεσβιακή ντοπιολαλιά και οι ιστορίες εμφανίζονται εκ πρώτης όψεως και αυτές καθημερινές, απλές, με γραμμική αφήγηση και εκφραστική λιτότητα. Ξαναδιαβάζοντάς τα, ωστόσο, διακρίνει κανείς από κάτω τον πραγματικό, σύνθετο χαρακτήρα τους. Στο πρώτο επίπεδο, με μια χαμηλή, διακριτική φωνή μιλούν για τον πόνο της ξενιτιάς και τον νόστο του γενέθλιου τόπου των περασμένων δεκαετιών, αλλά και για την προσφυγιά τού "σήμερα", τη βασανισμένη ζωή απλών ανθρώπων του χωριού, τον αγώνα της βιοπάλης, τη μοναξιά και την ανάγκη της οικογενειακής αγκαλιάς, τη ζεστασιά του ανθρώπινου χνώτου. Η προβλέψιμη εξέλιξη μπορεί να ξεγελάσει τον αναγνώστη, αφού δεν τον προϊδεάζει για την πραγματική φύση των ιστοριών αυτών: ιστορίες αργής και προοδευτικής ανάφλεξης, που δημιουργούν ερωτήματα και δεύτερες σκέψεις εκεί που κάποιος νόμιζε ότι διείδε μόνο πεντακάθαρες γραμμές και απλοϊκή πλοκή. - Ο Πλωμαρίτης συγγραφέας δένει μαεστρικά το λογοτεχνικό του οικοδόμημα με ελάχιστους και γνήσιους αρμούς: πρωτογενές υλικό, βιωματική γραφή, ήρωες που έλκουν την καταγωγή τους από μια άλλη εποχή άμεσα συναρτώμενη με την ατμόσφαιρα, τα ήθη και την κοινωνική ψυχολογία της λεσβιακής υπαίθρου. Σε αυτά τα ξεχωριστά στοιχεία θα πρέπει να προσθέσουμε τον πετυχημένο τρόπο με τον οποίο χωνεύει μέσα στην αφήγηση τον κοινωνιολογικό-δοκιμιακό του προβληματισμό για καταστάσεις και προβλήματα του «χθες» και του «σήμερα» (π.χ. την εγκατάλειψη της υπαίθρου, τη δημογραφική αποδυνάμωση κ.ά.), αλλά και συναιρεί την πανελλήνια δημοτική με τον διαλεκτικό τύπο που συστηματικά χρησιμοποιεί ως σημείο μάλλον και άκουσμα μυστικό, ως μυστική απαρχή του δεσμού του ανθρώπου με τον κόσμο.
O Μαυραγάνης στήνει μια τοπογραφία μνήμης και συναισθημάτων, μια περιήγηση στον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο. Διαγράφει τους χαρακτήρες των ηρώων του με πειστικότητα και απαλύνει την πίκρα και την απογοήτευσή τους για τα χτυπήματα της παλιοζωής με ανακουφιστικό και λυτρωτικό χιούμορ.
Οι ιστορίες του αποκτούν αυτοτέλεια διηγήματος χάρη στον μύθο και το επιμύθιο. Εδώ ακριβώς, μόλις ολοκληρωθεί η ανάγνωση, βλέπεις άλλοτε καθαρά και άλλοτε σαν αστραπή την τρυφερή, ελεγειακή διάθεση του συγγραφέα. Πέρα και πάνω από την ευδιάκριτη, συχνά πικρή νοσταλγία, μελαγχολία και ματαίωση, το βιβλίο αποπνέει ανθρωπιά και ζεστασιά που το κάνουν, τελικά, ένα αισιόδοξο βιβλίο. -
(Σκορδάς Παναγιώτης, εφημ. ΕΜΠΡΟΣ Λέσβου, 22.11.2011)

Πιστεύω πως σε μια περίοδο τέτοιας πρωτόγνωρης κι άθλιας στην εξέλιξή της κρίσης, ένα βιβλίο σαν κι αυτό που μας χάρισε ο φίλος Ξενοφών Μαυραγάνης, είναι μια παρηγοριά ευπρόσδεκτη και παράλληλα εξαιρετικά διδακτική. - Και το λέω αυτό γιατί τα είκοσι (μπορεί νά 'ναι και περισσότερα) χρόνια η διαδικασία της μνήμης ακυρώνεται μέσα από τη συσσώρευση άπειρων εικόνων που κουβαλάει το φορτίο της άμεσης πληροφορίας στην καθημερινότητά μας, κυρίως από τις μορφές της μαζικής πληροφόρησης, δηλαδή της τηλεόρασης κατά κύριο λόγο και του διαδικτύου το οποίο διατρέχουν οι νεότεροι. - Άρα ο δημιουργός που κάθεται να γράψει ένα βιβλίο, ο διανοούμενος που θέλει να αποτυπώσει διηγηματικά, γεγονότα και δρώμενα της καθημερινής και διαρκούς ζωής ενός τόπου είναι ένα σπάνιο είδος, σε σχέση με τους υπόλοιπους που γυροφέρνουμε στην καθημερινότητά μας χωρίς να φιλτράρουμε τις υπαρξιακές μας διαδρομές. - Ο Ξενοφών, έχοντας κατασταλάξει από τις εφήμερές του επαγγελματικές δραστηριότητες, έχει τη μεγάλη τύχη να μπορεί να αποδώσει σ' ένα βιβλίο τις ζωές, τις αγωνίες, τα πάθη αλλά και το άρωμα που διαπερνά τον γενέθλιο τόπο του. - Ο συγγραφέας γίνεται έμπειρος ανατόμος τής εν κινήσει ανθρωπογεωγραφίας μιας μικρής κοινωνίας που δεν διαφέρει και πολύ από άλλες της χώρας, σε χρόνους δύσκολους, όπου οι πρωταγωνιστές είχαν μία και μόνη αγωνία. να ζήσουν με λίγα αλλά . εν ειρήνη μετά τη ταραγμένη ζωή της προηγούμενης απ' αυτούς γενιάς. - Πολλές φορές σκέφτομαι ποια τύχη θα είχε η δική μας γενιά, αν ήμασταν υποχρεωμένοι να βιώσουμε δύο παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο και μια σειρά από πέτρινα χρόνια. - Ποια τύχη θα είχαμε τώρα εμείς που ζήσαμε χρόνια τρυφηλής αμεριμνησίας όπου πιστεύαμε πως το μικροαστικό μας περιβάλλον ήταν άτρωτο μέσα στο εθνικό και παγκόσμιο σκηνικό. - Αυτές οι εικόνες κι η επαρχιακή καθημερινότητα που περιγράφει ο Ξενοφών Μαυραγάνης στη συλλογή των διηγημάτων του, στις περιοχές του γενέθλιου χώρου του, είναι κατ' ουσίαν ταυτόχρονα μια διδαχή της εσώτερης μνήμης που σήμερα είναι απαραίτητη για τη θωράκιση απέναντι στη διάλυση του εν δυνάμει σημερινού μας κόσμου. Κάθε ήρωάς του και ηρωίδα, είτε λέγεται Γιάννης, Μίροσλαβ, Φαρχάν ή Γιασεμί, Διαμάντω ή Φωτεινή, έχει τις ίδιες ανάγκες για επιβίωση στην προσωπική του ερημία γιατί κάθε άνθρωπος του μόχθου καθορίζεται από τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητάς του. - Το διήγημα ως είδος της λογοτεχνίας κινείται σε δύο άξονες. Στον περιγραφικό περιεκτικό λόγο και στη σχέση των εικόνων που αναλύουν τα δρώμενά του. Δηλαδή στις περιγραφές των ηρώων και της δράσης τους πρέπει να καλύπτει ο συγγραφέας την ανάγκη του αναγνώστη να κατανοήσει τις σκηνές. Όπως για παράδειγμα κάνει ο Ξενοφών σ' όλα τα διηγήματά του και στο «Ψάρι με κεφάλι και ουρά» (σ. 38-39) και ακόμα ένα παράδειγμα για την πόση του ούζου, από δυο κολλητούς φίλους που αποδεικνύει τον απλό και εξαίρετο τρόπο παρατηρητικότητας και αφήγησης του συγγραφέα (σελ. 61). - Οι ήρωες των διηγημάτων του Μαυραγάνη, στην πλειονότητά τους δεν βρίσκονται βεβαίως στον δικό μας αστικό περίγυρο και δεν εκφράζουν τις όποιες υπαρξιακές αγωνίες τους με βάση τη σημερινή μας κατάσταση που στοιχειοθετείται από την τραπεζική χρηματοπιστωτική κρίση. - Είναι ήρωες που ο μικρόκοσμός τους βιώνει την αγάπη ή την απώλεια μέσα από το εθιμικό δίκαιο, μέσα από ανάγκη για μία κοινωνικότητα που καθορίζεται από την ουμανιστική παρακαταθήκη των προγόνων της, άσχετα με την καθημερινή τους ενασχόληση στα χωράφια, στις ελιές, στα καΐκια, στο βουνό ή στη θάλασσα. - Είναι ήρωες που μιλούν με τη ντοπιολαλιά τους, κι αυτό είναι ένα άλλο σημαντικό προσόν του συγγραφέα για τη μεταφορά της γλώσσας που χάνεται, γιατί η λογοτεχνία έχει κι αυτήν την υποχρέωση: Να μας διασώσει την ομιλία των τόπων που έζησαν οι γεννήτορές μας. - Πέρα όμως από τη λογοτεχνική αφήγηση των ιστοριών του γενέθλιου τόπου του, ο Ξενοφών καταγράφει γοητευτικά και την εξέλιξη των ιστοριών του και πέρα από τη Λέσβο, όπως για παράδειγμα την τραγωδία της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, μ' ένα κορυφαίο κατά την άποψή μου διήγημα («Το τελευταίο Ζάσταβα»), που μέσα σε επτά σελίδες αποκαλύπτει την αξιοπρέπεια του Βαλκάνιου ήρωά του. Ενός αντιπροσώπου των αυτοκινήτων Ζάσταβα, που κουβάλησε γενιές ανθρώπων και με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας έπαψε να υπάρχει (σ. 189). - Καταλήγοντας, θα πω πως ο Ξενοφών Μαυραγάνης, με ανθρώπινη ευγένεια, με καταλυτική απλότητα κι ευαισθησία και αμεροληψία και αισθήματα δικαίου, με στοργή και συμπόνια χρωματίζει αυτόν τον σπουδαίο πίνακα του διηγηματικού λόγου. Μέσα από αυτό το μωσαϊκό αποκαλύπτεται η ομορφιά της ζωής και η παρηγορία των δύσκολων καιρών. - Κι εγώ προσωπικά τον ευχαριστώ πολύ. - (Εισήγηση του Ηλία Κουτσούκου στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο «Πρωτοπορία» στις 25 Νοεμβρίου 2011)

Ο κ. Ξενοφών Μαυραγάνης μάς έκανε ιδιαίτερα εμφανείς τις αρετές του γραψίματος του από το προηγούμενο βιβλίο του ("Ο θείος μου ο Άγιος" που περιείχε χρονογραφήματα τα οποία δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Εμπρός" της Λέσβου). - Όπως είναι γνωστό, το χρονογράφημα αποτελεί δημοσιογραφικό είδος λόγου το οποίο όμως φλερτάρει με τη λογοτεχνία και πιο ειδικά με το διήγημα. - Σ' εκείνο λοιπόν το βιβλίο με τα χρονογραφήματα φάνηκε η ποιότητα της γραφής του συγγραφέα. Και όταν λέμε ότι κάποιος γράφει καλά δεν εννοούμε ότι ξέρει να γράφει περίτεχνα αλλά ότι έχει κάτι να πει, ότι έχει να δώσει και ότι ο αναγνώστης θα πάρει κάτι από τα γραφόμενα του. - Αυτό προφανώς είναι το ουσιαστικό. Όλα τα άλλα πιθανόν να γίνονται "για λόγους ανύπαρκτους" και πιθανότατα ευτελείς. Και ο έμπειρος και ευαίσθητος αναγνώστης αργά ή γρήγορα το αντιλαμβάνεται. - Το βιβλίο του κ. Ξενοφώντα Μαυραγάνη με τίτλο "Ψάρι με κεφάλι και ουρά" περιέχει 25 διηγήματα και ένα ακόμη για το οποίο θα σας μιλήσω στο τέλος. - Πεδίο δράσης των ηρώων του βιβλίου είναι όλη η οικουμένη και ειδικότερα όπου κατοικούν Λέσβιοι, με πρωτεύουσα και επίκεντρο της δράσης, αλλά και της οικουμένης τη Λέσβο. Δηλαδή τη γενέτειρα του συγγραφέα. - Υπάρχουν όμως και μερικά διηγήματα τα οποία διαδραματίζονται στον τόπο κατοικίας του συγγραφέα, τη Θεσσαλονίκη, και ένα τουλάχιστον στην Αθήνα. - Θα μπορούσε βεβαίως η συλλογή αυτή να περιείχε μόνο τα διηγήματα που αφορούν τη Λέσβο και να έμεναν τα υπόλοιπα ως μαγιά για μια δεύτερη. - Προσωπικά πιστεύω πως τα διηγήματα που αφορούν την οικουμένη της Λέσβου αποτελούν μια εκρηκτική ενότητα. Αυτό δεν σημαίνει πως τα υπόλοιπα δεν είναι το ίδιο αξιόλογα. Κάθε άλλο. Να αναφέρω ενδεικτικά "Το τελευταίο Ζάσταβα", το "Ήρθα για δουλειά" και το σχεδόν σπαρακτικό "Ετών εβδομήκοντα...". - Παρ' όλο λοιπόν που ο συγγραφέας μάς είχε προϊδεάσει με τα χρονογραφήματα του για το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει, το νέο του βιβλίο αποτελεί συγχρόνως έκπληξη και αποκάλυψη. Η έκπληξη αφορά τον γνήσιο λογοτεχνικό χαρακτήρα του βιβλίου, ενώ η αποκάλυψη αφορά το ίδιο το πρόσωπο του συγγραφέα - λογοτέχνη. - Ο κ. Μαυραγάνης από το πρώτο διήγημα του βιβλίου σε αιφνιδιάζει για την αρτιότητα του λόγου του όπως και το ουσιαστικό του περιεχόμενο. Προσωπικά όταν τέλειωσα το τρίτο διήγημα έπιασα τον εαυτό μου να μονολογεί "τι κάνει ο άνθρωπος! Δεν είναι δυνατόν"! - Από το πρώτο λοιπόν διήγημα αντιλαμβάνεσαι ότι αρχίζει ένα υψηλού επιπέδου Μαυραγάνειον νόστιμον ήμαρ. Μια πολύ δυναμική επιστροφή στον γενέθλιο τόπο όπου ο ιδιαίτερα φιλόκαλος οίστρος του λογοτέχνη δεν μπορεί να κρυφτεί. - Η επιστροφή στη Λεσβιακή γη και ατμόσφαιρα ξεκινά μέσω Νέας Ζηλανδίας, αφού εκεί κατοικούσε η ξενιτεμένη συμπατριώτισσα του Γιασεμή. Πρόκειται για το διήγημα "Η ρίζα του γιασεμιού". - Ο συγγραφέας, ζώντας για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, έζησε και ο ίδιος έναν ξενιτεμό, αφού κι αυτός έχασε εν μέρει το άμεσο και το εξ επαφής της συνέχειας της ζωής του τόπου του. - Αλλά το γεγονός αυτό εκόμισε σ' αυτόν μία στιβαρή και ουσιαστική νοσταλγία για την ιδιαίτερη του πατρίδα η οποία όπως είναι φανερό, τον διακατέχει πλήρως και αδιαλείπτως. Και το ουσιώδες για μας είναι ότι πλέον μπορεί να την εκφράσει λογοτεχνικά. - Αυτός είναι και ένας από τους τρόπους που επέλεξε ο ίδιος για να γεφυρώσει το χάσμα της ξενιτιάς που προαναφέραμε. Και όπως η Γιασεμή από τη μακρινή Νέα Ζηλανδία άφησε στον γιο της το προικώο της, κάτι ανάλογο πραγματοποιεί ο Ξενοφών Μαυραγάνης με τα διηγήματα αυτά. Τα κομψοτεχνήματα αυτά είναι τα δικά του προικώα που μας τα χαρίζει απλόχερα. Και μάλιστα όχι μόνον στους άμεσα κληρονόμους του και τους συντοπίτες του αλλά σε κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη. - Και μη φανταστείτε ότι ο συγγραφέας γράφει ό,τι θυμάται, κατά το ό,τι θυμάται χαίρεται. Είναι ολοφάνερο πως τα διηγήματα του αποτελούν καρπό ιδιαίτερης έρευνας και ψαξίματος. Αναφέρω για παράδειγμα το διήγημα "Πατρίδα" που αναφέρεται σε ιστορικές στιγμές στο οποίο μας δίνει και τη βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε. - Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως εν πολλοίς η λογοτεχνία αποτελεί μια δια λόγου έντεχνη κωδικοποίηση και μεταφορά της νοσταλγίας. - Και εδώ νιώθεις πως ο Ξενοφών Μαυραγάνης κάνει μια γενναία και ιδιαίτερα επιβλητική επίσκεψη στις ώρες και τις στιγμές του απολεσθέντος λεσβιακού χρόνου, αναζητώντας τον για να τον ανασυγκροτήσει και να τον ανασυστήσει. Πρώτα γι' αυτόν και μετά για μας. - Ο συγγραφέας, σμιλεύοντας τον χρόνο, περασμένο και παρόντα, μάς τον παραδίδει ως "Ψάρι με κεφάλι και ουρά". Δηλαδή άρτιο. - Και προφανώς το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί έργο ενός γραφιά-καταγραφέα αλλά κατόρθωμα ενός ποιητή. - Σ' αυτό είναι εμφανές ότι αξιοποίησε τις ιδιότητες του δικηγόρου και του δημοσιογράφου, αλλά δεν έμεινε σε καμία από αυτές, αφού, όπως φαίνεται, είχε μάθει πολύ καλά από το μάθημα του συνταγματικού δικαίου, την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών. - Και έτσι εκεί που σταματούσε η δημοσιογραφική έρευνα και τα αποδεικτικά στοιχεία της νομικής και της επί δικαστηρίω δικηγορικής ξεκινούσε η λογοτεχνία. - Έτσι, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί κανένας να χαρακτηρίσει τον λόγο του βιβλίου ως δημοσιογραφικό. Και αυτό σου προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, αφού οι περισσότεροι σήμερα συγγραφείς, οι οποίοι μάλιστα θεωρούν τον εαυτό τους λογοτέχνη, δεν εκφράζονται λογοτεχνικά αλλά δημοσιογραφικά. Στην καλύτερη δε περίπτωση σεναριογραφικά, όπως ανέφερα και σε μια άλλη περίπτωση. - Όσοι διαβάσατε το βιβλίο θα έχετε διαπιστώσει πως ο συγγραφέας δεν έχει δυσκολία στο να αναπαραστήσει το φόντο των διηγημάτων του, δηλαδή το τοπίο της Λέσβου, αλλά και την ίδια τη ζωή της. - Όπως, φαίνεται λοιπόν, όλον αυτόν τον κόσμο τον περιέχει εντός του και τον κουβαλά μέσα του και έτσι ο αναγνώστης είναι σίγουρος ότι ο συγγραφέας αναφέρεται σε πράγματα που τα έχει ζήσει. Πρόκειται για πράγματα τα οποία θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ανθρωπογεωγραφία αναπνοών, ελπίδων ή απογοητεύσεων. Μα πιο πολύ ζωής. - Έτσι, αρχίζοντας την ανάγνωση δεν αργούν να σε κατακλύσουν οι οσμές, οι γεύσεις, οι μουσικές, η ευρύτερη ατμόσφαιρα, και το ήθος των ανθρώπων. Και μάλιστα χωρίς τίποτα απ' όλα αυτά να φαίνεται ότι είναι φτιαχτό και επιτηδευμένο. - Όλα μοιάζουν ιδιαίτερα φυσικά όπως μοιάζει να είναι όλος ο λαϊκός πολιτισμός ακόμη και όταν περιέχει αρχοντικά και αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Ακούστε, για παράδειγμα, την παραδοσιακή μουσική και τα τραγούδια της Λέσβου. - Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να προσθέσουμε πως ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση της τοπικής διαλέκτου σε κάποιους διαλόγους των διηγημάτων. Και έτσι με τη ντοπολαλιά συμπληρώνεται το ευρύτερο περιβάλλον και σκηνικό που περιγράψαμε πιο πάνω. - Όσοι κατάγονται από μέρη στα οποία μιλιούνται ακόμη οι διάλεκτοι, με ιδιαίτερη χαρά συναντούν λέξεις τις οποίες άκουγαν από τους παππούδες και τις διασώζουν οι παλιότεροι. - Όπως γνωρίζετε, το διήγημα θεωρείται ο φτωχός συγγενής του πεζού λόγου αφού το αναγνωστικό κοινό προτιμά τα μυθιστορήματα. Παρ' όλα αυτά διάβασα με ιδιαίτερη αγωνία και ορισμένες φορές απνευστί την εξέλιξη κάποιων από τα διηγήματα τα οποία θα μπορούσαν και από μόνα τους να αποτελούν μια αυτοτελή έκδοση. Έστω ολιγοσέλιδη. Ακόμη και 2-3 σελίδες. Το διήγημα όπως και το ποίημα αποτελεί αυτόνομη μονάδα. Μπορούμε να πούμε πω μπορεί και να "σερβιριστεί" με το κομμάτι. Πολλές φορές ένα ποίημα ή ένα διήγημα μπορεί να ισοδυναμεί με το διάβασμα 10 μυθιστορημάτων. Όπως γνωρίζετε ο Κωνσταντίνος Καβάφης διακινούσε τα ποιήματα του ένα ένα. - Εν κατακλείδι και ανακεφαλαιώνοντας: Ο γνωστός δικηγόρος και δημοσιογράφος, συνταξιούχος πλέον, αλλά πάντα μάχιμος και συνεπής στη σχέση του με τον λόγο, τη γραφή και την έκφραση πασκίζει τα τελευταία χρόνια μέσα από τα χρονογραφήματα και τα διηγήματα του να ανασυστήσει τον χρόνο και τα πεπραγμένα του που ο ίδιος είδε και έζησε. - Τα βιβλία του αποτελούν μια μαρτυρία και συνάμα μια ξεχωριστή φανέρωση σχέσεων, την οποία ο συγγραφέας επεξεργάζεται έντεχνα και με ιδιαίτερο πάθος ως ένα είδους προσωπικού χρέους. Ή ακόμη και αδήριτης ανάγκη για τη διάσωση της απαραίτητης και ωφέλιμης αυτής μνήμης και γνώσης. Μια διάσωση όχι βεβαίως καταναγκαστική ή φολκλορική αλλά με την έννοια της διαιώνισης της, "παρέχοντας" ή περιβάλλωντας τον ταπεινό και κατά συνέπεια γνήσιο και αριστοκρατικό "χαμένο" κόσμο με το ανάλογο κομμάτι αθανασίας που δικαιούνται. Και τελικά τη μετεξέλιξη του στον κόσμο της τέχνης και της ποιητικής αειφορίας. - Απόδειξη αυτού είναι η ευρύτερη εισβολή της νοσταλγίας που σε κατακλύζει από τα πρώτα διηγήματα του βιβλίου, στα οποία η "αναγκαία" χρήση της τοπικής ντοπιολαλιάς της Λέσβου αποτελεί συγχρόνως και ένα σύγχρονο σχόλιο στην κενή ισοπέδωση της γλώσσας και της ανάδειξης της ποιητικής διάστασης των ποικίλων διαλέκτων της ελληνικής λαλιάς. - Έτσι, ο κόσμος της Λέσβου γίνεται οικουμένη και πρωτεύουσα του σύμπαντος κόσμου. Με τον τρόπο αυτό κάθε αναγνώστης πολιτογραφείται πολίτης της ποιητικής Λέσβου του Ξενοφώντα Μαυραγάνη. Τον ευχαριστούμε. Όσο για το 26ο διήγημα που σας προανέφερα, πρόκειται για το μεστό βιογραφικό του συγγραφέα που βρίσκεται στο αυτί του εξωφύλλου του βιβλίου. -
(Εισήγηση του Στέλιου Κούκου στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Πρωτοπορία στις 25 Νοεμβρίου 2011)

Ο Ξενοφών Μαυραγάνης αναδεικνύεται ως επικούρειος που μετέρχεται της αφηγήσεως και του γραπτού λόγου για να υπερασπιστεί το απόφθεγμα «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος». Ταυτοχρόνως, όμως, είναι και ένας υμνητής της ανόθευτης λιτότητας του βίου. Οπότε προκύπτει ένας συγγραφέας θηρευτής ηδονών οι οποίες συμβαίνει να ανθίζουν στη φτώχεια ή την ταπεινότητα. - Ο Ξ.Μ. είναι βέβαια ένας «μολεμένος αστός», ένας δικηγόρος με τα σέα και τα μέα του, και υπό φυσιολογικές συνθήκες θα εμφανιζόταν ως «οριενταλιστής» της φτώχειας. Ευτυχώς, οι συνθήκες δεν είναι φυσιολογικές. Το αφύσικο του πράγματος συνίσταται στο γεγονός ότι, αν και αστός, οι συγγραφικές του καταβολές είναι παπαδιαμαντικές. - Δεν εννοώ τη γλώσσα αλλά τους ήρωες που ξεθάβει από έναν αρχέγονο κόσμο. Πρόσωπα που βγαίνουν από την ομίχλη του προπερασμένου αιώνα ή από το ημίφως του περασμένου. Τυραγνισμένοι, κακοπαθημένοι, με κρυφά ή ανατιναγμένα δημοσίως πάθια, του πνεύματος και του σώματος. - Οι άνθρωποί του είναι φυσιολογικοί, κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, οι ήρωές του δεν είναι επιτηδευμένοι, δεν κομπάζουν, δεν φτύνουν ψηλά και επιπλέον έχουν αυτό το είδος περηφάνιας που το αναγνωρίζεις εύκολα γιατί δεν χρειάζεται να κραυγάσει. Απλώς είναι. - Οι ήρωές του είναι ζηλευτοί διότι επιπλέον είναι υπαρκτοί και είναι ακόμη πιο ζηλευτοί διότι αυτός ο μπαγάσας τούς ακούμπησε αλλά δεν τους ξόμπλιασε για να μας τους παρουσιάσει. Τους άφησε ελεύθερους και μέρωσε ακόμη και τη συμπάθεια και την τρυφερότητα με την οποία τους περιβάλλει. Πίσω από τον διαρκή σαρκασμό του Ξ.Μ. κατοικοεδρεύει ένα γνήσιο χαμόγελο που χαρίζεται και δεν πουλιέται. - Ο ίδιος, βέβαια, υποκρίνεται ότι γράφει αναμνήσεις, αλλά είναι σαν να μας κλείνει το μάτι λέγοντάς μας: «σας λέω ένα αληθινό ψέμα, μια ψεύτικη αλήθεια για τα έχουμε ανάγκη, πανάθεμα, για να ξαναβρούμε τα ζύγια μας, είναι οι βοηθητικές ρόδες για να μάθουν τα παιδιά μας ιπποδήλατο και οι μεγαλύτεροι να το ξαναθυμηθούν. Αν θέλετε να είναι αληθινοί, διαβάστε τις περιπέτειές τους ως ημερολόγιο του βίου τους. Αν θέλετε να είναι γεννήματα της φαντασίας μου, πάλι καλά. Το αποτέλεσμα μετράει. Τι ανάσταση, τι γέννηση, εξ άλλου». - Αλλά γιατί είναι ο Ξ.Μ. ένας απροσχημάτιστος επικούρειος; Διαβάζοντας τις περιπέτειες των πάμφτωχων ηρώων του πιάνει κανείς εύκολα τον χορτασμένο εαυτό του να ξερογλείφεται μπροστά στα ταπεινά προσφάγια τους. Χόρτα των χαντακιών της Λέσβου, ελιές καλοπλυμένες από το χώμα ζητιανεμένες, λάδια δεύτερης ποιότητας, κομματάκια τυρί στην άκρη ενός πιρουνιού που δεν γεμίζει ποτέ, σουφρωμένες πιπεριές, μαραμένες μελιτζάνες, κλεμμένα αυγά, χθαμαλές ψαριές με αγκαθόψαρα, άσπρες φασόλες με αγουρέλαιο, ανάλαδη φακή, σουπιές, καλαμαράκια και χταπόδια, κουκιά όλα συνοδευμένα με το δάκρυ της Παναγιάς. Κι ακόμη σύκα και πετιμέζια, κολοκύθια και μουστοκούλουρα, ριτσέλια και λουκάνικα με καρύδια, κυδωνόπαστα. Ύμνοι στη ρίγανη και στη θρίμπα, στο θυμάρι και στο χαμομήλι, στο δενδρολίβανο και στους λεμονανθούς. Σελίδες επί σελίδων γεμίζουν με κάθε είδους λεπτομέρειες. Όσοι αντέξουν, ας κρατήσουν σημειώσεις. - Οι ήρωες του Μαυραγάνη, όμως, δεν είναι χαζοσέφ. Στην τροφή τους δεν υπάρχει κανένα φαγώσιμο εισαγωγής, τίποτα εκκεντρικό, διαπρέπουν στο να αρκούνται σε όσα η γη που πατάνε και καλλιεργούν παράγει αναλόγως την εποχή. Όσα η θάλασσα τους δίνει κάθε μέρα. Ίσως ακούγονται λίγα, αλλά ο Ξ.Μ. μας δείχνει πόσο πολλά είναι. Ένας ολόκληρος Τσελεμεντές του Φτωχού. Ένα φτωχό παστωμένο ψάρι φτάνει να γλείφεις τα δάχτυλά σου με τις ώρες. Κι έτσι οι ήρωές του δεν είναι καλοφαγάδες κοιλιόδουλοι ή αστοί με διάρροια επιτήδευσης. Αυτά τα λιγοστά έχουν, όταν τα έχουν, και ευλογάνε τον Θεό για την καθημερινή παρουσία τους στο τραπέζι τους. - Και φυσικά οι ήρωές του επιπλέον ερωτοπαθείς. Τρέχουν ζουμιά (και μη κοκκινίσετε ή σκανδαλισθείτε) στα σκέλια τους, τα δάχτυλά τους βρίσκουν δρόμο στην ηδονή δίχως προστυχιές ή βλακώδη υπονοούμενα. Η ερωτική τους αδημονία είναι πλαισιωμένη από παιδική συστολή. Οι εξομολογήσεις τους είναι λύτρωση και όχι σεξουαλική επίδειξη. Και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κρύβεται μέσα σε όλα τούτα. Μετέρχεται τη δικηγορίστικη γλώσσα, για πολύ λίγο ευτυχώς, αλλά δεν χρησιμοποιεί τη δικολαβίστικη προσέγγιση. Είναι πικρόχολος ή και πικρός, συχνά δε ευθέως πικραμένος. - Αυτή η χαρά της ζωής αναδύεται μέσα από την ανάγνωση των περιπετειών και παθημάτων του μικρού Παναγιώτη, δέκα γραμμάτων της Κατοχής, του καπετάνιου που κάνει θάλασσα τον κήπο της σύνταξής του, του ερωτοπαθημένου καλόγερου, του Τριαντάφυλλου και του ιπποδηλάτου του, της καπετάνισσας που θα αγαπούσαν όλοι οι άνδρες του κόσμου, του λιπόσαρκου Νικόλα, του ξυπόλυτου Άνεμου, του Γιάννη του οικοδόμου και του Σ.Κ. Τα δυο τελευταία είναι και τα μοναδικά «αστικά» όσο και σύγχρονα αφηγήματα. Ίσως για να τεθεί ευθέως η ερώτηση αν κέρδισαν ή έχασαν τη ζωή τους τούτοι οι ήρωες και να απαντηθεί το ερώτημα στο έσχατο κείμενο το οποίο τελειώνει με τη λέξη «ίσως». Ένα «ίσως» όχι αμφίθυμο, αλλά ενεργητικής στωικότητας. - [Απόστολος Λυκεσάς, Απροσχημάτιστες αφηγήσεις, Η ΑΥΓΗ, 3 Νοεμβρίου 2013]

 

[ISBN:978-960-9488-08-2]

Nικ. Α. Μπινιάρης,
Το κάλεσμα της ερήμου

Ο Νικόλαος Α. Μπινιάρης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός, οικονομικά και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Βοστόνης και Βιρτζίνια. Έχει διδάξει φιλοσοφία και πολιτική θεωρία, καθώς και διεθνείς σχέσεις. Η μελέτη της Ιστορίας αλλά και η οικονομία υπήρξαν θέματα που τον απασχόλησαν σε όλη του τη ζωή. Ταυτόχρονα, έχει ασχοληθεί με επιχειρήσεις σε διάφορους τομείς σε Ελλάδα, Αμερική, Αγγλία και Γερμανία. Τα τελευταία χρόνια τα ενδιαφέροντα του έχουν στραφεί στο πρόβλημα του περιβάλλοντος και της συμβατότητάς του με την επιστήμη και την τεχνολογία. Έχει δημοσιεύσει μελέτες πάνω στην οικονομία και τις διεθνείς σχέσεις. Είναι παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.

Το βιβλίο αυτό έχει γραφεί σαν μυθιστόρημα. Η αναφορά του στο παρελθόν και στην επίμονη παρουσία του παρελθόντος στο εκρηκτικό παρόν, απευθύνεται στον αναγνώστη που έχει την επιθυμία να διαβάσει, να σκεφτεί και ν' αποφασίσει. Στον ποταμό Ιερεμίακα, με το αραβικό όνομα Γιαρμούκ, έγινε το 636 μ.Χ. μια ιστορική μάχη που άλλαξε την πορεία της Ιστορίας και την αλλάζει έως και αυτήν τη στιγμή. Η σημερινή Δύση, ειδωλολατρική, Αναγεννησιακή, αλλά και μετα-μοντέρνα, δοκιμάζεται στα έσχατα όριά της στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή για την επιβίωσή της. Έχοντας ανασυστήσει το αρχαίο κράτος του Ισραήλ και την Ελλάδα, κομμάτι μιας πανάρχαιας και δισυπόστατης παράδοσης Φυσιοκρατίας και Χριστιανισμού, η Δύση περιμένει περιδεής και αναποφάσιστη το μοιραίο. Διακυβεύοντας μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο του Διαφωτισμού και της Επανάστασης την ίδια της την ιστορική παρουσία, βρίσκεται ανέτοιμη να κατανοήσει τα κύματα της ιστορικής έκρηξης των μαζών άλλων παραδειγμάτων τα οποία, επαναστατώντας κατά της ίδιας της μήτρας της έννοιας της Ιστορίας, θα επιχειρήσουν τη μητροκτονία. Έτσι, θα προσπαθήσουν να επαναφέρουν την αρχέγονη αταξία των πραγμάτων στην εν αρμονία και μέτρω τάξη της πορείας του ήλιου, απονέμοντας δικαιοσύνη σ' όσους μέσα στην απορία τους θεμελίωσαν μια νέα Βαβέλ. Η αρχαία σοφία των προγόνων μεγάλων και περίλαμπρων λαών θα χαθεί μέσα στον μεγάλο κρότο της επιστήμης, η οποία άνευ αρετής έγινε και είναι μόνο πανουργία.

Ένα βιβλίο με πολυεπίπεδες τομές στον χρόνο, σε μιαεκρηκτική συγκυρία για το μέλλον της περιοχής και της πατρίδας μας. Ο συγγραφέας στοχάζεται σε βάθος ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη του ανθρωπίνου όντος, ενώ συγχρόνως αναλύει γεγονότα που καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Αξίζει να διαβαστεί από όλους με την απαιτούμενη προσοχή.

Κώστας Μελάς, οικονομολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου

 

[ISBN:978-960-9488-07-5]

Δέσποινα Λέφα,
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΟΥ ΔΕΛΤΑ

Τρία ποιητικά γραμμένα μικρά πεζά, για τα μείζονα πανανθρώπινα προβλήματα.
Τη στιγμή της εντεινόμενης αγωνίας του για την καλπάζουσα διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στις οποίες ανέκαθεν ο άνθρωπος αντιστάθηκε και τις οποίες καλείται πάλι να αντιμετωπίσει, δεν παύει να προσπαθεί να εντρυφήσει σε όλα τα ακρογωνιαία, πανανθρώπινα ερωτηματικά. Η Δέσποινα Λέφα γεννήθηκε το 1959 στην Αθήνα όπου και ζει.

Άλλα έργα της Δέσποινας Λέφα στις «Νησίδες»:

Μετατοπίσεις, μικρά πεζά, 2004
Αντι-Θυέστης και άλλες ιστορίες βρώσης, μικρά πεζά, 2005
Ατοπίες, μικρά πεζά, 2008
Το τέλος της φοβίας, μικρά πεζά, 2010
Μετέφρασε το βιβλίο του Γκέοργκ Γιόζεφ Πάουλους

Περί του ανθρωπίνου κάλλους ή μια άλλη κωμωδία, το οποίο κυκλοφορεί στις «Νησίδες» (2009).

 

[ISBN:978-960-9488-05-1]

Μαρία Πάλλα,
ΜΙΚΡΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ
(μυθιστόρημα)

Η Μαρία Πάλλα γεννήθηκε το 1952 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. (τμήμα Ιστορικών σπουδών) και συνέχισε στη Γαλλία, στο Universite Paris VII (Jussieu) και στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (EHESS). Από το 1985 εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και απ? το 1991 υπηρετεί ως καθηγήτρια φιλόλογος στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έως το 2003 δημοσίευε μελέτες σε ιστορικά και φιλολογικά περιοδικά. Εισηγήσεις της έχουν δημοσιευθεί επίσης σε πρακτική συνεδρίων. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίσθηκε το 2003 με εννέα πεζογραφήματα υπό τον τίτλο Απώλειες, που κυκλοφόρησαν εκτός εμπορίου απ? τις εκδόσεις "Νέα Πορεία". Η νουβέλα Πυροτεχνήματα στη νύχτα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πάροδος, 9, περίοδος δεύτερη, Ιούν. 2006. Αυτό είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Ο εικοστός αιώνας κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μιά ανάσα, γοργό το τραίνο της Ιστορίας τον άφησε πίσω μαζί με τους άλλους. Μόνο που αυτή η ανάσα είχε επώδυνες αιωνιότητες μέσα της, αιματηρές και νοσογόνες, γεμάτες πίκρα και δάκρυα, κι ακόμα αναζητούνται φάρμακο για τον ανθρώπινο πόνο, χνάρια που οδηγούν στην αγάπη. Οι μηχανιστικές ερμηνείες καλώς κρατούν. Το σύμπαν απέχει έτη φωτός, ό,τι κι αν προσπαθούμε, μες στη νοησιαρχία και την εξειδίκευση συντονίζουμε βραχν?ς ρευστές συμπεριφορές. Το πρωί πήγαμε στην Ανάσταση, απόψε τηλεόραση, αεροπλάνο ανεβαίνει στους ουρανούς, διαλύει παλμο?ς φαντασίωσης και το έργο προς διερεύνηση. Η ζω? καθεαυτήν μοιάζει με αυτό που ήταν τον Μεσαίωνα, ή λίγο πριν, ή πιο μετά? δεν ξέρεις γιατί έζησες, ούτε και πώς να πεθαίνεις, μέσα σε γιορτές υπολογιστών -αυτοί συνεπείς καθ' ολοκληρίαν- και των κατασκευαστών τους. Συμβαίνουν αυτά, να πούμε, κάπου στο άπειρο θα ξεχάσουμε το πώς ζήσαμε.

Τέσσερις γενιές ανθρώπων, οι μικρές ιστορίες τους, η ιστορία της πόλης τους, της Θεσσαλονίκης.

Άννα Αγγελοπούλου

Η μνήμη του ιστορικού χώρου της Θεσσαλονίκης στο μυθιστόρημα Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα της Μαρίας Πάλλα

Στο μυθιστόρημα της Μαρίας Πάλλα Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα η «μεγάλη» ιστορία των ειδικών επιστημόνων, των ιστορικών, συνάντησε τη λογοτεχνία, έγινε λογοτεχνία. Αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν ένα συναρπαστικό κείμενο μυθοπλασίας που αφηγείται τη «μικρή» ιστορία προσώπων από τέσσερις γενιές ανθρώπων στη Θεσσαλονίκη, μία ιστορία που υμνεί τη δύναμη της αγάπης μέσα στη θύελλα των ιστορικών γεγονότων του 20ου αιώνα που σάρωσαν την πόλη, μία ιστορία που καταλήγει να ηχεί ως αιώνιο και διαχρονικό τραγούδι, ως «τραγούδι του έρωτα σε ουράνια συναυλία» (είναι η τελευταία φράση του μυθιστορήματος).
Διαβάζοντας το κείμενο οι αναγνώστες αντιλαμβάνονται σχεδόν αμέσως ότι ο τόπος-σκηνικό, όπου διαδραματίζεται η ιστορία, είναι η Θεσσαλονικέων πόλις, η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη, όμως, δεν είναι μόνο ο τόπος όπου κινούνται, δρουν, ζουν και πεθαίνουν οι ήρωες του μύθου. Από τις πρώτες έως τις τελευταίες σελίδες του έργου η αφήγηση φαίνεται ότι βλέπει την πόλη ως χωροχρόνο, δηλαδή ως ιστορικό χώρο που επηρεάζει καταλυτικά τη ζωή των ατόμων κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η περιπέτεια των ιστορικών γεγονότων, που βίωσαν συλλογικά ομάδες του πληθυσμού της πόλης, μετασχηματίζεται από την αφήγηση σε προσωπική περιπέτεια των ηρώων του έργου.
Η αφηγηματική φωνή αναπαριστά, μέσω μίας αριστοτεχνικά επεξεργασμένης λόγιας και συνάμα λαϊκής γλώσσας, εικόνες από τη συλλογική συνείδηση για τον ιστορικό χώρο της Θεσσαλονίκης, έτσι όπως αυτές έχουν διασωθεί σε τόπους της ιστορικής μνήμης που μελετούν και διαχειρίζονται οι ιστορικοί. Εννοώ ως τόπους ιστορικής μνήμης τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες, τις συλλογές οπτικοακουστικού υλικού από το παρελθόν, τα περιοδικά και τις εφημερίδες, τις μουσικές ανθολογίες, τις αυτοβιογραφίες, τα αρχιτεκτονικά μνημεία και τα κτίρια της πόλης, τα μουσεία και πολλές άλλες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές, όπου οι ιστορικοί αναζητούν και επιλέγουν στοιχεία της μνήμης και των εμπειριών ατόμων και ομάδων, για να τα επεξεργαστούν και να συντάξουν κείμενα ιστοριογραφίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Μαρία Πάλλα έχει καταφύγει σε τέτοιους κοινούς τόπους ιστορικής μνήμης για να αντλήσει στοιχεία, με σκοπό να δημιουργήσει ένα κείμενο μυθοπλασίας και όχι ιστοριογραφίας. Υπάρχει όμως ακόμα ένας τόπος ιστορικής μνήμης, από τον οποίο άντλησε υλικό, ανασύροντας εικόνες του παρελθόντος: είναι ο τόπος της δικής της μνήμης, της ατομικής, που όμως δεν αποτελεί μόνο προσωπική, ιδιωτική υπόθεση. Γιατί, οι μνήμες, που συγκροτούν την ατομική μας ταυτότητα επηρεάζοντας τον τρόπο σκέψης και καθορίζοντας ίσως κατά πολύ τη ζωή μας, δεν είναι μόνο δικές μας. Είναι μνήμες συλλογικών βιωμάτων που έχουμε κατά κάποιον τρόπο κληρονομήσει από τις οικογένειές μας και που μας έχουν μεταδοθεί μέσα στους τόπους των κοινωνικών ομάδων και των κοινοτήτων στις οποίες ανήκουμε. Και στο σημείο αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι η συγγραφέας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης, έζησε και ζει στη Θεσσαλονίκη, κινήθηκε και συνεχίζει να κινείται στους ίδιους τόπους του ιστορικού χώρου της πόλης όπου κίνησε τα πρόσωπα-ήρωες του έργου της.
Η παρουσία της μνήμης του ιστορικού χώρου της Θεσσαλονίκης δηλώνεται αμέσως, από την αρχή του κειμένου, και λειτουργεί ως τη βάση ύφανσης πάνω στην οποία υφαίνεται και διαπλέκεται η ιστορία της αφήγησης. Θα επιχειρήσω παρακάτω πολύ συνοπτικά να εξηγήσω τι εννοώ, κάνοντας αναφορές-παραδείγματα σε αποσπάσματα του κειμένου.
Στην «Κυριακή», όπως τιτλοφορείται το πρώτο κεφάλαιο του έργου, η αφήγηση, αφού προτάξει το χρονικό και τοπικό προσδιορισμό, στη συνέχεια αρχίζει να αναπαριστά εικόνες συλλογικής μνήμης από τον τόπο και τον χώρο όπου θα κινηθούν οι ήρωες και θα διαδραματισθεί η ιστορία τους.
Το 1919 σε πολλές συνοικίες γύρω από το κέντρο απέμεναν ένα-δυο σπίτια σωστά, περισσότερα ερείπια. και συστάδες διάφορες από δημοτικά πανομοιότυπα παραπήγματα είχαν δημιουργηθεί για να εξυπηρετήσουν περιστασιακά τους πυροπαθείς και τους νεήλυδες που κατέφθαναν από απώτερες και εγγύτερες περιοχές.
Ο χρόνος, το 1919, ορίζεται ξεκάθαρα, χωρίς όμως να δίνεται προς το παρόν το όνομα του αστικού χώρου. Ωστόσο, εκτός από την ακριβή χρονολογία, δίνονται στοιχεία μέσα από φράσεις-δείκτες που αρχίζουν να συγκροτούν την ταυτότητα της πόλης ως ιστορικού αστικού χώρου.
Η φράση «υπολείμματα αγγλογαλλικών στρατευμάτων κατοχής περιφέρονταν στην πόλη από Εγνατία και κάτω...» μαζί με τη φράση «Βέβαια ο πόλεμος είχε τελειώσει», σε συνδυασμό με τη χρονολογία «1919» και τους χαρακτηρισμούς «πυροπαθείς» και «νεήλυδες», είναι ασφαλώς δείκτες αναφοράς στα γεγονότα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου (παρουσία στρατευμάτων των Δυνάμεων της Εntente στην πόλη, η πυρκαγιά του 1917, η άφιξη προσφύγων μετά το τέλος των βαλκανικών πολέμων). Από την άλλη πλευρά, η αναφορά στην κεντρική οδό «Εγνατία», οδό γνωστή και σε μη Θεσσαλονικείς, αποτελεί την πρώτη ασφαλή ένδειξη για το όνομα της πόλης.
Η αφηγηματική φωνή, όμως, αποφεύγει να αποκαλύψει ακόμα το όνομα, αλλά προτιμά να σκιαγραφήσει εικόνες της συλλογικής μνήμης για την πόλη, εικόνες από βιώματα ομάδων ανθρώπων που κινούνται μέσα στον αστικό χώρο και ζουν την περιπέτεια των ιστορικών γεγονότων. Το βλέμμα της επικεντρώνεται κυρίως σε ανθρώπους που μετακινούνται «με τα τραμ τσουβαλιαζόμενοι στανικώς», αλλά και σε πολλούς άλλους που κυκλοφορούν με τα πόδια, προσπαθώντας να αποφύγουν τους «αμαξηλάτες» και τους «καραγωγείς», καθώς και κάποια «αυτοκίνητα τρελλά». Εστιάζει σε άνθρωπους βασανισμένους από τη φτώχεια που περιμένουν μετά τη λήξη του πολέμου «να εμφανιστούν ξανά τα τρόφιμα και να λογικευθούν οι τιμές», σ'ένα «φτωχολόι» από υπαλληλίσκους, εργάτες και υποαπασχολούμενους που «αγωνιούσαν για την εξασφάλιση του καθημερινού ψωμιού». Άλλωστε, οι αναγνώστες σε λίγο θα διαπιστώσουν ότι στη Φτωχολογιά της Θεσσαλονίκης ανήκουν και οι ήρωες του μύθου.
Μεταφέροντας τις εικόνες αυτών των φτωχών ανθρώπων, η αφήγηση προσθέτει ένα ακόμα όνομα-δείκτη, τον «Μεβληχανέ», το όνομα του μουσουλμανικού τεκέ (μοναστηριού) των Μεβλεβί δερβίσηδων, που βρισκόταν έξω από τα δυτικά τείχη, στο Βαρδάρη, εκεί που άρχιζε η οδός Αγ. Δημητρίου. Πρόκειται για τόπο-μνημείο που συνδέεται με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης, αλλά και με το ιστορικό γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς:
στον Μεβληχανέ (από εκεί λέγανε πως είχε ξεκινήσει η πυρκαγιά), όπου τα τουρκικά καφενεδάκια, οι υπαίθριοι κουρείς που ξυρίζανε με την ψιλή για είκοσι λεπτά της δραχμής, νωχελείς θαμώνες σε μικροκαταστήματα, το αργό βάδισμα των Θεσσαλονικέων μουσουλμάνων, οι χοτζάδες με τζουμπέδες και τα καραβάνια των μεβλεβήδων, άλλος κόσμος εκεί.
Καθώς περιγράφει τη συνοικία γύρω από τον Μεβληχανέ, η φωνή επιλέγει να αποκάλυψει πλήρως το όνομα της πόλης μέσω ενός επιθετικού προσδιορισμού, των «Θεσσαλονικέων», που προσδιορίζει την ταυτότητα μίας ιδιαίτερης κοινότητας της πόλης, των μουσουλμάνων. Η παραστατική περιγραφή καταλήγει στο τέλος σε μία εικόνα-σύνοψη για την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης: «Mωσαϊκό λαών, γλωσσών, πολύχρωμης διαχρονίας μέσα στην ιστορική περιπέτεια», σχολιάζει. Έτσι, το όνομα της Θεσσαλονίκης συνδέεται εξ αρχής μ' ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ιστορικού χώρου, την «πολυχρωμία» του πληθυσμού του.
Μερικές σελίδες παρακάτω, η περιγραφή της αγοράς στο Καπάνι, ενός τόπου επίσης αντιπροσωπευτικού -μέχρι σήμερα- για την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης, θα καταλήξει σε μία παρόμοια εικόνα για την ταυτότητα του ιστορικού χώρου: «εδώ μιλούσαν τούρκικα, εκεί ισπανοεβραϊκά και γίντις, αρμένικα, ελληνικές διαλέκτους, καυκασιανά, θρακικά, ιδιώματα νησιωτικά και ντόπια.»
Τα χρόνια, επομένως, αμέσως μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο ήταν εμφανή ακόμα τα ίχνη της παρουσίας των μουσουλμάνων, αλλά και ζωντανές οι μνήμες από το οθωμανικό πολυεθνικό παρελθόν της πόλης. Ήδη από την αρχή του μυθιστορήματος η αφήγηση παρουσιάζει στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα μίας κατεξοχήν πόλης της φτωχολογιάς και των προσφύγων, αλλά και την εικόνα ενός κοσμοπολίτικου αστικού χώρου, με γειτονιές που διατηρούν έντονα το οθωμανικό χρώμα. Πρόκειται για την εικόνα μίας τυπικής ανατολίτικης και κοσμοπολίτικης, πολυεθνικής και πολύγλωσσης πόλης, μίας πόλης που για αιώνες και ως την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα αποτελούσε ιστορικό αστικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνέχισε να διατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας της και στην αμέσως επόμενη δεκαετία, όταν ενώθηκε με το ελληνικό κράτος.
Αφού, λοιπόν, πρώτα σκιαγραφήσει το μεγάλο ιστορικό χώρο, η φωνή θα επιστρέψει στο μικρό τόπο από όπου ξεκίνησε, στις συνοικίες των φτωχών πυροπαθών και νεήλυδων, και πιο συγκεκριμένα «σε μία συνοικία» όπου «δύο γυναίκες γέννησαν το πρώτο παιδί τους με διαφορά μερικούς μήνες η πρώτη από τη δεύτερη», εκεί όπου πρώτη θα γεννηθεί η Ευαγγελία από γονείς πρόσφυγες της Ανατατολικής Θράκης και λίγους μήνες μετά ο Κωνσταντίνος, οι δύο ήρωες του μυθιστορήματος. Η αφηγηματική φωνή θα διαπλέξει και θα ενσωματώσει τη μικρή ιστορία της ζωής των δύο ηρώων, της οικογένειάς τους και των φίλων τους μέσα στη μεγάλη ιστορία του αστικού χώρου της Θεσσαλονίκης και μέσα στη μεγαλύτερη της Ελλάδας και του κόσμου. Έτσι, ο χρόνος του εικοστού αιώνα με τα ιστορικά γεγονότα, που επηρεάζουν το βίο των προσώπων-ηρώων του μύθου στο χώρο της Θεσσαλονίκης, συμπυκνώνεται αφηγηματικά στις επτά ημέρες της «Μικρής Μεγάλης Εβδομάδας», γιατί φαίνεται ότι οι ατομικές «μικρές» ιστορίες προσωπικού και συλλογικού πόνου βιώνονται στην πραγματική ζωή αλλά και στην επινοημένη αφήγηση, ως ανάσες και διαρκούν ελάχιστα μέσα στην αιωνιότητα της «μεγάλης» ιστορίας και στη διαχρονικότητα του ιστορικού χώρου, μοιάζοντας με εικόνες-αναμνήσεις από ένα όνειρο, τυλιγμένες «στην αχλύ φαιών νεφών». Άλλωστε, και ο ίδιος ο εικοστός αιώνας, όπως και κάθε αιώνας, «κυλά άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μια ανάσα» μέσα στις χιλιετηρίδες της Ιστορίας.
Με άλλα λόγια, στα κεφάλαια του βιβλίου, που φέρουν τα ονόματα των επτά ημερών της εβδομάδας, συμπυκνώνονται οι ατομικές ιστορίες χαρμολύπης των προσώπων-ηρώων κατά τη διάρκεια των εκατό χρόνων ιστορικής συνέχειας της πόλης της Θεσσαλονίκης. Στο κεφάλαιο «Κυριακή» συμπυκνώνεται η περίοδος 1919-1936, στο κεφάλαιο «Δευτέρα» η περίοδος 1937-1940, στο κεφάλαιο «Τρίτη» η περίοδος 1940/1-1944, στο κεφάλαιο «Τετάρτη πρωί» η περίοδος 1944-1946, στο κεφάλαιο «Τετάρτη βράδυ» η περίοδος 1946/47-1950 (περίπου), στο κεφάλαιο «Πέμπτη πρωί» η περίοδος αρχές τις δεκαετίας του 1950-τέλη της ίδιας δεκαετίας, στο κεφάλαιο «Πέμπτη βράδυ» η περίοδος τέλη δεκαετίας 1950/1960-1973, στο κεφάλαιο «Παρασκευή πρωί» η περίοδος 1974-1981, στο κεφάλαιο «Παρασκευή βράδυ» η περίοδος 1982-1993 (περίπου), στο κεφάλαιο «Σάββατο» η περίοδος 1994-2005.
Ο γραμμικός ιστορικός χρόνος άλλοτε δηλώνεται φανερά με τον ακριβή προσδιορισμό των χρονολογιών και άλλοτε υπονοείται μέσω της αναφοράς περισσότερο ή λιγότερο γνωστών ιστορικών γεγονότων. Ο αφηγηματικός, όμως, χρόνος επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη γραμμικότητα του ιστορικού χρόνου, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τη μνήμη των ατόμων. Έτσι, όταν το 1936 η Θεανώ λαμβάνει επιστολή από τον εξόριστο άνδρα της τον Κοσμά, θυμάται με συγκίνηση την περίοδο 1916-1918, τότε που ερωτεύτηκαν και παντρεύτηκαν. Η αναδρομική αφήγηση, μέσω των αναμνήσεων της ερωτευμένης γυναίκας, μας ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Η αναδρομική αφήγηση συνεχίζει να συναρπάζει τους αναγνώστες και όταν η Θεανώ θυμάται την Πρωτομαγιά του 1920. Θα αναφέρω αυτολεξεί το απόσπασμα, το οποίο μου θυμίζει έντονα σκηνές από την ταινία 1900 του Μπ. Μπερτολούτσι, επειδή είναι ενδεικτικό για το πώς η αφήγηση ενσωματώνει ή διαπλέκει μία προσωπική-ιδιωτική στιγμή των ηρώων της μικρής ιστορίας σ' ένα στιγμιότυπο της μεγαλύτερης ιστορίας του χώρου της Θεσσαλονίκης.
Θυμήθηκε την Πρωτομαγιά του είκοσι, είχε αφήσει όλη τη μέρα το μωρό στη μάνα της, ο Κοσμάς την πήρε και πήγαν από νωρίς σ' ένα εξοχικό καφενείο παραγεμάτο εργάτες και εργάτριες, ανέμιζε το ερυθρό λάβαρο του Εργατικού Κέντρου και σε απόσταση καραδοκούσαν οι περίπολοι, μουσικοί έπαιζαν την Τρίτη Διεθνή κι εργατικά τραγούδια, στην εξέδρα ένα κοριτσάκι ντυμένο κόκκινο και με στεφάνι από τριαντάφυλλα απήγγειλε ποίημα. Εκφωνούσαν λόγους στα εβραϊκά, στα ελληνικά, στα τούρκικα, έπειτα μίλησαν οι εκπρόσωποι των σοσιαλιστικών νεολαιών, ζητούσαν να σταματήσει η καταδίωξη των συνδικαλιστών, να επιστρέψει ο Αβραάμ Μπεναρόγια από τη Φολέγανδρο, ο Κοσμάς της έδειχνε τους εκπροσώπους της Φεντερασιόν κι επαναλάμβανε πως ήταν η σημαντικότερη οργάνωση του εργατικού κινήματος. Το απόγευμα ανέβηκαν κατά χιλιάδες στο Σέιχ-Σου, τραγούδησαν, χόρεψαν, με μουσικές συγκεντρώθηκαν το βράδυ στο Εργατικό Κέντρο. Πολύ είχε χαρεί ο Κοσμάς εκείνη την ημέρα, «α γένει ντουνιάς καλύτερος», το πίστευε, και η ίδια μαζί του.
Μία αναδρομή σε στιγμές της ιστορίας της Θεσσαλονίκης γίνεται και όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Ευαγγελία και ο Κωνσταντίνος (πρόσωπα της δεύτερης γενιάς), γέροι πια, διηγούνται περιστατικά του παρελθόντος στην εγγονή τους Θεανώ (πρόσωπο της τέταρτης γενιάς). Το απόσπασμα δείχνει ακριβώς αυτό που έχουμε υπαινιχθεί από την αρχή, ότι δηλαδή η μνήμη του ιστορικού χώρου δεν είναι παρά σύνθεση από μνήμες συλλογικών βιωμάτων που τα άτομα κατά κάποιον τρόπο έχουν κληρονομήσει από τις οικογένειές τους και τους έχουν μεταδοθεί από τις κοινότητες στις οποίες ανήκουν. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Κωνσταντίνος μεταφέρει στην εγγονή του μνήμες και από τις διηγήσεις του δικού του πατέρα (του προπάππου της Θεανώς), του Μηνά (προσώπου της πρώτης γενιάς).
Ζητούσε από τον παππού και τη γιαγιά να της διηγούνται περιστατικά βιωμένα, ή όσα γνώριζαν εξ ακοής, αυτοί θυμούνταν τα παιδικά χρόνιά τους, τη ζωή στο γυμνάσιο. Ήρθε το 1927, τους αφηγούνταν οι καθηγητές τους, θεωρούσαν το γεγονός από τα συνταρακτικότερα που είχαν ζήσει, να δουν από κοντά τον Παλαμά...Θυμούνταν τις σκαλομαρίες στα τραμ και τους αστυνομικούς που τους κυνηγούσαν, όσους έπιαναν τους έδιναν το ξύλο της χρονιάς τους, ειδικά αν επρόκειτο για ξυπόλητους μικρούς...Της έλεγε και όσα θυμόταν από τις διηγήσεις του δικού του πατέρα, του Μηνά, ότι κάποιοι ανατίναξαν ένα γαλλικό πλοίο με ασύνηθες όνομα, είτα την Οθωμανική Τράπεζα και το ταχυδρομείο, καφενεία και δημόσια κτίρια τινάζονταν με δυναμίτη, είπανε πως αυτουργοί ήσαν Βούλγαροι αναρχικοί, Ήμουνα τότε δεκατέσσερα-δεκαπέντε χρονώ και το θυμούμαι έλεγε ο πρόπαππος. «Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1889 ή το 1890 νομίζω», υπολόγιζε ο παππούς, αυτά πρέπει να έγιναν στις αρχές του αιώνα μας, 1903 ή 1904, εκεί περίπου...
Επομένως, στο μυθιστόρημα ο αφηγηματικός λόγος διασώζει εικόνες συλλογικής μνήμης από στιγμές-ανάσες των ατόμων στο ιστορικό χώρο της Θεσσαλονίκης. Στιγμές που τις έζησαν οι ήρωες του μύθου ως αυτόπτες μάρτυρες ή που μετείχαν σ' αυτές ως δρώντα υποκείμενα, στιγμές που τις πληροφορήθηκαν από τις ειδήσεις των εφημερίδων και του ραδιοφώνου ή από αναμνήσεις διηγήσεων γερόντων παππούδων, φίλων και γνωστών. Παρακάτω, καταγράφονται συνοπτικά μόνο κάποιες από τις αναρίθμητες εικόνες των συλλογικών βιωμάτων, εικόνες από στιγμές των εκατό χρόνων ζωής της πόλης που αποτυπώνονται στην αφήγηση ως ενσταντανέ παλιών ασπρόμαυρων κιτρινισμένων αλλά και νεότερων έγχρωμων γυαλιστερών φωτογραφιών.
Πρόκειται για εικόνες-μνήμης από την πυρκαγιά του 1917, αλλά και τις βομβιστικές εκρήξεις δυναμίτιδας των Βουλγάρων αναρχικών το 1903, από την εβραϊκή εργατική οργάνωση Φεντερασιόν του Μπεναρόγια και τις πρώτες κινητοποιήσεις των εργατών, από τις μουσουλμανικές συνοικίες της πόλης, την αγορά στο Καπάνι, από το καταρριφθέν γερμανικό ζέππελιν και την έκθεσή του στο Λευκό Πύργο το 1916, αλλά και από τα αγγλογαλλικά στρατεύματα Κατοχής κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, από τις διασκεδάσεις στον Κήπο που στέγαζε το Θέατρο του Λευκού Πύργου μαζί με εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο, λέσχη και καμπαρέ, από τους πρώτους κινηματογράφους της πόλης, τις ταβέρνες και τα καφενεία, από τους κεντρικούς δρόμους με τα τραμ, τα παλιά αυτοκίνητα και τα αστικά λεωφορεία, αλλά και από τα στενά σοκάκια με τα κάρα και τα άλογα, από τους πλανόδιους βιοπαλαιστές, τα μικρά μαγαζάκια και επαγγέλματα που πλέον έχουν χαθεί, από τη ζωή ιστορικών εκπαιδευτηρίων και νοσοκομείων, από τη άφιξη και την εγκατάσταση των προσφύγων πριν και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, από την εργατική εξέγερση του Μάη του 1936, από τα καπνομάγαζα και τις καπναποθήκες, τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, τις βιομηχανίες «Ιούτης, Λινού και Καννάβεως», από τις φυλακές του Γεντί Κουλέ, τις διώξεις των αντιφρονούντων κατά την περίοδο του Μεταξά, από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου και τη δύσκολη περίοδο της Κατοχής, από τον εκτοπισμό και την εξόντωση μίας από τις πιο ιστορικές κοινότητες της πόλης, των Εβραίων, από την απελευθέρωση και την ενθουσιώδη υποδοχή που επιφύλαξαν οι Θεσσαλονικείς στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, από τη σύντομη αμφιλεγόμενη περίοδο της Εαμοκρατίας, τη σκοτεινή εποχή του εμφυλίου πολέμου και των μετεμφυλιακών χρόνων, από την πρώτη αεροπειρατεία των έξι νεαρών Θεσσαλονικέων σπουδαστών, από τη δολοφονία του Πολκ, τις φυλακίσεις και εκτελέσεις των αριστερών, τα παλλαϊκά συλλαλητήρια για το Κυπριακό, από τον ξενιτεμό των φτωχών στην Αμερική και τη Γερμανία, από τις εκδρομές με τα καραβάκια για τα καλοκαιρινά μπάνια του λαού στις παραλίες του Θερμαϊκού, από τη δολοφονία του Λαμπράκη, τις διαδηλώσεις του φοιτητικού κινήματος, από την ανοικοδόμηση της πόλης με την καταστροφή ιστορικών μνημείων και κτηρίων, την αντιπαροχή και την έγερση τσιμεντένιων πολυκατοικιών, από τις θλιβερές μέρες της Χούντας αλλά και τις φωτεινές της Μεταπολίτευσης, από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαυίας, την άφιξη νέων «νεήλυδων» προσφύγων μετά την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και την πτώση του κομμουνισμού στη νοτιοανατολική Ευρώπη και τέλος από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004.
Οι αναγνώστες, όμως, βλέποντας να ξετυλίσσονται εικόνες του ιστορικού χώρου, «ακούν» ταυτόχρονα και τις μουσικές του. Η φωνή της αφήγησης σε κάθε κεφάλαιο-ημέρα ηχογραφεί κατά κάποιον τρόπο τις μουσικές μνήμες των ατόμων και των ομάδων στη Θεσσαλονίκη κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αλλώστε, οι μουσικές μνήμες είναι κατεξοχήν μνήμες συλλογικών βιωμάτων, μνήμες που συνδέουν το άτομο με την ομάδα. Έτσι, μαθαίνουμε για τα τραγούδια και τις μουσικές, που άκουγαν ή τραγουδούσαν ή έπαιζαν ως αυτοδίδακτοι μουσικοί οι ήρωες του μύθου. Ακούμε μουσική από λαϊκούς οργανοπαίχτες που παίζουν βιολί, κλαρίνο, ούτι, μπουζουκάκι, σαντούρι, ακορντέον, φυσαρμόνικα, αισθαντικούς αμανέδες από τη Σμύρνη, δημοτικά άσματα θρακιώτικα, ανατολίτικα και ποντιακά σε γάμους και σε οικογενειακά γλέντια, εργατικά επαναστατικά τραγούδια και ο ύμνος της Τρίτης Διεθνούς, τραγούδια του Μπαγιαντέρα και του Παπαϊωάννου, νοσταλγικά μελαγχολικά ερωτικά σεφεραδίτικα τραγούδια των Εβραίων, αρχοντορεμπέτικα σε γεμάτες καπνό ταβέρνες, ρούμπες, βαλς και ταγκό από μεγάλες προπολεμικές ορχήστρες και αργεντίνικα μουσικά συγκροτήματα, «ρούμι και κόκα κόλα, Λιλή Μαρλέν» την περίοδο της Κατοχής, δημοτική, ελαφρά και κλασική μουσική από το ράδιο τις μεταπολεμικές δεκαετίες, τραγούδια της Μαρίκας Νίνου, της Ελίζας Μανέλι, της Μαριάννας Χατζοπούλου, της Σοφίας Βέμπο, του Τζίμη Μακούλη, της Μαίρης Λίντα και του Μανόλη Χιώτη και φυσικά του Στέλιου με τη Μαρινέλα.και καθώς περνούσαν οι δεκαετίες, τραγούδια από το Νέο Κύμα, του Σαββόπουλου, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και βέβαια ροκ μουσική. Οι μουσικές αναφορές της αφήγησης είναι πραγματικά πολυάριθμες και θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι γίνονται η μουσική συνοδεία των στιγμιότυπων του 20ού αιώνα, η μουσική υπόκρουση των εικόνων μνήμης του ιστορικού χώρου.
Τα αναρίθμητα στιγμιότυπα -οπτικά και μουσικά- από την ιστορία της Θεσσαλονίκης και των ανθρώπων της, που περιέχονται στο μυθιστόρημα, συνθέτουν την εικόνα ενός ιστορικού χώρου που μοιάζει με παλίμψηστο χειρόγραφο. Παρόλο που κατά την πρώτη φάση της ελληνικής περιόδου της πόλης, η οποία συμπίπτει με την περίοδο του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η Θεσσαλονίκη διατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά της πολυεθνικής φυσιογνωμίας της, αρχίζει, ωστόσο, να μεταμορφώνεται σε μία μονοεθνική πόλη, χάνοντας με την πάροδο των δεκαετιών τις ιστορικές κοινότητές της με τους ανθρώπους, τις γλώσσες και τις θρησκείες τους, τους τρόπους και τις συνήθειες της ζωής τους, τις μουσικές τους, τις γειτονιές με τα σχολεία και τους ναούς τους, τα μνημεία και τα νεκροταφεία τους, και τελικά τους πολιτισμούς τους. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον πρώτο μεγάλο πόλεμο ο σλαβικός και ο μουσουλμανικός πληθυσμός εγκατέλειψε την πόλη ή ανταλλάχτηκε, ενώ στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εξοντώθηκε ο εβραϊκός πληθυσμός. Καθώς χάνονταν ή κρύβονταν τα ίχνη της παρουσίας των παλιών κοινοτήτων, έφθασαν άνθρωποι νέων κοινοτήτων και έγραψαν την ιστορία τους στο χώρο της πόλης, χαράζοντας νέα ίχνη πάνω ή δίπλα στα παλιά. Μετά κυρίως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την ανταλλαγή των πληθυσμών, το «πάμπαν πλημμύρισε» με πρόσφυγες από τις χώρες της χερσονήσου του Αίμου και την άλλοτε Οθωμανική Αυτοκρατορία που εγκαταστάθηκαν σε ανταλλάξιμα σπίτια ή δημιούργησαν τις δικές τους νέες συνοικίες. Τη μεταπολεμική περίοδο ήλθαν και νέοι πρόσφυγες, αυτή τη φορά εσωτερικοί μετανάστες. Ενώ, λοιπόν, η πόλη έδειχνε ότι μεταμορφωνόταν σε μονοεθνική, η τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα επιφυλάσσει μία ακόμη μεταμόρφωση, αφού δέχτηκε και πάλι πρόσφυγες από την Αλβανία και τις υπόλοιπες βαλκανικές χώρες, αλλά και τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες.
Τα πρόσωπα-ήρωες του μυθιστορήματος, οι γονείς, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα, κινούνται σ' αυτόν τον παλίμψηστο ιστορικό χώρο του εικοστού αιώνα, αφήνοντας πάνω του και τα δικά τους αποτυπώματα. Κινούνται ανάμεσα σε ρωμαϊκές κολόνες και αψίδες, ζουν σε σπίτια θεμελιωμένα πάνω σε αρχαία και νεότερα ερείπια, προσεύχονται σε παλαιοχριστιανικές βυζαντινές εκκλησιές, περνούν δίπλα από κρήνες με αραβικές επιγραφές, περπατούν δίπλα σε γκρεμισμένα οθωμανικά τζαμιά, μπεζεστάνια και χαμάμ, ψωνίζουν από άλλοτε εβραϊκές αγορές, βλέπουν να διανοίγονται κεντρικοί δρόμοι, να κατεδαφίζονται χαμόσπιτα, να γκρεμίζονται κομψά νεοκλασικά και σπίτια με τα σαχνισιά και στη θέση τους να υψώνονται τσιμεντένιες πολυκατοικίες που σκοτεινιάζουν τους δρόμους αλλά και τις ζωές τους.
Αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο από τις αλλαγές στη φυσιογνωμία της πόλης, που αποτυπώνονται στην αφήγηση, όταν το Νοέμβριο του 1937 η Ευσταθία μαζί με τα δύο μικρά παιδιά της κατεβαίνουν από το τραμ στην πλατεία Συντριβανίου για να πάνε πεζή στην οδό Καπετάν Άγρα, στο σπίτι όπου διέμεναν οι τότε νεόνυμφοι Κωνσταντίνος και Ευαγγελία. Η φωνή της αφήγησης περιγράφει την εικόνα του αστικού χώρου, βλέποντας και γνωρίζοντας όμως πολύ περισσότερα για τη μεταμόρφωση της πόλης από όσα έβλεπαν και γνώριζαν οι τότε αυτόπτες, η μητέρα και τα παιδιά: πέρα μακριά η διάνοιξη της Εγνατίας βραδυπορούσε, χαμόσπιτα μέσα στη μέση της οδού έπαιρναν σειρά μακράς αναμονής για την κατεδάφιση. πήραν την Εγνατία για να ανηφορίσουν ακολούθως αρκετό ποδαρόδρομο προς την Καπετάν Άγρα, όπου η κατοικία της Θεανώς και του ζευγαριού. Πέρασαν από χαλάσματα, παράγκες και τετραώροφα καινούρια κτίσματα, τους καλούμενους ουρανοξύστας, παρέκαμψαν λάκκους με νερά σε λασπερούς δρόμους με σκόρπιες κοτρώνες-ο χαρακτηρισμός η πόλις της λάσπης θα συνεχιζόταν για πολλά χρόνια-.
Σ' ένα ακόμα χαρακτηριστικό απόσπασμα για τη μεταμόρφωση της πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1950 αναπαρίστανται εικόνες από την ίδια γειτονιά, με τις οδούς Αγ. Δημητρίου, Καπετάν Άγρα, Κάλβου, Διός και Αρκαδιουπόλεως, τη γειτονιά όπου πέρασαν τη ζωή τους το ζευγάρι των κεντρικών ηρώων, ο Κωνσταντίνος και η Ευαγγελία:
Κοντά στην εκπνοή της δεκαετίας υπερυψώθηκε ως αξιοθέατο, κράχτης κοινωνικής ανόδου και αρχόμενης ευημερίας, για κάποιους άλλους επισφράγιση κύρους, με ανεπίστροφες μετατροπές καθημερινότητας, η πρώτη πολυκατοικία της Καπετάν Άγρα. Οικοδομήθηκε κι άλλη, εν συνεχεία άλλη, συνήθισαν. Όμως, ενώ πέντε και έξι όροφοι επί της Αγίου Δημητρίου δεν δημιουργούσαν πρόβλημα, στο σοκάκι τους ο ήλιος εμφανιζόταν το μεσημέρι και πλέον από άνοιξη κι ύστερα. Γέμισε πρώτα η Αγίου Δημητρίου και είτα οι δρομίσκοι, η Κάλβου, η Διος, πιο πέρα η Αρκαδιουπόλεως, πολυκατοικίες-μέγαρα φύτρωναν σαν τα μανιτάρια του φθινοπώρου-έως τότε ογκώδη οικοδομήματα ήσαν κατ' εξοχήν τα δημόσια, τουλάχιστον στις βόρειες γειτονιές. Κατεδαφίζονταν τα παλιά τούρκικα, χαμοκέλες και τριώροφα με την αρχιτεκτονική που συναντούσε κανείς σ'όλα τα Βαλκάνια και όχι μόνον, εδώ κι εκεί κάποια καμένα από τη στέγη όταν τελείωσαν, η ίδια τύχη επιφυλάχθηκε σε αρχοντικά, γερά νεοκλασικά, και ανυπερθέτως καλύφθηκαν με τσιμέντο αυλές, κήποι, περιβόλια.
Καθώς, λοιπόν, περνούν οι δεκαετίες του 20ού αιώνα, τα πρόσωπα του μύθου ζουν τις μικρές «προσωπικές» περιπέτειες στον διαρκώς μεταμορφούμενο ιστορικό χώρο, γίνονται θεατές των μεταμορφώσεων, αλλά και βιώνουν τις αλλαγές της φυσιογνωμίας της πόλης στην καθημερινότητά τους. Και ενώ η πόλη αλλάζει, αυτοί επιμένουν να αναζητούν τα καλυμμένα χαμένα ίχνη του παρελθόντος και να αναγνωρίζουν τα ελάχιστα εναπομείναντα-ή μήπως είναι περισσότερα από όσα νομίζουμε-, ανασύροντας εικόνες από την ατομική και συλλογική συνείδηση, εικόνες ιστορικής μνήμης, και εν τέλει διαπιστώνοντας ότι όσο και αν αλλάζει μορφές η πόλη, παραμένει ταυτόχρονα και ίδια.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι δύο συνονόματες εξαδέλφες Πελαγίες, η μία κόρη του Κωνσταντίνου και η άλλη κόρη της αδελφής του Ασημίνας (πρόσωπα της τρίτης γενιάς), περπατούν ακόμα στους ίδιους δρόμους με τα ίδια ονόματα, που είχε περπατήσει το 1937 η Ευσταθία με τα παιδιά της και προφανώς βλέπουν την ίδια βυζαντινή εκκλησία (Δώδεκα Απόστολοι), που και αυτή θα είχε δει. Οι προσεκτικοί αναγνώστες του παρακάτω αποσπάσματος θυμούνται την εικόνα της λασπερής διαδρομής της Ευσταθίας, όταν διαβάζουν την εικόνα των δύο γυναικών που περπατούν στην ίδια γειτονιά:
Αρκαδιουπόλεως, Καπετάν Άγρα, Διος, Κάλβου. Τα πεζοδρόμια έχουν λάσπες, δε γλιτώνεις από δαύτες. Οι Πελαγίες βάδιζαν την Αγίου Δημητρίου, στο ύψος της Καπετάν Άγρα έβλεπαν τους Δώδεκα Αποστόλους.
Στις επόμενες σελίδες οι δύο γυναίκες, συγκρίνοντας το παρόν της πόλης με το παρελθόν, θυμούνται και αναγνωρίζουν τα εναπομείναντα ίχνη του ιστορικού χώρου: «Όμως, υπάρχει η Άνω Πόλη, όλα αυτά σαν να μην την αφορούν, σαν να βρίσκεσαι σ' άλλο τόπο», αναφωνεί σε κάποιο σημείο η Πελαγία της Ασημίνας, ενώ λίγο παρακάτω η Πελαγία του Κωνσταντίνου θυμάται ότι το «πανεθνικό κουρκούτι» των αρχών του 20ού αιώνα το «διαδέχτηκε η εθνική ομοιογένεια». Θυμάται επίσης ότι η πόλη κάποτε ήταν πολυεθνικό κέντρο. Στις πρώτες δεκαετίες οι Σλαύοι και οι Τούρκοι είχαν φύγει κι οι Έλληνες της χερσονήσου του Αίμου και της Τουρκίας είχαν έλθει εδώ, μ' όλα ταύτα έμενε κάτι από την ιστορική αύρα περασμένων μεγαλείων και οντοτήτων, οι Ισραηλίτες, που ωστόσο έφυγαν με τον τρόπο που έφυγαν, κι η πόλη προϊόντος του χρόνου παρήκμαζε και μετατρεπόταν σε επαρχιακό μπακάλικο του μικρού βασιλείου. Τώρα οι ελάχιστοι εναπομείναντες Ελληνοεβραίοι με την «Μακκαμπή», τις δύο συναγωγές, το μικρό μουσείο, το νέο νεκροταφείο, το Ματανώθ Λεβιονίμ στεγάζει το μικρό σχολείο τους, κτήριο που στην Κατοχή μοίραζε συσσίτιο, τότε που τα παιδιά δεν είχαν τροφή. Ελάχιστοι Αρμένιοι με την εκκλησία τους, το κοιμητήριο λησμονημένο, αν όχι σε εγκατάλειψη.
Η Πελαγία του Κωνσταντίνου δεν αναγνωρίζει μόνο τα εναπομείναντα ίχνη του παρελθόντος, αλλά βλέπει και με αισιοδόξία τη «νέα επέλαση από χιλιάδες των αλλογενών που κατέκλυσαν την πόλη και θυμίζουν σε κάποιους παλιούς τον αλλοτινό πολυεθνικό πυρετό της». Στην τελευταία δεκαετία του αιώνα, ο ιστορικός χώρος φαίνεται να επανακτά την παλιά ταυτότητα του, που ίσως ποτέ να μην την είχε χάσει τελείως: «εξακολουθούν να έρχονται.αντιδάνεια σκόρπιων ονείρων. επαναπατριζόμενοι νέας κοπής, μετανάστες και πρόσφυγες, κλαίνε ζωές ξοδεμένες και νοσταλγημένες πατρίδες, προσπαθούν εδώ και κάποιες δεκαετίες να ριζώσουν κι αυτοί. όλοι στο μεγάλο μικρό χωνευτήρι της άκρης των Βαλκανίων, δεν φέρνουν μόνο την απόγνωσή τους, κομίζουν και την ελπίδα για καλύτερη ζωή. Για αυτούς και για μάς.», διαβάζουμε τις σκέψεις της Πελαγίας.
Ενώ, λοιπόν, ο αιώνας κυλά προς το τέλος και μαζί του εκπνέουν οι ζωές των γεροντότερων προσώπων του μυθιστορήματος, διαπιστώνουμε ότι η συλλογική μνήμη του ιστορικού χώρου στοιχειώνεται στην ατομική συνείδηση των ηρώων, γίνεται αναπόσπαστο στοιχείο της υπόστασής τους. Λίγο προτού πεθάνει ο γηραιός πλέον Κωνσταντίνος, απαρηγόρητος από τον προηγηθέντα χαμό της αγαπημένης του Ευαγγελίας, βλέπει ένα όνειρο που επιβεβαιώνει ότι η μνήμη του ιστορικού χώρου ζει εντυπωμένη στη συνείδηση του ατόμου. Ο Κωνσταντίνος ονειρεύεται ότι άλλοτε μόνος του και άλλοτε μαζί με την Ευαγγελία περπατάει σε δρόμους του χωροχρόνου, αναζητώντας με αγωνία και αναγνωρίζοντας με ανακούφιση αλλά και θλίψη τα εναπομείναντα ίχνη του παρελθόντος της πόλης, τα ίχνη του δικού του παρελθόντος. Ονειρεύεται ότι περπατάει στα σοκάκια που τον οδηγούν στην Άνω Πόλη των παλιών σπιτιών «με τους χαρακτηριστικούς εξώστες, τα σαχνισιά που τα έβλεπε κατεβαίνοντας με την Ευαγγελία από το γυμνάσιο του Κουλέ Καφέ μετά το σχόλασμα», ότι περνάει από τη βρύση με την καλλιτεχνική αραβική επιγραφή στο Τσινάρι «δίχως πλάτανο από πάνω.», ότι συναντά τη μισογκρεμισμένη κρήνη της οδού Ολυμπιάδος, την Κρήνη του Αβδουραχμάν Μπέη, ότι προχωράει παραπέρα και βλέπει «το πρώτο νοσοκομείο της πόλης, κτίσμα του 1850, με τα πολλά ονόματα στο διάβα του χρόνου...» και ότι ξαφνικά βρίσκεται να περπατά στη Μπάρα και να αντικρίζει «το τείχος που κατέβαινε ως το λιμάνι, από την άλλη πλευρά του η πλατεία Βαρδαρίου που φαινόταν από τη διπλή πύλη, την πορτάρα που οι Βυζαντινοί ονόμαζαν Χρυσή Πύλη, τους έλεγαν οι καθηγητές τους.». Η διαδρομή του ονείρου καταλήγει σε υπόγειες στοές, σκοτεινούς λαβυρίνθους στα βάθη της πόλης, όπου βρίσκονται θαμμένα ίχνη του παρελθόντος, ίχνη που πρόκειται να θαφτούν ακόμα βαθύτερα από τα έργα κατασκευής του σύγχρονου μετρό.
Επομένως, ο ιστορικός χώρος ζει στην ατομική συνείδηση, γιατί η ατομική μνήμη ταυτίζεται κατά πολύ με τη συλλογική. Ακόμα και όταν οι ήρωες του μυθιστορήματος αρχίζουν να εκλείπουν, ο ιστορικός χώρος της πόλης δε χάνεται μαζί τους, αλλά παραμένει το διαχρονικά μεταμορφούμενο ζων πρόσωπο του μύθου και της ιστορίας. Τελικά, η ιστορική μνήμη της Θεσσαλονίκης θα παραμένει ζωντανή όσο οι εικόνες του παρελθόντος της πόλης θα αναγνωρίζονται από τις επόμενες γενιές και όσο θα γράφονται βιβλία, όπως η Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα της Μαρίας Πάλλα.

Μαρία Πάλλα, Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 443.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα και γράφοντας το παρόν κείμενο, πιστεύω ότι ανέσυρα «εικόνες» από παλιότερα και νεότερα διαβάσματά μου σχετικά με την ιστορία, τη μνήμη και τη Θεσσαλονίκη.
Αναφέρω ενδεικτικά: Αναστασιάδης Γ., Σινεμά ο Παράδεισος, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2000. Του ιδίου, Η Θεσσαλονίκη στις συμπληγάδες του 20ού αιώνα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2005. Του ιδίου, Το παλίμψηστο του αίματος. Πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις στη Θεσσαλονίκη (1913-1968), εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2010. Αναστασιάδης Γ., Χεκίμογλου Ε., Τσιμισκή Αγίας Σοφίας Διαγώνιος, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997. Των ιδίων, Η μάχη της μνήμης. Παραλία, λιμάνια, Λευκός Πύργος, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997. Των ιδίων, Το πρόσωπο της μνήμης. Η φωτογραφία στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998. Των ιδίων, Η «χαμένη» Εγνατία της Θεσσαλονίκης, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001. Vakalopoulos Ap., Αναμνήσεις από την παλιά Θεσσαλονίκη-Memories of old Thessaloniki, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1993. Ζακ Λε Γκοφ, Ιστορία και Μνήμη, μτφρ. Κουμπουρλής Γ., εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998. Γούναρης Β., Παπαπολυβίου Π. (επιμ.), Ο φόρος του αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2002. Ζαφείρης Χρ., Θεσσαλονίκης Τοπιογραφία, εκδ. Επίκεντρο (2η έκδ.), Θεσσαλονίκη 2006. Του ιδίου, Η μνήμη της πόλης. Η Θεσσαλονίκη τον 19ο και τον 20ό αιώνα, εκδ. Γνώση, Αθήνα 2007. Θεολόγου Κ., Χώρος και Μνήμη. Θεσσαλονίκη 15ος-20ός αι. Από τις παραδοσιακές κοινότητες στην αστική νεοτερικότητα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008. Καραβάτος Σ., Ματιές στην πόλη. Φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης στον 20ό αιώνα, Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης 2005. Καραδήμου Γερολύμπου Α., Το χρονικό της μεγάλης πυρκαγιάς (Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 1917), εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2002. Κίτσης Ε., Καρτ-ποστάλ της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 20ού αιώνα, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2008. Λιάκος Α., Η Σοσιαλιστική και Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης (Φεντερασιόν) και η Σοσιαλιστική Νεολαία, Θεσσαλονίκη, εκδ. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1985. Του ιδίου, πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2007. Lieberg Μ. (επιμ. Ε. Χεκίμογλου), Θεσσαλονίκη 1944. Τα φωτογραφικά ντοκουμέντα του Jean Lieberg, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999. Mazawer M., Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2006. Nora P., «Between Memory and History: Les Lieux de Memoire», Represantations, 26, Spring 1989, University of California press, Berkley 1989, 7-25. Τομανάς Κ. Οι κάτοικοι της παλιάς Θεσσαλονίκης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1992. Του ιδίου, Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1997. Του ιδίου, Δρόμοι και γειτονιές της Θεσσαλονίκης, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1997. Του ιδίου, Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης, εκδ. Νησίδες (ανατύπωση), Θεσσαλονίκη 2008. Χεκίμογλου E.-Danacioglu Esra, H Θεσσαλονίκη πριν από εκατό χρόνια, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1998. Πάλλα, ό.π., σ. 9. Ό.π., σ. 9. Ό.π., σ. 9-10. Ό.π., σ. 10. Ό.π., σ. 22. «Ο εικοστός αιώνας κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μια ανάσα, γοργό το τραίνο της Ιστορίας τον άφησε πίσω μαζί με τους άλλους» (ό.π., σ. 81). Ό.π., σ. 59. Ό.π., σ. 335-336. Ό.π., σ. 71-72. Ό.π., σ. 262. Ό.π., σ. 383. Ό.π., σ. 386. Ό.π, σ. 387. Ό.π., σ. 387-388. Για το όνειρο του Κωνσταντίνου, βλ. ό.π., σ. 412-414.


Ευσεβία Χασάπη, Η Μαρία Πάλλα και το λογοτεχνικό έργο της (κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΒΙΒΛΙΟ-ρυθμό στις 31.3.2011) - Η Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα είναι το δεύτερο βιβλίο της Πάλλα και το πρώτο της μυθιστόρημα. Το πρώτο της, μία συλλογή διηγημάτων με τίτλο Απώλειες και υπότιτλο Πεζογραφήματα εκδόθηκε το 2003 και εκτιμήθηκε από την κριτική και από μία μερίδα φιλαναγνωστών, χωρίς να έχει -ευτυχώς- την τύχη των ευπώλητων. Έγραψε τότε στη Νέα Εστία η Μάρη Θεοδοσοπούλου πως πρόκειται για «ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία του 2003 [.]. Και μάλιστα μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως, που μάλλον επιθυμεί να παραμείνει αγνώστου ταυτότητος, [.]. Ως φαίνεται, πιστεύει πως ένα βιβλίο μπορεί να ταξιδέψει μόνο του, ακόμη και σήμερα που τα πάντα έχουν καταλήξει ζήτημα επιχειρησιακής διαχείρισης. Αισιοδοξία στα όρια της χίμαιρας [.].» - (.) Η Μαρία Πάλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1952. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., στο Τμήμα Ιστορικών Σπουδών, και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιστορία στη Γαλλία. Από το 1985 εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και από το 1991 υπηρετεί στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έως το 2003 δημοσίευε μελέτες σε ιστορικά και φιλολογικά περιοδικά και εισηγήσεις σε πρακτικά συνεδρίων. Εκτός από τις Απώλειες και τη Μικρή μεγάλη εβδομάδα, τον Ιούνιο του 2006 δημοσίευσε τη νουβέλα "Πυροτεχνήματα στη νύχτα" στο περ. Πάροδος. (.) - Η Μικρή μεγάλη εβδομάδα είναι το δεύτερο βιβλίο της και το πρώτο της μυθιστόρημα, εκτάσεως 443 σελίδων, του οποίου η υπόθεση καλύπτει το χρονικό διάστημα από τα τέλη του 19ου έως τις αρχές του 21ου αιώνα, «στη συλλογική μνήμη του χώρου της Θεσσαλονίκης, των Βαλκανίων και του Αιγαίου, ο οποίος διευρύνεται προς την Ελλάδα, τον Ελληνισμό και τον κόσμο» και έχει ως θέμα του την εξιστόρηση της πορείας ζωής τεσσάρων γενεών. - Με αφορμή κάποιες φωτογραφίες η συγγραφέας εμπνεύστηκε τον μυθιστορηματικό της κόσμο, έναν κόσμο πολυπρόσωπο και εξόχως ζωντανό, του οποίου η ιστορία γίνεται αντικείμενο αφήγησης σε δέκα κεφάλαια και έναν επίλογο. Κάθε κεφάλαιο επιγράφεται με το όνομα μίας ημέρας, «Κυριακή», «Δευτέρα», «Τρίτη», τα τρία πρώτα. Η Τετάρτη, η Πέμπτη και η Παρασκευή απλώνονται σε δύο κεφάλαια: πρωί και βράδυ. Μετά το «Σάββατο» ακολουθεί ένας «Επίλογος», στον οποίο μας δίνονται με τρυφερότητα οι τελευταίες πληροφορίες για τους ήρωες, μετά το τέλος της υπόθεσης. Ανάμεσα σε κάποια από τα κεφάλαια παρεμβάλλονται με πλάγιους χαρακτήρες μικρά σύντομα κεφάλαια, στάσιμα (Ο χαρακτηρισμός είναι δικός μου). Σ' αυτά υπάρχει μία γυναίκα που, κατά τη συγγραφέα, λειτουργεί σε δύο επίπεδα: «εμπλέκεται στη μυθοπλασία ως πρόσωπο της εποχής που τελειώνει το μυθιστόρημα» (Όσα παραθέματα βρίσκονται μέσα σε εισαγωγικά είναι της συγγραφέως). χωρίς να έχει καμία σχέση με τα πρόσωπα του μυθιστορήματος. απλώς βρίσκεται στο νοσοκομείο και συμβιώνει με δύο από αυτούς πριν από το τέλος τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι «η αναγνώστρια έξω από το μυθιστόρημα», στην οποία απευθύνεται η συγγραφέας. - Η «Κυριακή», πρώτη ημέρα του πρώτου κεφαλαίου, ξεκινάει το 1919, όταν σε έναν προσφυγικό συνοικισμό δύο γυναίκες έφεραν στον κόσμο τα πρώτα τους παιδιά με διαφορά μερικούς μήνες. Η μοδίστρα Θεανώ και ο καπνεργάτης και ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κοσμάς την Ευαγγελία (Βαγγελίγια, Βαγγελή) και η Πελαγία και ο τσαγκάρης Μηνάς τον Κωνσταντίνο, που από βρέφος προσκολλάται με πάθος στην Ευαγγελία. Και ενώ η ζωή των δύο αυτών οικογενειών είναι ακόμη στην αρχή της, ένα άλλο πρόσωπο παρουσιάζεται, του οποίου την ιστορία θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια μέχρι το τέλος της, η Ευσταθία. Έρχονται στον κόσμο και άλλα παιδιά, δύο ακόμη αδέλφια για την Ευαγγελία, ο Παύλος και ο Νίκος, και μία αδελφή για τον Κωνσταντίνο, η Ασημίνα. - Η αφήγηση προχωρά γοργά. Ο αδελφός της Ευσταθίας πεθαίνει και, ενώ ο Κωνσταντίνος και η Ευαγγελία πατούν στα δεκαπέντε, ο Κοσμάς, που αγωνίζεται «α γένει ο ντουνιάς καλύτερος», εκτοπίζεται στη Σίκινο: «ο μπαμπάς α πάγη αλλαή» τους ενημερώνει με τα θρακιώτικά της η Θεανώ. Δεν υπάρχει προοπτική να συνεχίσουν τις σπουδές τους και ο Κωνσταντίνος βρίσκει δουλειά στο τσαγκαράδικο του πατέρα του και η Ευαγγελία στο καπνομάγαζο. - Ο λόγος ρέει σε υψηλούς τόνους ποίησης: «Νεοφανούς δεινότητας χειμώνας πλάκωνε, έπεφτε χιόνι πάνω στους χυμούς της γης, βαρύ σα σίδερο -ο θάνατος στην τέχνη μπορεί να είναι καλαίσθητος, ειπείν, στην ουσία μηδέποτε- σκέπασε μακροπρόθεσμες προθέσεις που εκποιήθηκαν όσο-όσο, ωστόσο το όνειρο μας συμπονά, η πραγματικότητα όχι. που το κλαδί έμεινε να τρέμει από το οριστικό πέταγμα του αηδονιού προς πιο φιλόξενες μεριές, δεν ωφελούσαν τα δάκρυα. Ο ουρανός τους χωρούσε όλους, δεχόταν την αμηχανία τους, είθε να είχαν φτερά να πετάνε όποτε θέλανε, κι όπως τα δένδρα να απολιθώνονται μετά την τελευτή τους. Ταξίδευαν μ' ένα σύννεφο, βρέχονταν από τη βροχή, χόρταιναν νερό μα ζητούσαν περισσότερη αγάπη, είχαν μια ζωή εμπρός τους. εκείνος ήθελε να ζήσουν μαζί και μαζί να την τελειώσουν». - Μία ακόμη ιστορία ανοίγεται μπροστά μας με την παρουσία της Εβραίας Κλάρας, συναδέλφου της Ευαγγελίας, που θα σημαδέψει τη ζωή του Παύλου. Η πρώτη ημέρα του μυθιστορήματος τελειώνει με τα νέα για τον Κοσμά που φέρνει ο συναγωνιστής του Μιχάλης -ο Κοσμάς έχει φυματίωση- και την αναδρομική αφήγηση της παρελθούσας ζωής τους από τη Θεανώ. - Η «Δευτέρα» και το δεύτερο κεφάλαιο του μυθιστορήματος αρχίζει με τον γάμο του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελής και συνεχίζεται με την πονεμένη ιστορία της Ευσταθίας στο πλευρό ενός αμείλικτου Συζύγου, που εξασφάλισε «θηλυκό για τα κέφια του, υποζύγιο για τις δουλειές του σπιτιού και θεράπαινα για τη γηροκομία της μάνας του», και των δύο πρώτων παιδιών της, του Χρήστου και της Αγγέλας. Όντας εμείς σε προνομιακή σχέση με τη Θεανώ, που τον μνημονεύει νεκρό, χωρίς να έχει ειδήσεις για τον θάνατό του, πληροφορούμαστε τον θάνατο του Κοσμά. Η επιστολή που εμείς διαβάζουμε, γραμμένη το 1936 από τον Μιχάλη, θα φτάσει από το Κεμπέκ στην Ελλάδα την αυγή του 20ου αιώνα και θα παραδοθεί σε κάποιο αρχείο, τη χρονιά που έφευγε από τη ζωή ο τελευταίος άνθρωπος που γνώρισε τον Κοσμά, η Ευσταθία. - Ξεσπά ο πόλεμος και ο Κωνσταντίνος στρατεύεται, ενώ η Ευαγγελή μετά από μία άτυχη εγκυμοσύνη κυοφορεί για δεύτερη φορά. Υπέροχες σελίδες απολαυστικής αφήγησης: διάλογοι σε εισαγωγικά, ενταγμένοι στη γλαφυρή διήγηση, επίκαιρα της εποχής και ερωτικές επιστολές γεμάτες λατρεία που ανταλλάσσουν τα δύο κύρια πρόσωπα, με πινελιές από την υπέροχη ντοπιολαλιά της Θεανώς συνθέτουν μία μοναδικά πολυφωνική παρτιτούρα, εξόχως γοητευτική, στολισμένη με οξείες, βαρείες, περισπωμένες, ψιλές, δασείες και υπογεγραμμένες, που μας κάνουν να νοσταλγούμε τα ψιμύθια του γλωσσικού μας πλούτου τα οποία απαρνηθήκαμε χάριν της ευκολίας και του κέρδους. - Η «Τρίτη», τρίτο κεφάλαιο, ξεκινά με την Ευσταθία που χάνει τον αδελφό της στον πόλεμο, ενώ έχει ήδη αποκτήσει τον δεύτερο γιο της, τον Γιωργή, και εξακολουθεί να «ποτίζεται με φαρμάκι ως τον πάτο» από τον «οινοπλάνητο» σύζυγο. Ακολουθεί η επέλαση των δυνάμεων κατοχής και η αφήγηση μετατοπίζεται από τη γενική κατάσταση στην ειδική κάθε φορά περίπτωση, από το μεγάλο ιστορικό πλαίσιο στους καθημερινούς ήρωες, ενώ στον μονόλογο του Κωνσταντίνου, που απευθύνεται στην Ευαγγελή, αποδίδονται παραστατικά οι συνθήκες στο μέτωπο της Αλβανίας. Η σωτηρία του Κωνσταντίνου από τον συμπολεμιστή του Ιάκωβο και η επιστροφή του στο σπίτι αποτελεί ένα ευοίωνο διάλειμμα. - Η ζωή της Ευσταθίας αποκτά ενδιαφέρον, όταν το σπίτι επιτάσσεται από Γερμανό αξιωματούχο, που με την ευγένεια της συμπεριφοράς του εκπέμπει αχτίνες φωτός στη δυστυχία της. Στο όμορο με την αυλή της Ευσταθίας ετοιμόρροπο κατασκεύασμα εγκαθίσταται η Αννίκα, που μετά από λίγο θα αναλάβει τη γηροκομία του ασκητή πατέρα Επιφάνιου. - Η Ευαγγελή αποκτά γιο, τον Μηνά, ενώ ο πατέρας του Κωνσταντίνου Μηνάς, μη μπορώντας να ξεπεράσει την οικονομική καταστροφή που υπέστη μετά τη ληστεία του εξοπλισμού του, θα αποβιώσει από υποσιτισμό στα πενήντα τρία του. Ακολουθεί η εξόντωση των Εβραίων της πόλης μας, της Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων, και η αποχώρηση της Κλάρας και των δικών της για το ταξίδι χωρίς επιστροφή στα στρατόπεδα εξόντωσης. - Το πρωί της «Τετάρτης» αρχίζει με το τελεσίγραφο της πυρπόλησης ολόκληρου τετραγώνου, αν δεν παραδοθεί η κλεμμένη μοτοσυκλέτα των Γερμανών. Πρόκειται για σελίδες γεμάτες από τον μεστό λόγο της Ευσταθίας που απευθύνεται στον Γερμανό οικότροφό της για να σώσει τους ανθρώπους από τον όλεθρο: «Η Ευσταθία όρθωσε το πρόσωπο, κοιτώντας τον αξιωματικό είπε στον διερμηνέα: ''να πεις ότι όλοι, όχι μονάχα οι δικοί μου, ήρθαν εδώ όταν τους έδιωξαν. Και γω με τον ίδιο τρόπο ήρθα.Και σεις, τον επεσήμανε με το δάχτυλο, αν μείνετε, θα είσαστε φονιάδες. Και θα σας διώξει από δω η καταφρόνια του κόσμου. Αλλά και σαν φύγετε καμιά γη δε θα σας σηκώσει!. Και τους δικούς μου ν' αφήσεις που λες, εκεί είναι το σπιτικό τους. Πού θα γυρίζουν έρημοι, να καίγεται μαζί με τα άλλα σπίτια, κι οι φίλοι τους αντάμα; Όλοι αδικοχαμένοι θα πάνε, κι εμένα, που να μη με γλίτωνες απ' τα χέρια τού. Πες, με δίνει ένα κλώτσο με τη μπότα που εγώ γυαλίζω!'' Στράφηκε, κοίταξε κατάματα τον διερμηνέα: ''Δεν χωνεύουμε τους μοναχοφάηδες εδώ, αυτό να πεις! Όλους να τους σώσει! Μπορεί αφού!'' [.] ''πε τον, είπε, με αψάδα, ότι κι ο αδερφός μου σκοτώθηκε στον πόλεμο, κι ήτανε στρατός και παίρνανε διαταγές! Δεν καίγανε τα παιδιά των Αλβανών!'' Άρπαξε τον Νίκο, τον έστησε ενώπιόν τους, ''Διες τον, ανεφώνησε με μάτι σκοτεινό, κοίτα τον! Δεκαπέντε χρονώ παιδί είναι! Θα μπορούσε να ήταν δικό σου το παιδί!'' [.] ''πε τον, τον παρακαλώ πολύ, τον ικετεύω, να γλιτώσει τη γειτονιά των ανθρώπων μου! Δεν τον ζήτησα καμιά χάρη. Αυτό όμως να το κάνει, χριστιανός αν είναι!'' είπε ξερά η Ευσταθία, έσφιξε τα δόντια, πήρε από το χέρι τον Νίκο, κούνησε το κεφάλι προς τον αξιωματικό και φύγανε. Βγήκαν, πέρασαν έγγιστα από το σταματημένο αυτοκίνητο του επισιτισμού, άφησε την έξαψη και τον πανικό της να ξεσπάσουν, έκλαιγε μουρμουρίζοντας, ''Αλίμονο σ' εσάς και κρίμα σ' εμένα'', κρουνοί τα δάκρυα μούσκευαν τα μάγουλά της, [.]». - Με την αποχώρηση των Γερμανών «κι η πραγματική θάλασσα ηρέμησε για ν' αφουγκραστεί τους στίχους [.] από τον έσω κόσμο των λαθροβιούντων, των ταπεινωμένων, των γονατισμένων τώρα στη μνήμη εκείνων που είχαν για πάντα χαθεί». Ακολουθούν, όμως, τα Τάγματα Ασφαλείας, οι εκτοπίσεις στα ξερονήσια, οι εκτελέσεις και το κλίμα τρομοκρατίας και ανέχειας. Η Ασημίνα ερωτεύεται παράφορα έναν αντάρτη και φεύγει μαζί του στο βουνό, αφήνοντας τη μάνα της Πελαγία να λυγίζει υπό το βάρος του καημού της. Η αποκάλυψη των στυγερών εγκλημάτων του ναζισμού, οι αποκηρύξεις του Κομμουνισμού, η σωρεία των εκτελέσεων, οι σύλλογοι ανταρτοπλήκτων, οι εθνικόφρονες και οι Εαμοβούλγαροι, ο εθνικός ύμνος σε ημερήσια διάταξη, «μία δίκη συνεργατών -δέκα δίκες εαμικών, ανάλογες και οι καταδίκες, θαύματα σε εκκλησίες και εικόνες» συνθέτουν την εικόνα της εποχής, ενώ η Θεανώ εξακολουθεί να περιμένει την επιστροφή του Κοσμά και η Ευσταθία βρίσκει παρηγοριά στη στάση ζωής των φυγόκοσμων γειτόνων της μοναχών, την «αλληλοπεριχώρηση». Πριν «βραδιάσει», σε μία κινηματογραφικής απόδοσης σκηνή παρακολουθούμε τη μαιναδική αντίδραση της Ευσταθίας, όταν αντιλαμβάνεται τις άνομες θωπείες του Συζύγου στην κόρη του αλλά και την απάνθρωπη του τέρατος, για να ακολουθήσει λυτρωτικός για την οικογένεια και τους αναγνώστες ο αναιτιολόγητος και ανεξιλέωτος θάνατός του. - «Τετάρτη βράδυ» (λες και το σκοτάδι πρέπει να καλύψει τη φρίκη που θα ακολουθήσει). Ο Κωνσταντίνος και η Ευαγγελή προσπαθούν να ζήσουν αξιοπρεπώς μέσα στη δίνη του Εμφυλίου, σ' ένα κλίμα εφιαλτικό λόγω των αντιποίνων και των εκτελέσεων ένθεν κακείθεν, ακριβοδίκαια μοιρασμένων στην αφήγηση και στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ενώ η Θεανώ ποικίλλει την αφήγηση με τις παιδικές αναμνήσεις της από τη Σωζόπολη. Η Ευσταθία προσπαθεί να αναστήσει τα παιδιά της, απαλλαγμένη πλέον από την τυραννία του άνδρα της, εργάτρια στη Βίλκα. - Η Ευαγγελία και ο Κωνσταντίνος αποκτούν το τρίτο παιδί τους, τον Κοσμά, και τολμούν το πρώτο και τελευταίο ταξίδι της ζωής τους, στην Άρνισσα, στον συμπολεμιστή του Κωνσταντίνου Ιάκωβο. - Στο επόμενο κεφάλαιο, «Πέμπτη πρωί», το κλίμα αλλάζει και τον ζόφο του αδελφοκτόνου πολέμου διαδέχεται η καλοκαιρινή αιθρία των θαλάσσιων αποδράσεων στην Αγία Τριάδα, τη Μηχανιώνα, την Περαία, το Καραμπουρνάκι, οι παρελάσεις, η ταινία «Τα παιδιά της αμαρτίας» με την Υβόν Σανσόν στα Τιτάνια. «Πάντως περπατούσαν υποδημένου», που σημαίνει ότι τα πράγματα έχουν καλυτερεύσει. Στο κεφάλαιο αυτό αποτυπώνεται η καθημερινότητα μίας ήσυχης, μέτριας ζωής, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα των καθημερινών ανθρώπων της Πάλλα. - Σταματώ στην πανδαισία των λέξεων: «Την τιμητική τους είχαν τα υφάσματα, πώς αυτά συμπεριφέρονταν στο τρύπωμα, στις ραφές, στο σορφιλέ, στις κουμπότρυπες, ορισμένα τα χαιρόταν το χέρι, αποφθεγγόταν η Θεανώ, πρωταγωνιστούσαν οργάντζες, μουσελίνες, ταφτάδες, για τα σπάνια μεταξωτά κολλούσαν τα στόματα, δαμάσκα, νάυλον, ολόμαλλα, μοχέρ, τα κασμήρια Τρία Άλφα και Μηναϊδη-Φωτιάδη πολύ καλής ποιότητας, καίπερ τα ευρωπαϊκά ήσαν άλλο πράγμα, αλπακάδες, λαχούρια, τσόχες, βελούδα, κρεπ, περκάλια, ποπλίνες, περνούσαν από τα χέρια τους δαντέλες, κορδέλες, κροσοπλέγματα, σειρήτια, κορδονέτα, γαϊτάνια, τρέσες, παγιέτες. Συχνότερα χειρίζονταν κάμποτα, δίμητα, τσελβόλ, χασέδες, αλατζάδες, τσίτια και τουλουπάνια [.] Παρντεσού, τρέινσκοτ, [.], κι οι λέξεις πανωφόρι και πατατούκα {.] και ποια η διαφορά ανάμεσα στο παλτό και το μαντό, την γκαμπαρδίνα, το αδιάβροχο και τη μουσαμαδιά [.]». - Στη Μικρή μεγάλη εβδομάδα τα μικρά γεγονότα εναλλάσσονται και συνυφαίνονται με τα μεγάλα. Η Αγγέλα μαθαίνει ακορντεόν κρυφά από την Ευσταθία, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στην Κορέα, αρχίζει ο επαναπατρισμός των παιδιών του παιδομαζώματος και συνεχίζονται οι εκτελέσεις στο Επταπύργιο. Το ξήλωμα των τραμ, η αναχώρηση των υπερωκεάνιων «πεπληρωμένων μεταναστών» ακολουθεί το γράμμα της Ασημίνας το 1954 και η νοσηλεία του μικρού Κοσμά στο Λοιμωδών, το Κυπριακό και τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, οι συνθήκες ζωής και εργασίας της Ευσταθίας, ο θάνατος του Επιφάνιου, ο θάνατος της μητέρας («και η αγάπη μαθαίνεται»), ο έρωτας της Αγγέλας για τον Τριαντάφυλλο που αποδείχθηκε «πολύγαμος, αγύρτης και πολυγύνης». Είμαστε στο 1958. Ο Νίκος και η μνηστή του φεύγουν για την Αμερική, για να ξενιτευτούν κατόπιν ο Γιώργης της Ευσταθίας και ο Μηνάς του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας. Το κεφάλαιο τελειώνει με τον θάνατο της Πελαγίας. - Στο επόμενο κεφάλαιο, «Πέμπτη βράδυ», παρακολουθούμε την ανοικοδόμηση της δεκαετίας του '60. Από τις σημαντικές μορφές η ιερόδουλη Ρίτα-Κλεαρέτη. Η αφήγηση αναφέρεται πια στην επόμενη γενιά, στα παιδιά του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας και της Ευσταθίας, σε εναλλαγή με τα σημαντικά γεγονότα της εποχής, τη δολοφονία του Λαμπράκη και του Πολκ, την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, τη δολοφονία του Κένεντι. Ακολουθεί η Δικτατορία. Η μικρή κόρη της Ευσταθίας Ελένη είναι πρωτοετής στη Φιλοσοφική. Η πρώτη εγγονή του Κωνσταντίνου και της Ευγγελίας, κόρη του γιου τους Μηνά και της Ευαγγελίας, Θεώνη, παντρεύεται τον Αργύρη και αποκτούν τη Θεανώ. Ανοίγεται η Αγίου Δημητρίου. Το σπίτι της Θεανώς το πήρε ο δρόμος, της Πελαγίας δίνεται αντιπαροχή. Η εκτέλεση του Παγκρατίδη, η κηδεία του Παπανδρέου και του Σεφέρη, η Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου, ο Άγνωστος πόλεμος στην ΥΕΝΕΔ και η λογοκρισία. Η Πελαγία και ο ρομαντικός αλλά άτυχος έρωτάς της. Το Πολυτεχνείο. - Την «Παρασκευή πρωί» η Ευσταθία είναι πενήντα έξι ετών. Η κόρη της Αγγέλα, επιτυχημένη μοδίστρα, έχει κάνει πέρα τον αχαΐρευτο Τριαντάφυλλο. Ο μεγάλος γιος της ο Χρήστος, μουσικός σε νυκτερινά κέντρα, παντρεμένος με τη Μαριάνθη, αντιμετωπίζει τη δικαιολογημένη ζήλια της γυναίκας του, ενώ ο Γιωργής, παντρεμένος με την Αμερικανίδα Σύνθια, καταχράται τις περιουσίες των αδελφών του. Με την Ελένη είναι ερωτευμένος ο Κοσμάς, ο γιος του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας, τον οποίο ο «αρνησίκοσμος» Παύλος, «προσκολλημένος στην ουτοπία», προσπαθεί να νουθετήσει. Στη συνέχεια παρακολουθούμε τη ζωή της οικογένειας του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας και της τυφλής πλέον γιαγιάς Θεανώς. Η μικρή κόρη, η Πελαγία είναι φοιτήτρια στη Φιλοσοφική, όταν πέφτει η χούντα και επιστρέφει ο Καραμανλής. - Μετά την αναφορά στο «θάμβος των ανακαλυφθέντων στη Βεργίνα», το σεισμό του Ιουνίου του 1978 και τις συνθήκες ζωής των σεισμοπλήκτων, ακολουθεί η επίσκεψη των Αμερικανών Νίκου και Μηνά, ύστερα από απουσία 20 και δεκαέξι χρόνων αντίστοιχα. Το παρελθόν δε σταματά στιγμή να υπάρχει ως ανάμνηση ή ως απορία: «Χρόνια είναι που θέλω να σε ρωτήσω.Εσείς είχατε κλέψει τη μηχανή τότε που πήγαν να κάψουν τη γειτονιά;», ψιθυρίζει η Ευσταθία στο αυτί του Νίκου. - Η Ευσταθία συνταξιοδοτείται μετά 28 χρόνια εργασίας στο καναβουργείο. 1981. Η αλλαγή. Το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία : «Εκείνον τον Οχτώβρη πηδούσαν οι πέτρες από τη θέση τους, νεκροί εγέρθηκαν από τους τάφους, οι ψυχές των εκτελεσμένων και των βασανισμένων στις φυλακές και στις εξορίες πετούσαν πάνω από τα κεφάλια των πανηγυριστών». Ο διπλασιασμός των συντάξεων «και βέβαια κάηκαν οι φάκελοι» και το παράπονο της ιστορικού: «Κι έμειναν επί της τέφρας απαραμύθητοι οι ιστορικοί, εντόπιοι, της διασποράς και αλλοδαποί». - «Παρασκευή βράδυ». Μέσα στην πληθώρα των αυτοκινήτων, με την παρεμβολή στίχων τραγουδιών, το σημαντικό γεγονός είναι η άφιξη της κόρης της Ασημίνας, της Πελαγίας, από την οποία πληροφορούμαστε τη δύσκολη ζωή της Ασημίνας στο βουνό. Της ανοίγουν οδοντιατρείο και συγκατοικεί με την εξαδέλφη της Πελαγία του Κωνσταντίνου και της Ευαγγελίας. Το Τσέρνομπιλ και ο γλυκός θάνατος της Θεανώς, που τον ακολούθησε αυτός της γάτας της που σταμάτησε να τρώει και να πίνει, αφότου απώλεσε την κυρά της. Ο Κοσμάς παντρεύεται την Κριστίνε. (Άλλωστε η Ελένη έχει προ πολλών χρόνων παντρευτεί τον Λέανδρο.) Ο Παύλος συνταξιοδοτείται στα 65 του. - Ο Γιώργης συνεχίζει να χαρτοπαίζει. Η κόρη του Ευσταθία φεύγει για σπουδές στην Αμερική και θα την ακολουθήσει η μητέρα της Σύνθια. Η Θεσσαλονίκη, πάντα με κάποιον τρόπο παρούσα, κυριαρχεί: «εκεί ο φραπές ή το φραπέ, το ακριβότερο φημισμένο ρόφημα ανά τη χώρα και ξακουσμένο στα Βαλκάνια, μας περιέλουσε πολτός της χτυπημένης φραπεδιάς και της εξηλιθίωσης». Μετά το ρέκβιεμ στην πόλη, ο χώρος εξακτινώνεται στην Γιουγκοσλαβία και τον πόλεμο που τη διαμέλισε και στη Μακεδονία των Σκοπίων. - «Σάββατο». Ο Παύλος απεβίωσε στα 75 του. Όλα σχεδόν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος συναντώνται στην κηδεία του. Η Ευαγγελία πεθαίνει σε ηλικία 86 χρονών. Ο Κωνσταντίνος που εξακολουθούσε «να υποφέρει από παθογόνα επιγεννήματα της απώλειάς της» την ακολούθησε έξι μήνες μετά. Είναι αδύνατο να μεταφέρω τον βουβό πόνο του και την τρυφερότητα που εκπηγάζει από το βάθος της ψυχής του για τη γυναίκα του και εκείνο το έξοχο όνειρο που βλέπει, όταν αποκαμωμένος από την περιπλάνησή του, τον παίρνει ο ύπνος και ξαναγυρίζει στην βρεφική τους ηλικία «στα χρόνια του μωρουδιακού λίκνου όπου κοιμόνταν αγκαλιά». - Οδεύουμε στο τέλος. Οι εξαδέλφες Πελαγίες και η Θεανώ, η εγγονή του Κωνσταντίνου και της Ευγγελίας, πήγαν για προσκύνημα στη Βουλγαρία, όπου «σαν σε μυστική συνεννόηση, αφέθηκαν να τις παρασύρει η αναπόληση» και είδαν τη ζωή της Θεανώς και την αδελφών πριν να εκπατριστούν. - Η Ελένη της Ευσταθίας χειρουργήθηκε, έχοντας δίπλα της και τον Κοσμά. Η Αγγέλα άφησε την επιχείρηση στον γιο της Κοσμά και αποτραβήχτηκε. Η Ευσταθία πέθανε στα 92 της. Πριν ξεψυχήσει, «μέσα από τα κλειστά μάτια της τρεμόπαιξε η εικόνα ενός ξανθού ένστολου γαλανομάτη που την καλούσε, της άνοιγε τα χέρια του κρατώντας λευκό μαντήλι». Ο Νίκος, ο γιος της Θεανώς, πέθανε το 2003, 77 ετών. Ο Χρήστος και η Μαριάνθη ζουν χωρίς προβλήματα, αφού οι λόγοι της ζηλοτυπίας της Μαριάνθης έχουν πια εκλείψει. Η Σύνθια, η γυναίκα του Γιωργή, θέλει να γυρίσει στην Ελλάδα. Η Ελένη επισκέπτεται γιατρούς, ενώ «οι δύο άντρες που τόσο την αγάπησαν και τους αγάπησε κι αυτή» της συμπαραστέκονται, και «εξακολουθεί να έρχεται στα όνειρα του Κοσμά». - «Όλα τα είδε και τ' άκουσε η θάλασσα -αιώνες τώρα αυτό κάνει: τα παίρνει από εδώ, τα πηγαίνει στις Εύξεινες αμμουδιές, φθάνει ώς τις εγγύτερες κι απώτερες ακτές των Ηπείρων κι από παντού μας φέρνει άλλα χαιρετίσματα. Κι απάνω στη χορεία του υπερούσιου κόσμου Ορφέας, Εύμολπος και Θάμυρις με τα έγχορδα και γύρω τους η πλειάς -κάπου εκεί δυο σημάντορες χερουβικοί με τις παλάμες διπλωμένες κάτω από το σαγόνι, καθισμένοι πάνω σε λευκά νέφη, μυρίζουμε στον αέρα την αύρα τους, πέρασαν κάποτε από 'δω, κοιτάζουν προς τα κάτω κι ετοιμάζονται -θα τραγουδήσουν, όλοι μαζί, το τραγούδι του έρωτα σε ουράνια συναυλία». - Η συγγραφέας, όπως πλέον γίνεται φανερό από όσα προηγήθηκαν, δεν έχει επιλέξει αβασάνιστα τον συγκεκριμένο τίτλο. Φυσικά, αφού διαβάσει κάποιος το μυθιστόρημα, καταλαβαίνει ότι η εβδομάδα αυτή είναι ο εικοστός αιώνας. Γιατί, όμως, «μικρή»; Γιατί, όπως διευκρινίζει η Πάλλα, «για μας που ζήσαμε μέρες του [.] πέρασαν σαν μια ανάσα, σαν μια εβδομάδα». Το «μικρή» αναφέρεται επίσης στις μικρές ιστορίες των ανθρώπων του μυθιστορήματος και τη μικρή αλλά όχι ασήμαντη ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το «μεγάλη» παραπέμπει στην εβδομάδα των παθών. Μία εβδομάδα παθών ήταν ο εικοστός αιώνας που, κατά τη συγγραφέα, «γέμισε την ανθρωπότητα πόνο και απόγνωση». - Πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, από τα πλέον πολυπρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Περισσότερα από εξήντα πέντε πρόσωπα συμμετέχουν στη δράση, σε ένα συναρπαστικό και περιπετειώδες χρονικό τεσσάρων γενεών και δεκατριών οικογενειών. Παράλληλα, μία ενδελεχής «ακτινογραφία» της πόλης της Θεσσαλονίκης αλλά και της ιστορίας της χώρας, των Βαλκανίων και των σημαντικών γεγονότων και ανακατατάξεων του κόσμου. Οξυδερκής και εξόχως γλαφυρή, η Πάλλα δεν κάνει ιστορία αλλά μία εντυπωσιακή κατάθεση γεγονότων για το κλίμα της εποχής, με στοιχεία και ντοκουμέντα, ισορροπώντας με επιδεξιότητα ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό. Η ίδια η συγγραφέας διευκρινίζει ότι «η ιστορία, [.] λειτουργεί [.] διαφορετικά από ότι στην περίπτωση της αναπαράστασης του ιστορικού σε μια ιστορική μονογραφία». Τα γεγονότα ενσωματώνονται στη μυθοπλασία και, αντίστροφα, η ιστορία που αποτελεί την υπόθεση του έργου ενσωματώθηκε στα γεγονότα της ιστορίας. - Τα πρόσωπά της η Πάλλα τα έπλασε με πολλή προσοχή, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει ανατρέχοντας στους τρεις πίνακες με τα «Γενεαλογικά» στο τέλος του βιβλίου. Κάθε πρόσωπο έχει τον κύκλο της ζωής του με ακριβή ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Εξάλλου ως αναγνώστες γνωρίζουμε την ιστορία κάθε προσώπου μέχρι και την τρίτη γενιά. Όπως μας λέει «είχε καταρτίσει πίνακες με τα ονόματα των ηρώων, και τις ημερομηνίες γέννησής τους και τους συμβουλευόταν συχνότατα προτού καταπιαστεί με ένα γεγονός. είχε σημασία ο συγχρονισμός της δράσης των ηρώων και των ιστορικών γεγονότων», άλλωστε φοβόταν, όπως ομολογεί, μην μπερδευτεί και πέσει σε αναντιστοιχίες». - Για τα πρόσωπα μπορεί να κάνει κανείς μία χωριστή εισήγηση. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Θα μείνω μόνο στους καλούς. Όλα έχουν τη ζωή τους και την αληθινή λογοτεχνική διάστασή τους, ανάλογα με το μέρος που τους αναλογεί στην ιστορία. Τι να πει κανείς για τη Θεανώ, τη μεγάλη ψυχή της, την ακούραστη συμπαράστασή της, την αδιαμαρτύρητη αναμονή της, για την Πελαγία, που την εξουθένωσε ο καημός της κόρης της, για την Ευαγγελία και τον Κωνσταντίνο, που με άφατη σοφία περιορίστηκαν ο ένας στην αγάπη του άλλου, απολαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό μία απείρως μεγάλη και πλούσια καθημερινότητα, μετρημένη με το μέτρο της αφοσίωσης και της ευτυχίας που φέρει η παρουσία ενός αγαπημένου άλλου. Ακόμη για τον Παύλο, την Κλεαρέτη, τη Σύνθια και εκείνη τη ρομαντική και τρυφερή ψυχή, την Πελαγία. Αυτή, όμως, που θα μείνει στο εικονοστάσι των βασανισμένων ψυχών, τέτοιων όπως η φόνισσα Φραγκογιαννού και η Αριάγνη του Τσίρκα είναι η μαρτυρική μορφή της Ευσταθίας. - Ελάχιστα από τα πρόσωπα που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο μικρό ή μεγάλο είναι αρνητικά, αλλά και γι' αυτά υπάρχει έλεος. Λέει η Ευσταθία για τον απάνθρωπο Σύζυγο: «Κι αυτός που δε με θέλει, δε με θέλει γιατί εγώ δεν τον νοιάστηκα. Για να δώσεις αγάπη, πρέπει να 'χεις. Αυτός πού να τη βρει; Απ' τη μάνα πώχει, έτσι που τη βλέπω. Αυτή κι ο εαυτός της. Τάχα τον αγαπάει. Για να την δίνει φράγκα τον αγαπάει! Κι αυτός δεν έχει φίλους, ίδια τσεσίτια πάει και βρίσκει, αυτούς που ανταμώνει στο κουμάρι.» - Στο μυθιστόρημα η Θεσσαλονίκη δεν είναι ένα απλό γεωγραφικό σημείο αναφοράς όπου η συγγραφέας τοποθετεί τα διαδραματιζόμενα. Ο ρόλος της είναι καθοριστικός, γιατί όλα γίνονται αισθητά διαμέσου της πόλης ως κοινωνικής ροής, ως ιστορίας και ως παρόντος χρόνου, χωρίς, όμως, να είναι απαραίτητο για τον αναγνώστη να την αναγνωρίσει για να μπορέσει να απολαύσει την ανάγνωση. Δηλαδή ο τοπικός προσδιορισμός δεν είναι τοπιογραφία αλλά η πόλη και όσα συμβαίνουν σ' αυτήν συντελούν στο κλίμα της συγκίνησης. - Το μυθιστόρημα αρχίζει το 1919 και με ενδιάμεσες αναλήψεις πηγαίνει πίσω έως το 1903. Τελειώνει το 2006. Πρόκειται για ένα έργο στο οποίο έχουν αφομοιωθεί, εκτός από τους συμβατικούς αφηγηματικούς τρόπους, αποσπάσματα από τον Τύπο της εποχής, τίτλοι βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων, κινηματογραφικών ταινιών και θεατρικών έργων και, κυρίως, τραγουδιών. Περισσότερα από πενήντα τραγούδια απηχούν το μουσικό στίγμα ενός πλούσιου σε νότες αιώνα και με το ρυθμό τους συμβάλλουν στη μουσικότητα της γλώσσας του κειμένου. Γενναία είναι, επίσης, η παρουσία του επιστολικού είδους. - Είναι, βέβαια, έργο μυθοπλασίας, ένα όμως έργο βιωματικό, με τον τρόπο που έχει προσδιορίσει τη βιωματικότητα στη λογοτεχνία ο Ιωάννου (Συνέντευξη στο περ. Διαβάζω, αρ. 39 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1977) 14-29). Η Πάλλα έχει συνθέσει το έργο της με βάση βιωμένα στοιχεία. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Είναι δυνατόν ο συγγραφέας να γράψει αγνοώντας την ίδια του την ύπαρξη; Η Πάλλα έχει καταθέσει στο βιβλίο αυτό όλο της το είναι. Όχι μόνο χρόνο από της ζωή της, που εξαργυρώθηκε σ' αυτό το αριστούργημα, αλλά το ήθος της, την ποιότητα του χαρακτήρα της, το άδολο φιλάνθρωπο βλέμμα της και τη φιλευσπλαχνία και την καλοσύνη με την οποία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους. την αγάπη και την έγνοια της για τα ζώα, τη φύση και το δομημένο χώρο. - Ένα λογοτεχνικό βιβλίο δε δικαιώνεται μόνο από τη μυθιστορηματική δύναμη των υποθέσεων που επινοεί ο συγγραφέας. Γιατί ο κατασκευασμένος λογοτεχνικός κόσμος οφείλει την ύπαρξή του στη μαγική ικανότητά του να αναδημιουργεί, χρησιμοποιώντας το υλικό που του προσφέρει η γλώσσα. Η Πάλλα έφτιαξε γλώσσα υψηλής λογοτεχνικής αξίας, η οποία, χωρίς να αναιρείται η ρεαλιστική αναπαραστατική της λειτουργία, υπάρχει και σε μία άλλη κατεύθυνση, καθώς υπερβαίνει την καθημερινή της χρήση και τον πληροφοριακό της χαρακτήρα. Η γλώσσα της δεν είναι ούτε δημοτική ούτε καθαρεύουσα, είναι όλος ο πλούτος της ελληνικής, όπως έχει καταξιωθεί από τη χορεία των μεγάλων λογοτεχνών, με έναν όμως εντελώς προσωπικό τρόπο, συμπεριλαμβανομένων των θρακιώτικων, των αρχαίων, ακόμη και των σεφεραδίτικων. Ο λόγος, χωρίς να χάνει τη δύναμη της γλωσσικής εκφραστικής του δυνατότητας, εξακτινώνεται συγκινησιακά, μετουσιώνοντας την ιστορία μιας υποτιθέμενης αληθινής ζωής σε κείμενο καθαρής λογοτεχνικής αξίας. Πρόκειται για τη δημιουργία μίας άλλης πραγματικότητας, μετουσιωμένης λογοτεχνικά, που ισορροπεί τη συγκίνηση με την αποδοχή μίας αναπόφευκτης αλήθειας, που είναι η ίδια η ζωή και η ζωή μας. -

Γιώργος Καλλίνης, Ο χρόνος ως τόπος (ομιλία στην παρουσίαση του βιβλίου στον ΒΙΒΛΙΟ-ρυθμό, 31.3.2011) - Ποιος χρειάζεται αλήθεια την Ιστορία; Ιδίως στη δική μας, τη μεταμοντέρνα εποχή, που κήρυξε το «τέλος της Ιστορίας» ή καλύτερα το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων που δημιουργούσαν το παρελθόν ως ερμηνεία του παρόντος; Ποιος τη χρειάζεται στη δική μας, τη μεταμοντέρνα εποχή, που μοιάζει να την ενδιαφέρει μόνο το παρόν, η άμεση ικανοποίηση της επιθυμίας, και που αγνοεί τόσο το παρελθόν όσο και το μέλλον; Ή μήπως ακριβώς γι' αυτό η ανάγκη για την Ιστορία είναι μεγαλύτερη σε μια εποχή άμβλυνσης της ταυτότητας, σε μια εποχή συλλογικής αμνησίας; Πώς να καταλάβει κανείς ποιος είναι αν δεν ξέρει από πού έρχεται; (Βλ. σχετικά Τζίνα Πολίτη, «Πρόλογος», Δοκίμια για το ιστορικό μυθιστόρημα, Αθήνα, Άγρα, 2004, σ. 9-10.) - Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά η ιστορικός και μάχιμη εκπαιδευτικός, η συνάδελφος Μαρία Πάλλα, και τα αντιμετωπίζει καθημερινά εδώ και χρόνια στον στίβο της εκπαίδευσης. Όλα αυτά τα γνωρίζει καλά και η λογοτέχνις Μαρία Πάλλα και τα αντιμετώπισε κατά μέτωπο με το νέο της βιβλίο, το μυθιστόρημα Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα. - Παράξενος τίτλος, σκέφτηκα, όταν το αγόρασα. Και όταν άρχισα να το διαβάζω, μου δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι οι ήρωες της ιστορίας δεν είναι πολλοί αλλά ένας, ένα συλλογικό υποκείμενο που ζει μέσα στο χρόνο, βιώνει το χρόνο ως μη χρόνο. Ονόματα που επανέρχονται ή ονόματα που μοιάζουν μεταξύ τους ηχητικά: η Θεανώ και η Θεώνη, η Ευσταθία και η Ευθαλία, η Πελαγία, η Πελαγία και η Πελαγία, ο Κοσμάς, ο Κοσμάς, ο Κοσμάς, ο Γεράσιμος, ο Γεράσιμος, ο Κωνσταντίνος, ο Κωνσταντίνος, η Ευαγγελία, η Ευαγγελία. Ζωές σπαταλημένες από μια Κυριακή ή από το 1919 ώς το επόμενο Σάββατο ή ώς το 2004. Δεν προσπάθησα να καταλάβω, αλλά αφέθηκα στη μαγεία της αφήγησης, αδιαφορώντας για τη σύγχυση που μου είχε δημιουργηθεί. Όταν έφτασα στο τέλος του μυθιστορήματος, κατάλαβα πόσο μάταιη θα ήταν μια τέτοια προσπάθεια. Η ιστορία αυτή δεν ενδιαφέρεται για την ατομικότητα αλλά για τη συλλογικότητα. Και η αφηγηματική φωνή το ξεκαθαρίζει αυτό ήδη από την αρχή: «Η ιστορία μας θέλει τα δυο μωρά να μεγαλώνουν μαζί, μέσα στη δυσμένεια των περιστάσεων που είχε διαμορφώσει μια κάθε άλλο παρά αιφνιδιασμένη από την κινητικότητα των πληθυσμών κοινωνία - ανθρώπινες μάζες από το Στιπ, το Κουμάνοβο, τα Σκόπια είχαν καταφθάσει πανδημεί με τον ελληνικό στρατό από την καταταλαιπωρημένη από τον πόλεμο και τις ληστρικές ομάδες ενδοχώρα, κι ένα χρόνο υστερότερα εκατοντάδες Εβραίοι φορτώνονταν στα ατμόπλοια για τις τουρκικές πόλιες, για Αμερινή και αλλού, οι Βούλγαροι κάτοικοι της πόλης είχαν φύγει οριστικά, για να μην αναφερθούμε στους Ρωσοεβραίους που ήρθαν στα τέλη του άλλου αιώνα και τους εγκατέστησαν στον συνοικισμό Χιρς, νεοϊδρυθέντα για τους πυρόπληκτους του 1890». (σσ. 12-13) - Δεν είναι εμφανές; Η αφηγηματική φωνή μιλάει για την «ιστορία μας» σαν αυτή η ιστορία να μην είναι δημιούργημά της αλλά δημιούργημα μιας συλλογικότητας, σαν μην είναι εκείνη που την αφηγείται αλλά σαν «η αφηγηματική εξουσία [να] αποδίδεται σε μια προσδιοριστέα κοινότητα και [να] εγγράφεται κειμενικά [.] διά της φωνής ενός ατόμου που εμφανώς εξουσιοδοτείται από μια κοινότητα» (S. S. Lanser, Fiction of Authority,Ithaca-London, Cornell University Press, 1992, σ. 21.). Αυτά τα γράφει η θεωρητικός της λογοτεχνίας Susan Lanser και αποδίδουν με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει στη Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα. Έχει κανείς την αίσθηση ότι η αφηγηματική φωνή έχει αναλάβει το καθήκον -μήπως το βάρος; - να εκφράσει το σύνολο, τους κεντρικούς ήρωες ως σύνολο, ένα σύνολο που πάντοτε εντάσσεται σε αν ευρύτερο σύνολο με την τεχνική των ομόκεντρων κύκλων που ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς περιλαμβάνοντας ευρύτερα ή μικρότερα σύνολα: «Οι οικογένειες της Θεανώς και του Κοσμά είχαν έρθει το δεκατέσσερα, ένστολοι με φοβέρες διέτρεχαν Αγχίαλο, Αγαθούπολη, Βασιλικό, Σαράντα Εκκλησιές, Φιλιππούπολη έως Στενήμαχο, Άιντε, άιντε, στο Ελλάντα, στο Ελλάντα. λαός κατέφθανε εδώ με πλεούμενα και αραμπάδες, Αρμένοι με το μάτι τρομαγμένο -«Πού να πάμε;» «Να πάτε στους Έλληνες» - οι μετακινήσεις πληθυσμών ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα και προκαλούσαν σφοδρές αναταράξεις στην πόλη. [.] Οι εγχώριοι δυσφορούσαν, οι απαρχές της δικής τους ιθαγένειας χάνονταν στους αιώνες, ποιοι ήσαν, πότε ήρθαν όσοι ήρθαν, Εβραίοι, Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρβανίτες, Φράγκοι, άλλοι. Οι κίνδυνοι όμως ενώνουν τους ανθρώπους. Όταν διαδόθηκε πως η Πελαγία δυσκολευόταν να γεννήσει, με τις γειτονεύουσες που έσπευσαν ήταν και η Θεανώ, που πήγε κι ήρθε πολλάκις γεμίζοντας με τις ώρες και σταλιά-σταλιά τον κάδο της από την κρήνη της περιοχής.» (σ. 13) - Η οικογένεια των ηρώων εντάσσεται στο ευρύτερο σύνολο των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία, αυτοί στο σύνολο των προσφύγων της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας και αυτοί στο σύνολο των ανθρώπων που βρήκαν καταφύγιο στην πόλη διαχρονικά, ώσπου ο κύκλος να στενέψει και πάλι. - «Όλα άρχισαν από μια φωτογραφία», γράφει η συγγραφέας στο «Σημείωμά» της στο τέλος του βιβλίου. «Όχι πολύν καιρό υστερότερα, οι φωτογραφίες έγιναν τρεις. Οι άνθρωποι που ακινητοποίησαν μια στιγμή της ζωής τους στις φωτογραφίες ενέπνευσαν τα πρόσωπα, εν πολλοίς οι μοίρες τους παραλλαγμένες αποτυπώθηκαν στο βιβλίο, που επιδίωξε την αναπαράσταση ενός κόσμου στον οποίο έζησαν οι χαρακτήρες και οι βιογραφίες.» Αυτή η αποτύπωση μιας στιγμής της ιστορικής πραγματικότητας, της καθημερινής πραγματικότητας παρατίθεται μετά το τέλος της αφήγησης: μια μεγάλη οικογένεια κοιτάζει με σοβαρότητα τον φωτογραφικό φακό. Οι γυναίκες στη μία πλευρά και οι άντρες στην άλλη. Οι γυναίκες με παραδοσιακή ενδυμασία, οι άντρες ντυμένοι ευρωπαϊκά. Και στο κέντρο ο πάτερ φαμίλιας και η σύζυγός του, καθιστοί. Στην απέναντι σελίδα ένα νιόπαντρο ζευγάρι. Κοιτάζουν λοξά τον φακό, ο ήλιος τους τυφλώνει. Τα βλέμματά τους μοιάζουν να οδηγούν το θεατή έξω από το κάδρο, σε έναν κόσμο που βρίσκεται εκεί, αλλά δεν φαίνεται. - Αυτόν τον εντός αλλά και τον εκτός κάδρου κόσμο υιοθετεί η αφηγηματική φωνή, καταλύοντας τα όρια που θέτει μια φωτογραφία, αυτόν τον κόσμο που καμία φωτογραφία, καμία ταινία, κανένα τραγούδι, καμία ανάμνηση δεν μπορεί να αποτυπώσει. Αφηγήσεις σε «μικρόφωνα των ιστορικών», προσωπικές ιστορίες, κώδικες, αρχεία, παλαιές γραφές, περιοδικά, επιστολές, βιβλία, ταινίες και δίσκοι, ακόμη κι ένα ταξίδι, όλα τα εργαλεία ενός ιστορικού μεταμορφώνονται στα χέρια του μυθιστοριογράφου, που μυθοποιεί την Ιστορία, αποδίδοντάς της αυτό που απώλεσε ως επιστήμη, επιστρέφοντάς την πίσω, στις απαρχές της, τη γοητεία της αφήγησης και την τέχνη του λόγου: «Η άνοιξη ήταν στο ξεκίνημά της, όταν κατέφθασαν οι δεινόσαυροι εδώ. Χωρίς να ξερνούν φωτιά τα σίδερα μήτε να σφυρίζουν τα φάσγανα. τερατικά ουρλιαχτά εξέρχονταν όχι από τα σαγόνια, μα από τις μηχανές τους. Αρχή αρχή. Στην πλατεία Ελευθερίας ένας πήδηξε από το άρμα και μοίρασε σοκολάτες σε κάτι παιδιά που είχαν αποξεχαστεί με το παιχνίδι και παρακολουθούσαν το θέαμα, συν τω χρόνω πολλοί κρύφτηκαν στα σπίτια τους ή σε καταφύγια έχοντας κλείσει τα μαγαζιά, άμα το αγγέλματι της εισόδου των δυνάμεων του Τρίτου Ράιχ στην πόλη. Μπήκαν από το Βαρδάρι, εκτάθηκαν στο μήκος της Εγνατίας, προπορευόμενοι οι μοτοσυκλετιστές και πίσω τους άρματα και παντοία μηχανοκίνητα. οι πλέον περίεργοι στις δυο πλευρές του δρόμου κοίταζαν ξεθαρρημένοι, ενιαχού συμπαθούντες ευφημιστές θριάμβευαν, «Είδες, οι Γερμανοί;» Ολόγυρα τα πορτοπαράθυρα, τα κλειστά σφαλισμένα, το βουητό των οχημάτων εμφυσούσε ρίγος και σύγκρυο σε έμψυχα και μη.» (σσ. 104-105) - «Μόνο η Ιστορία μπορεί να ισχυριστεί ότι μιλά για γεγονότα που πραγματικά συνέβησαν, για την υπαρκτή δράση κάποιων ανθρώπων στο παρελθόν. Έγγραφα και αρχεία αποτελούν τις απτές πηγές της απόδειξης, της 'μαρτυρίας', για μια έρευνα που μέσω τέτοιων πηγών προχωρά προς την ιστορική πραγματικότητα», γράφει ο φιλόσοφος Paul Ricoeur. (Paul Ricoeur, Η αφηγηματική λειτουργία, μτφρ. Β. Αθανασόπουλος, Αθήνα, Καρδαμίτσα, 1990, σ. 56.) Αλήθεια; Μόνο η Ιστορία; «Χειμώνα καλοκαίρι το βόρειο τμήμα της πόλης έμοιαζε μελίσσι που βούιζε. Από το πρωί έως τη δύση του ήλιου εξαιρέσει Κυριακών και χιονισμένων γλιστερών ημερών χτυπούσαν στο καλντερίμι οι οπλές των αλόγων, οι γυρολόγοι τραβούσαν από το σχοινί τα γαϊδουράκια σεσαγμένα ή ζευγμένα σε καρότσια, πραματευτές ανεβασμένοι σε κάρα, ποδαρέμποροι της γύρας, άλλοι με τα σύνεργα της τέχνης τους στη ράχη ειδοποιούσαν για το πέρασμά τους, κήρυσσαν την πραμάτεια τους.» (σ. 221) - Στο πλαίσιο της μυθοπλασίας η Ιστορία ανακτά την αφηγηματική της διάσταση, επιδεικνύεται ως «λογοτεχνικό τεχνούργημα» χωρίς να παύει να αποτελεί αναπαράσταση μιας κάποτε συλλογικής πραγματικότητας. - Κι αυτό γιατί οι ιστορίες των ηρώων του μυθιστορήματος συμπλέκονται με ιστορικά γεγονότα, γεγονότα της πολιτικής, στρατιωτικής ιστορίας ή συμβάντα της συλλογικής καθημερινότητας. Γεννιούνται, παντρεύονται, μεγαλώνουν παιδιά, εργάζονται, μορφώνονται, χαίρονται και υποφέρουν, αγωνίζονται, γερνούν και πεθαίνουν εν Ιστορία, φτιάχνουν Ιστορία, διότι, όπως γράφει και πάλι ο Ricoeur, «είμαστε βυθισμένοι μέσα στην Ιστορία, [.] είμαστε ιστορικά όντα». (Paul Ricoeur, Η αφηγηματική λειτουργία, σ. 14.) - Ναι, είμαστε «ιστορικά όντα», ζούμε μέσα στην Ιστορία. - Η μετατροπή όμως όσων συνέβησαν από συνονθύλευμα γεγονότων σε αφήγηση προϋποθέτει την απόσταση, την οποία η αφηγηματική φωνή δεν παύει να υπογραμμίζει. «Δεν ήταν φτωχότερη από τη Θεανώ, μα ο Μηνάς μετά δυσκολίας κέρδιζε τα προς το ζην προσπαθώντας να συνεφέρει παπούτσια κακοφορμισμένα, με τα σημερινά κριτήρια για πέταμα». (σ. 15) - Κι είναι εκεί, παρούσα πάντα, για να παρεμβληθεί διακόπτοντας την αφήγηση και δημιουργώντας «κύστες», όπως τις αποκαλεί ο αφηγηματολόγος Gerard Genette, που δεν περνούν απαρατήρητες από τον αναγνώστη: «Για χρόνια σε αυτόν τον τόπο τα ιστορικά και πολιτικοκοινωνικά που ήθελαν να εκφράσουν οι άνθρωποι τα έλεγαν με ποιήματα, τραγούδια, στον τελευταίο αιώνα με ταινίες». (σ. 298) - «Ο Σύζυγος [.] στην Ευαγγελία έφερνε λίγδα, το βασιλικό λεγόμενο χοιρινό, που τρωγόταν στη φέτα με αλάτι και ρίγανη κι είχε τη γεύση του φρέσκου βούτυρου όπως το ξέρουμε στις μέρες μας.» (σ. 104) - «Ο Κωνσταντίνος δεχόταν αραιές σφαλιάρες από πατέρα και μητέρα, σαν αγόρι που ήταν, κι αν έμενε τίποτε υπόλοιπο, επιλαμβάνονταν δάσκαλοι και καθηγητές. Δεν δαπανούσαν τότε φαιά ουσία ασχολούμενοι με την ψυχολογία περί προσωπικότητας και τις παιδαγωγικές.» (σ. 32) - Υπογραμμίζοντας την απόσταση μεταξύ χρόνου αφηγηματικής πράξης και χρόνου ιστορίας η αφηγηματική φωνή επιτυγχάνει να αποστασιοποιήσει τον αποδέκτη από την ιστορία που αφηγείται εκτελώντας εκτός της αφηγηματικής και την ιδεολογική λειτουργία (Βλ. σχετικά Γ. Καλλίνης, Εγχειρίδιο αφηγηματολογίας. Εισαγωγή στην τεχνική της αφήγησης, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2005, σ. 43), όπως την αποκαλεί ο Genette, υπενθυμίζοντάς του συνεχώς ότι η Μεγάλη Εβδομάδα, ο εικοστός αιώνας, «κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου, μια ανάσα, γοργό το τραίνο της Ιστορίας τον άφησε πίσω μαζί με τους άλλους». (σ. 81) - Η αφήγηση της Μεγάλης Εβδομάδας διακόπτεται κάποτε από τη φωνή μιας γυναίκας εγκλωβισμένης σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου για μια εβδομάδα, μια Μικρή Εβδομάδα. Συμπαραστεκόμενη στην άρρωστη μητέρα της, έχει όλο το χρόνο να διαβάσει («Είναι βέβαια και το βιβλίο που διαβάζω. Μέχρι να τελειώσει, δε θα ξανασκεφτώ ότι οι ώρες δεν περνάνε», σ. 60), να θυμηθεί όσα γνωρίζει («Το νοσοκομείο Χιρς εγκαινιάστηκε το 1908 από τον γιατρό Μωύς Μισραχή. Υπήρξε προσωπικό του έργο και χρηματοδοτήθηκε από την Κλάρα Χιρς. Το 1917 στέγασε το 14ο Συμμαχικό Νοσοκομείο. Το 1941 επιτάχθηκε από τον γερμανικό Ερυθρό Σταυρό. Στα χρόνια 1944-1950 εξυπηρέτησε αγγλικές στρατιωτικές μονάδες. Το 1950 αγοράστηκε από το ελληνικό δημόσιο και μετονομάστηκε σε Λαϊκό, αργότερα σε Ιπποκράτειο. Μάλιστα. Ιστορικό νοσοκομείο αυτό», σ. 60), να παρατηρήσει τους άλλους, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στο διπλανό κρεβάτι («Κάθε μέρα γίνεται παρέλαση. Στην αρχή νόμιζα φίλοι και γνωστοί, κάποιοι συγγενείς, φυσικά. Όχι! Παιδιά, εγγόνια, σόι είναι. Αν έφερναν και τα δισέγγονα που είναι μικρά απ' ό,τι λέγανε, θα μαζεύονταν καμιά τριανταριά. «Πολλά παιδιά έχετε! Να τα χαίρεστε!» τους είπα όταν έμειναν μόνοι. Τους φανταζόμουν πιο νέους, δεν έχουν άσπρα μαλλιά. Γεννήθηκαν μαζί, είπαν, είναι ογδόντα πέντε χρονών», σ. 259), να οδηγηθεί στην αυτοσυνειδησία («Το σώμα μου πονάει. Μια βδομάδα έχω να κοιμηθώ. Σαν όλη η ώς τα τώρα ζωή μου να ήταν νοσοκομείο κι ανθρώπινος πόνος», σ. 439). Μια εβδομάδα είναι μια ολόκληρη ζωή και η ζωή ένας τόπος, ο τόπος του ανθρώπινου πόνου. - Καθώς οι δύο ιστορίες εναλλάσσονται, συμπλέκονται σημασιοδοτώντας η μία την άλλη: η Ιστορία μιας συλλογικότητας και η ιστορία ενός προσώπου, ο πόνος ενός τόπου και ο πόνος ενός σώματος, μια εβδομάδα και ένας αιώνας, ώσπου να γίνουν ένα, το «εγώ» να νιώσει το «εμείς», ο τόπος να γίνει σώμα, η εβδομάδα να γίνει αιώνας, κι εκείνος ένα κείμενο. Ώσπου ο χρόνος να γίνει τόπος, να γίνει ο τόπος των λέξεων, των λέξεων που καταργούν τα χρονικά όρια, αν υπήρξαν ποτέ, και συνυπάρχουν εκεί, μπροστά τα μάτια του αναγνώστη, το «πεπληρωμένα» με το «τουρλωτά», το «φυματικοί» με το «ελονοσούντες», το «εν παντί τόπω» με το «ξυπόλητοι», το «σιμά» με το «αλεξιβρόχιο». - Έχοντας επιδείξει τη «σωματικότητά» του τόσο στο επίπεδο της δομής όσο και στο επίπεδο των λέξεων, το κείμενο προκαλεί τον αναγνώστη να περιηγηθεί σε αυτό όπως περιηγείται σε ένα τοπίο όπου συνυπάρχουν το παρόν με το παρελθόν, σε έναν τόπο που δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα της Ιστορίας, υπάρχει όμως στην πραγματικότητα της λογοτεχνίας ως ένας τόπος από λέξεις. Να περιηγηθεί, όπως περιηγείται κάποιος στον τόπο των προγόνων του: «Στο μυαλό τους πηγαινοερχόταν η εικόνα των προγόνων που έφευγαν. Σε κάρα φορτωμένα λιγοστές αποσκευές, παιδιά, γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά έφθαναν στη θάλασσα κι επιβιβάζονταν στα πλοία που τους έφεραν στον νέο τόπο. Οι ενήλικοι μπορεί να κοίταξαν πίσω με δακρυσμένα τα μάτια, ήξεραν πως δεν θα ξαναγύριζαν. Το είχε διαισθανθεί κι η γιαγιά Θεανώ. τώρα η συνονόματη δισέγγονή της περπατούσε σε αυτά τα χώματα, Τσάρεβο, Άχτοπολ κι αλλού, ανάμεσα στα ξενοδοχεία με τις πισίνες και το άφθονο πράσινο διερευνά μήπως βρει απομεινάρια μιας ζωής που δεν υπάρχει πια εκεί.» (σ. 423) - Και η περιήγηση αυτή στον λογοτεχνικά δημιουργημένο τόπο είναι μια περιήγηση που αποδίδει στον τόπο τη χρονική του διάσταση. Έτσι ο τόπος του βιβλίου γίνεται ο μόνος τρόπος για να βιώσει κανείς τη χρονικότητα σωματικά, ως τόπο που υποφέρει, που επαναλαμβάνει την πορεία προς τη Σταύρωση, χωρίς την ελπίδα της Ανάστασης. «Της έδωσε ένα πενηντάρικο, η γερόντισσα πήγε να της φιλήσει τα χέρια, εκείνη τα τράβηξε, «Ευχαριστώ! Ευχαριστώ!» της έλεγε και ξανάπιασε τις ευχές και τις ευλογίες, η Πελαγία τη χαιρέτησε κι απομακρύνθηκε, δεν έφευγαν από το νου της τα κατάλευκα μαλλιά και τα γαλανά σαν πελαγίσια θάλασσα μάτια της γιαγιάς. «Η γιαγιά Θεανώ, σκέφτηκε. Ακριβώς η γιαγιά Θεανώ, μόνο που τα μάτια της ήταν σβησμένα. Κι η γιαγιά Ευσταθία. Εκείνες δεν είχαν χιονάτα μαλλιά. Και είχαν τις κόρες τους που τις φρόντισαν.» Της θύμισε ακόμα μιαν άλλη υπέργηρη [.] στο Μεσολόγγι, στη διάρκεια μιας εκδρομής με την εξαδέλφη της. μπροστά σε έναν πάγκο με κεριά, Κυριακή των Βαΐων, της είχε αφήσει δυο δεκάρικα για δυο κεράκια της δραχμής και το ευχαριστώ της γερόντισσας ακούστηκε σαν λυγμός. Και λέμε εμείς, τότε η εξαδέλφη της, η Πελαγία του Κωνσταντίνου, είχε πει μέσα της Έτσι ήτανε» (σ. 438). -

Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τη Θεσσαλονίκη, που συνδυάζει την αφηγηματική ροή της συνείδησης με το ιστοριογραφικό μυθιστόρημα και μιλάει για τον εικοστό αιώνα μέσα από την ιστορία τριών οικογενειών κατά τη διάρκεια τεσσάρων γενεών. - Η ροή του χρόνου του μυθιστορήματος είναι ομαλή, χωρίς ακραίους πειραματισμούς. Η μόνη παρέμβαση σε αυτήν είναι η κάθετη ταξινόμηση της αφήγησης κάτω από επικεφαλίδες που αναφέρονται σε ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας, ξεκινώντας από την Κυριακή των Βαΐων έως το Μεγάλο Σάββατο. - Ανάσταση στο μυθιστόρημα δεν υπάρχει. Η Ιστορία εισέρχεται στο προσκήνιο μια Κυριακή των Βαΐων και ζευγαρώνει με τα «μικρά» περιστατικά της καθημερινής ζωής των πρωταγωνιστών. Συναντά τον καημό του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, του καθένα χαρακτήρα που μας κράτησε συντροφιά μέσα σε τετρακόσιες πενήντα σελίδες, που θρηνεί τις απώλειές του, κοιτά τα τραύματα που του έφερε ο χρόνος, θανάτους αγαπημένων, αρρώστιες, χωρισμούς, προβλήματα. Το όνειρο, η αναπόληση, το συναίσθημα, πλημμυρίζουν το τέλος του μυθιστορήματος, σαν απόσταγμα, ίσως, μιας ζωής. - Οι χαρακτήρες είναι ταυτόχρονα φορείς ιστορίας και θύματά της. Μέσα από τις ρότες των ζωών τους περιηγούμαστε στον εικοστό αιώνα. Αρχικά κυριαρχούν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, που πέφτουν πάνω τους σαν καταστροφές, στη συνέχεια οι χαρακτήρες επιβιώνουν μέσα στην παθογένεια της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας, και τα εκτραχηλισμένα ήθη που επικρατούν έως και πολύ αργότερα. Έπειτα, στην δεκαετία του 1980, φαίνεται η ρομαντική αναζήτηση των δύο φύλων, κυρίως όμως των γυναικών, ο επαναπροσδιορισμός του θεσμού του γάμου, και στη δεκαετία του 1990 η ερωτική μοναξιά, παρέα με τον απόλυτο αυτοπροσδιορισμό της γυναίκας. - Έτσι, τα μεγάλα συναντούν τα μικρά, και για αυτό έχουμε από την Ιστορία την αίσθηση της οικειότητας. Η συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος προϋποθέτει ιστορική έρευνα, διάβασμα αρχείων, εφημερίδων, προφορικές μνήμες. Την έρευνα αυτήν η συγγραφέας δεν την επικαλείται μέσα στο αφήγημα, καθώς μέλημά της είναι η μυθοπλασία, η αίσθηση που κουβαλούν οι χαρακτήρες της. Η αφήγησή της προσελκύει τον αναγνώστη. - Μαζί με την ιστορία, αποτυπώνεται η εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, ως τόπος-παλίμψηστο της ιστορίας, έτσι όπως πράγματι είναι αυτή η πόλη. Διαφορετικές εποχές αλληλοκαλύπτονται μέσα από τα μνημεία διαφορετικών εποχών αλλά και τη σύγχρονη ζωή που τα προσπερνάει αδιάφορη. Στο τέλος του μυθιστορήματος, ο γηραιός ήρωάς της αποτελεί τον δείκτη μέτρησης του καθημερινού πολιτισμού της πόλης. Ο συσσωρευμένος χρόνος, δηλαδή, αναμετράται με την αγένεια και την έλλειψη καθαριότητας της πόλης. - Ο λόγος της συγγραφέως δεν ακολουθεί τα σημεία στίξης και τη σύνταξη ενός δομημένου λόγου. Ακολουθώντας τη ροή ενός μυθιστορήματος-ποταμού, εγκολπώνει στην παρατακτική του ροή το γενικό της πόλης με το ειδικό των χαρακτήρων, τη μία οικογένεια με την άλλη, διαφορετικά γεγονότα. Μέσα σε αυτή τη ροή του λόγου της, η συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει αυτό που περιγράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της ως «νερό», ως «πνοή του ανέμου» («ο εικοστός αιώνας κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή του ανέμου»). Ιστορικά, το μυθιστόρημα καλύπτει σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, ξεκινώντας από την εγκατάσταση προσφύγων από την Μαύρη Θάλασσα στην Θεσσαλονίκη, και καταλήγει στην τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Μέσα σε αυτήν την μακρά πορεία τέσσερις γενιές ανθρώπων διαγράφουν ένα μεγάλο διάνυσμα, από την κατάσταση όπου επικρατεί η αγωνία της επιβίωσης έως την κατάσταση όπου κυριαρχεί η υπαρξιακή αγωνία. Οι πίνακες με τα γενεολογικά δέντρα των χαρακτήρων, στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου βοηθούν σημαντικά, ώστε ο αναγνώστης να μη χαθεί μέσα στην μακρά αυτή αφήγηση. - Παρά τον επικό της χαρακτήρα, η αφήγηση δεν χάνει την τρυφερότητά της. Το εναρκτήριο σημείο της είναι η αγάπη, δυο παιδιά που μεγαλώνουν στην ίδια γειτονιά και πορεύονται μαζί για μια ζωή, και καταλήγει πάλι στην αγάπη, μια νέα αγάπη δύο νέων παιδιών. - Το μυθιστόρημα κινείται στην παράδοση του ιστοριογραφικού μυθιστορήματος με τη νεωτερική γραφή, που τόσο έχουν καλλιεργήσει οι Θεσσαλονικείς συγγραφείς, με την ιδιαίτερη εσωτερικότητα που τους χαρακτηρίζει. Αν θέλαμε να κάνουμε μια σύγκριση με τον παλαιότερο Νίκο Μπακόλα, παίρνοντας ως βάση σύγκρισης ότι και οι δύο καλύπτουν έναν αιώνα -αν και διαφορετικό- μέσα από το είδος της οικογενειακής σάγκας, ενώ περιγράφουν παράλληλα την εξέλιξη της Θεσσαλονίκης, θα λέγαμε ότι η Πάλλα είναι απαλλαγμένη από την κυκλική ροή της ιστορίας, δεν δημιουργεί, δηλαδή, συσχετίσεις μεταξύ διαφορετικών ιστορικών εποχών, αλλά καταγράφει την ιστορία γραμμικά, εκθέτοντας την εξέλιξή της και την επίδρασή της πάνω στους χαρακτήρες της. Με αυτόν τον τρόπο μάλιστα αποδίδει την αίσθηση της απώλειας, ένα θέμα με το οποίο είχε καταπιαστεί και στο πρώτο της βιβλίο.- Βιβή Ζωγράφου-Πόνσε , δημοσιογράφος, Κυριακάτικη ΑΥΓΗ, 21.8.2011.

Στο εκτενές, και γραμμένο με μαστοριά, μυθιστόρημα της Μαρίας Πάλλα αποτυπώνεται όσο σε λίγα κείμενα η συλλογική περιπέτεια της πόλης από μια «Κυριακή» (ή από το 1919) έως το επόμενο «Σάββατο» (ή έως το 2004). Πρόκειται, όπως σημειώνει η συγγραφέας, για «τέσσερις γενιές ανθρώπων, τις μικρές ιστορίες τους, την ιστορία της πόλης στον 20ό αι. που κύλησε νερό, άπιαστος σαν πνοή ανέμου». Αξιοποιώντας πληροφορίες από φωτογραφίες, αφηγήσεις, περιοδικά, βιβλία και άλλα «ψίχουλα της ιστορίας», η συγγραφέας κεντάει στο εργόχειρό της τη μυθοποίηση αλλά και την απομυθοποίηση της Ιστορίας και μας φέρνει πολύ κοντά σε πραγματικούς ανθρώπους: άνδρες, γυναίκες και παιδιά που βιώνουν τις καθημερινές πραγματικότητες στη Θεσσαλονίκη, καθώς η πόλη διέρχεται τις συμπληγάδες του 20ού αι. Ασφαλώς χρειάζεται και μια δεύτερη ανάγνωση, αλλά με το πρώτο κιόλας διάβασμα η Μαρία Πάλλα μάς έχει μετακενώσει αυθεντική συγκίνηση και μας έχει μεταδώσει το χρώμα κάθε εποχής και την αίσθηση της ιστορίας της μικρής ανθρώπινης κλίμακας.
(Γιώργος Αναστασιάδης, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ, τεύχ. 14)

 

[ISBN:978-960-9488-01-3]

Μάρκος Καραγιάννος,
Αφηγήσεις μιας αγκυλωμένης εποχής
(αφήγημα)

Ο Μάρκος Καραγιάννος γεννήθηκε το 1977 στη Θεσσαλονίκη.

Τα κείμενα του βιβλίου μιλούν για τη νεότητα μιας χώρας, μιας εποχής. Ξεκινούν από τη σημασία της μνήμης και της διαφοράς.

Η διάπλαση, η διαδρομή και η προσπάθεια για αυτοσυνειδησία της γενιάς που έκανε τις μεγάλες καταλήψεις σχολείων κατά τη δεκαετία του 1990.

 

[ISBN:978-960-8263-98-7]

Παναγιώτης Γούτας,
Ενός καφέ μύριοι έπονται
(αφήγημα)

Χιλιάδες καφέδες έρχονται στη μνήμη του Χάρη Σεμνού. Της νιότης και της άγουρης εφηβείας του. Της στρατιωτικής του θητείας και της δουλειάς του. Του έρωτα και της αναπόλησης. Της συγγραφικής αγωνίας. Φουσκώνουν τα χρόνια στο μυαλό όπως το καϊμάκι σε μπρίκι τούρκικου καφενέ. Μπερδεύονται οι γεύσεις, οι ποικιλίες, τα αρώματα, σε ένδοξο παρελθοντικό χρόνο αλλά και στο άγονο παρόν, αναδίδοντας ένα δικό τους ξεχωριστό άρωμα, κι αφήνοντας μια ιδιαίτερη επίγευση στο στόμα. Το γλυκό χαρμάνι της ζωής που τον κρατάει ζωντανό και τον διεγείρει. Ακόμα και τώρα που έχει κόψει, πλέον, τους καφέδες. - Ο Παναγιώτης Γούτας γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε νομικά και παιδαγωγικά. Δημοσιεύει διηγήματα, μελέτες και βιβλιοκριτικές σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Κυκλοφόρησε έως τώρα δύο συλλογές αφηγημάτων και δύο μυθιστορήματα. Αυτό είναι το πέμπτο του βιβλίο.

Έργα του:
Τα λάφυρα του Αυγούστου, αφηγήματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001

Το ίδιο έργο της ζωής μου, αφηγήματα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2002 Η ρεβάνς, μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2004

Γυναίκα στις δύο και μισή, μυθιστόρημα, Σύγχρονοι Ορίζοντες, Αθήνα 2006 (6η χιλιάδα)


Σπονδυλωτό αφήγημα ή «μυθιστορία σε συνέχειες», όπως θα το προτιμούσε ο συγγραφέας του, που γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Ρεαλιστική γραφή, ωμές σχεδόν σεξουαλικές περιγραφές μιας ανήσυχης εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας, με ψήγματα φιλάνθρωπης τρυφερότητας και ερωτικής στοργής για τα αναξιοπαθούντα ράθυμα ανθρώπινα όντα που σέρνονται από καφενείο σε καφενείο και σκοτώνουν τον καιρό τους, χωρίς ωστόσο να κακολογούν τη μοίρα τους και να μέμφονται τους άλλους, τους «πετυχημένους», τους βολεμένους. Μια στωική κι ενίοτε επικούρεια αντιμετώπιση της ζωής και του χαοτικού κόσμου μέσα στον οποίο βρεθήκαμε να επιβιώνουμε όπως-όπως.

Δείγμα γραφής:
«Δεν ήταν για φάρμακα αυτός. Προτιμούσε να κάνει ασκήσεις χαλάρωσης, γιόγκα ή ψυχανάλυση, πιο εύκολα του ερχόταν να ψέλνει βουδιστικά μάντρα απ' το πρωί ίσαμε το βράδυ με υπόκρουση σιτάρ -Ραβί Σανκάρ κατά προτίμηση-, ακόμα και ομαδική ψυχοθεραπεία σε αίθουσα, πιασμένος χέρι χέρι με λογής νευρωσικούς και ανισόρροπους της πρωτεύουσας, ήταν διατεθειμένος να υποστεί, παρά να πάρει χάπια. Όμως δεν είχε χρόνο ούτε χρήματα να κάνει κάτι από τα παραπάνω και οι ταχυπαλμίες συνεχίζονταν» (σ. 83).
(Κωνσταντίνος Μπούρας, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της Ελευθεροτυπίας, 25.6.2010)

 

[ISBN:978-960-8263-96-3]

Δέσποινα Λέφα,
To τέλος της φοβίας

Σ' ένα από τα ταξίδια μου στο νότιο ημισφαίριο, στις χώρες της απίθανης μα υπαρκτής Αμερικής, πληροφορήθηκα την ύπαρξη μιας απολιθωμένης πόλης, δημιουργίας του περίφημου ηφαιστείου Apalambra, του οποίου η έκρηξη πριν από περίπου μια δεκαετία είχε δημιουργήσει, όπως θυμάμαι, παγκόσμια αίσθηση και της οποίας ο ήχος και ο απόηχος, λόγω των τρομερών απωλειών σε ανθρώπινες ζωές, θα έφτασε οπωσδήποτε στ' αφτιά σας. Συγκλονισμένη τότε είχα με ζωηρό ενδιαφέρον παρακολουθήσει, όπως τόσοι και τόσοι, την ακραία φυσική καταστροφή, κι έπειτα άλλα γεγονότα της διεθνούς σκηνής προσήλκυσαν σιγά-σιγά την προσοχή μου κι αφέθηκα στη ροή της σύγχρονης ιστορίας που, όπως πιστεύουμε όλοι, αγγέλλεται ερήμην μας. Οι τοπικές αρχές είχαν φροντίσει, όμως, να διατηρήσουν έναν ολόκληρο οικισμό με τα κατάλοιπα ανθρώπων και πραγμάτων, σαν από δυσπιστία στη φιλμογραφία και στις μεθόδους σύγχρονης απαθανάτισης που έχουμε εφεύρει, κι αυτό, όταν το έμαθα, αν και ενδεχομένως είχε καταστεί γνωστό, καθώς εμένα μου είχε διαφύγει, με παρακίνησε βαθιά.

 

[ISBN:978-960-8263-97-0]

Αλντους Χαξλεϋ,
Θαυμαστός καινούργιος κόσμος

Το περίφημο προφητικό μυθιστόρημα του Χάξλεϋ, η περιγραφή του εφιαλτικού Καινούργιου κόσμου, με το απολύτως ιεραρχικό και πανίσχυρο κράτος, με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, της γενετικής μηχανικής, της φαρμακοβιομηχανίας, της εφαρμοσμένης ψυχολογίας. Οι άνθρωποι ζουν σε μία αρνητική Ουτοπία, σε ευημερία, ασφάλεια, μα και σε ανελευθερία.

 

[ISBN:960-8263-12-3]

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι,
Ο σωσίας

Ο ρώσος συγγραφέας Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) θεωρείται από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών, "βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής".

Ο σωσίας, που γράφτηκε το 1846, είναι απο τα πρώτα έργα του, που περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα μεταγενέστερα έργα του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζοφ.

Στον σωσία ο συγγραφέας καταδύεται στον ψυχικό κόσμο του δημοσίου υπαλλήλου Γκολιάτκιν (που μας φέρνει στο μυαλό τον βιβλικό Γολιάθ). Ο ήρωάς μας θέλει να "τραβάει τον δρόμο του" αλλά και θέλει να "μη διαφέρει καθόλου απ' τους άλλους ανθρώπους". Διχάζεται: ο πραγματικός Γκολιάτκιν εμμένει στην ιδιαιτερότητα του, ο σωσίας του υποτάσσεται στον γενικό κομφορμισμό, γίνεται ολόιδιος με τους άλλους ανθρώπους.

Ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει αριστοτεχνικά τη σύγκρουση των δύο στάσεων, την έκφραση τους στη ζωή του ήρωα, την τραγική κατάληξη...

[ISBN: 960-8263-01-8]


 

ΑΠΟΣΥΡΘΗΚΕ 23.5.2014

Αρθουρ Καίσλερ
Το μηδέν και το άπειρο

Η Ρωσική επανάσταση του 1917 συγκλόνισε τον κόσμο. Οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι όλης της γής άρχισαν να ελπίζουν σε μία καλύτερη ζωή.Οι ισχυροί τρόμαξαν. Η Ιστορία πορεύτηκε όπως γνωρίζουμε πια σήμερα. Αλλά οι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν ήξεραν. Αγωνίστηκαν για να οδηγήσουν την ανθρωπότητα σε μία καλύτερη ζωή. Ο Ν.Σ Ρουμπασόφ είναι μπολσεβίκος της λεγόμενης "παλιάς φρουράς".Εχει παλέψει, έχει ελιχθεί και έχει επιβιώσει από πολλές εκκαθαρίσεις. Αλλα φτάνει η στιγμή που συλλαμβάνεται ως "εχθρός του λαού". Στη φυλακή ο Ρουμπασόφ βρίσκεται αντιμέτωπος με τη συνείδησή του. Τι ήταν η Επανάσταση; Γιατί έγινε; Πέτυχε τον στόχο της; Γιατί δεν καλυτέρεψε η ζωή των ανθρώπων; Ποιός ήταν πραγματικά ο δικός του ρόλος; Στο κλασικό αυτό μυθιστόρημα, ο Καίσλερ επιχειρεί να αναλύσει τις διαβόητες "δίκες της Μόσχας, που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα κατά τη δεκαετία του 1930.

 

[ISBN: 960-8263-02-6]

 

Πιέρ-Πάολο Παζολίνι, Μυθοπλασία
(μετάφραση-επίμετρο:
Φαίδων Χατζηαντωνίου)

Τον Πιέρ-Πάολο Παζολίνι (1922-1975) τον ξέρουμε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, ως κινηματογραφιστή και όχι ως λογοτέχνη. Και ωστόσο, ο μάστορας των εικόνων υπήρξε και μάστορας του λόγου, του ποιητικού, του πεζογραφικού, του δοκιμιακού και του θεατρικού. Πολεμιστής της γραφής εν γένει, υπήρξε και στις δύο εκδοχές της τέχνης εξ ίσου επινοητικός, εξ ίσου αιρετικός, εξ ίσου προκλητικός, με καλά σχεδιασμένη και έλλογη την πρόθεσή του να προκαλέσει επί της ουσίας, κι όχι απλώς να σκανδαλίσει, οπότε και θα παραγράφονταν μάλλον εύκολα και το έργο του και η προσωπικότητά του. Υπήρξε επίσης, και όταν υπηρετούσε την εικόνα και όταν ασκούνταν στις λέξεις, το ίδιο βαθύς γνώστης και εξαιρετικός ερμηνευτής και χρήστης της αρχαιοελληνικής γραμματείας, προπάντων της τραγωδίας. - Ανάμεσα στις ουκ ολίγες, στους αιώνες και σε χώρες ποικίλες, επαναναγνώσεις και αναπαραστάσεις της μυθικής Μήδειας (ενός τρομακτικά πλούσιου σταθμού στη διαδρομή της σκέψης και του αισθήματος των αρχαίων), η δική του, η τύποις κινηματογραφική ΜΗΔΕΙΑ, στάθηκε μία από τις ισχυρότερες και προσφυώς τολμηρότερες, έτσι όπως εικόνιζε τη σύγκρουση του φυσικού (που παραμένει φυσικό και στην ακρότητά του) με το αυστηρά οργανωμένο και το πειθαναγκαστικά εξουσιαστικό, του εμπαθώς ενιαίου με το διχασμένο και το ψυχρά διχαστικό, του μαγικού με το λογοκρατούμενο, του θηλυκού με το αρσενικό, τη σύγκρουση δηλαδή δύο τύπων πολιτισμού ριζικά διαφορετικών. - Και στη ΜΗΔΕΙΑ και στο σύνολο σχεδόν του κινηματογραφικού έργου του Παζολίνι προέχει ο λόγος. Δεν προκαλεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι και η δραματουργική του παραγωγή (έξι τραγωδίες) υπακούει στον ίδιο «δυνάστη», τον λόγο, και μάλιστα προθυμότατα. Στη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ, επί παραδείγματι, ένα στιχουργημένο δράμα που μεταφέρθηκε σε απρόσκοπτα ελληνικά από τον Φαίδωνα Χατζηαντωνίου, οι σκηνικές οδηγίες είναι ελάχιστες, σχεδόν απουσιάζουν, η δε δράση είναι πρωτίστως ρηματική, σαν μια παράθεση εκτενών αυτοαναγνωριστικών μονολόγων που κάποια στιγμή διασταυρώνονται και εκρήγνυνται, θραύοντας το κάτοπτρο που χρησιμοποιεί η μοναξιά του καθενός. - Ηδη το 1968, άλλωστε, όπως υπενθυμίζει ο μεταφραστής στο πλούσιο επίμετρό του, ο Παζολίνι δημοσιεύει το Μανιφέστο του Θεάτρου του Λόγου, υπό τον τίτλο «Για ένα νέο θέατρο», όπου μνημονεύοντας (ακόμη μια φορά) την αρχαιοελληνική τραγωδία, προπαγανδίζει τη «σχεδόν ολοκληρωτική απουσία σκηνικής δράσης» και επιλέγει, με τον τόνο που αρμόζει ανέκαθεν σε μανιφέστα, αλλά, κυρίως αυτό, στον ψυχισμό ενός δημιουργού που βρισκόταν σε βιαιότατη και διαρκή σύγκρουση με κατεστημένες ιδέες, δόγματα και εξουσιαστικούς μηχανισμούς κάθε είδους (πολιτικούς, κομματικούς, εκκλησιαστικούς, καλλιτεχνικούς, ερωτικούς): «Το Θέατρο του Λόγου είναι ένα θέατρο απολύτως νέο, διότι απευθύνεται σε έναν νέο τύπο κοινού, υποσκελίζοντας εντελώς και δια παντός το παραδοσιακό αστικό κοινό. Η καινοτομία του έγκειται ακριβώς στο ότι είναι θέατρο του Λόγου: στο ότι, δηλαδή, αντιτάσσεται στα δύο τυπικά θέατρα της μπουρζουαζίας, στο θέατρο της Φλυαρίας και στο θέατρο της Χειρονομίας ή της Κραυγής. . Το Θέατρο του Λόγου δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το θέαμα, τα κοσμικά κτλ.: το μοναδικό του ενδιαφέρον, για τον πολιτισμό, είναι κοινό στον συγγραφέα, στους ηθοποιούς και στους θεατές, που όταν συναθροίζονται εκτελούν μια πολιτιστική ιεροτελεστία». Μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε αυτά τα περί κραυγής με τον νου στραμμένο στη ρουτίνα των παραστάσεων τραγωδίας στη χώρα μας, όπου επικρατεί το επιφώνημα, ο γδούπος και ο στόμφος, διαλύοντας τον βαθύτατα φιλοσοφημένο λόγο. - Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ (που έχει παρασταθεί αρκετές φορές στην Ιταλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) πρωτοδημοσιεύτηκε το 1969, άρα ο Παζολίνι την τελείωνε (αφού στην πρώτη της μορφή συνελήφθη το 1965-66) σχεδόν παράλληλα με το Μανιφέστο του. Αλλά δεν είναι ένα έργο-πρόσχημα ή εκβιασμένη απόδειξη ενός παραλογοτεχνικού «θεωρήματος», ούτε ένα έργο-επιχείρημα ιδεολογικού τύπου, δεν είναι μια καλλιτεχνική πλεκτάνη, ένα λούστρο δράματος πάνω από κάποια ιδεοληψία. - Στο κείμενο είναι παρούσες όλες οι εμμονές που χαρακτηρίζουν το σύνολο του παζολινικού έργου, άλλες εν σπέρματι και άλλες ήδη ώριμες (ο δεσπότης θεός και ο αντίδικος άνθρωπος, οι εξουσίες και η αμφισβήτησή τους, ο κομφορμισμός των κατ' όνομα ριζοσπαστών, η ευθηνία των θεωρούμενων μεγάλων αξιών). Πρωτίστως, είναι παρούσα και δρώσα η εμμονή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όταν αυτή δοκιμάζει να μιλήσει τα άρρητα, να καταστήσει θεατά, επικινδύνως θεατά, τα κρύφια και τα απωθημένα. Για τον Παζολίνι, η κάθαρση δεν εξισώνεται με κάποια παραμυθία και ληθαργική χαλάρωση, αλλά με τον βαθύτατο συγκλονισμό, τη ριζική διασάλευση. - Ενώ στην κινηματογραφική του ταινία ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ ο Παζολίνι ακολουθεί τον παραδεδομένο μύθο, στη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ (η οποία ανοίγει, ευλόγως, με τον ίσκιο του Σοφοκλή, που, με την ωριμότητα των ίσκιων, βεβαιώνει τον ήρωα του έργου πως «η παλιά σου συνήθεια της ιδιοκτησίας / είναι ο θάνατός σου») ανατρέπει τη μυθική και τραγική αφήγηση. Τώρα, ο πατέρας (ένας εν κρίσει μεγαλοαστός, που συνειδητοποιεί ότι «η ζωή δεν είναι πια για μένα ένα στοίχημα / παρά ένα κολόβωμα / μια ανάμνηση») φονεύει τον γιό του, ο οποίος εμφανίζεται σαν τυπικός νεαρός της Ιταλίας του 1970, κατά φαντασίαν ή επί συρμού επαναστάτης («εγώ είμαι νέος / και δικαιούμαι την αφέλειά μου / τον κομφορμισμό του επαναστατημένου γιού», λέει κυνικά). - Αλλά τα πράγματα δεν είναι γραμμικά ή σχηματικά. Ο πατέρας στους τρόπους και στη στάση του γιού του αναγνωρίζει και προβιώνει «ένα μέλλον ήδη παρελθόν». Η δική του αλήθεια συμπυκνώνεται στη φράση του προς τον Νεκρομάντη: «Είναι αλήθεια πως εγώ για τον γιό μου είμαι πατέρας. / Αλλά για μένα τον ίδιο είμαι γιός». Και στο κατώφλι του παραληρήματος πια, κι ενώ νιώθει ότι δεν ζει στην Ιταλία του 1970 παρά στη Γερμανία του 1930, ανακεφαλαιώνει τα ανθρώπινα έτσι όπως τα αποκωδικοποίησε ο ίδιος: «Οι πατέρες / θέλουν τους γιούς τους πεθαμένους / (γι' αυτό τους στέλνουν στον πόλεμο) / ενώ οι γιοί θέλουν να σκοτώσουν τους πατέρες / (γι' αυτό, ας πούμε, διαμαρτύρονται ενάντια στον πόλεμο)/ και περιφρονούν γεμάτοι υπεροψία / την κοινωνία των γέρων». Πατέρες και γιοί, εδώ, δεν νοούνται με τους δεσμούς του αίματος μόνο, παρά και με τους δεσμούς του πνεύματος. - Φονεύοντας τον γιο του, ο πατέρας φονεύει την τάξη του, τα είδωλά της, τις ψευδαισθήσεις της. Και, στην πραγματικότητα, αυτοκτονεί, και μάλιστα εις διπλούν: και ο ίδιος ακυρώνεται και εγκλωβίζεται στο περιθώριο, και τη συνέχειά του, τη διαμεσολαβημένη αθανασία του αναιρεί πριν καλά καλά υπάρξει. Και έτσι όπως εξέρχεται από την ιστορία, μοιάζει να μας ψιθυρίζει πως ο κόσμος του όλος, ο κόσμος μας, βαλτωμένος στην υποκρισία, δεν έχει δικαίωμα στην ιστορία, αφού η μόνη ικανότητα που του απέμεινε είναι να αναπαράγει τα μακάρια μηδενικά του και να γεννάει τον θάνατο. Σε τούτη τη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ η αυλαία δεν πέφτει ποτέ, ακριβώς επειδή ισχύει ο ακροτελεύτιος λόγος του Πατέρα: «Τι σου διηγούμαι, φτωχέ μου Κακαρέλλα; / Τη ζωή μου; Την ιστορία ενός πατέρα; Α όχι, / όπως θα 'χεις καταλάβει, / δεν είναι η ιστορία ενός μόνο πατέρα». Από έναν «γιό», σαν κι εκείνον του δράματος, δολοφονήθηκε ο πατέρας-Παζολίνι - για να μην κλείσει ποτέ ο κύκλος.
(Παντελής Μπουκάλας, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12. 10. 1999)

Ο ιταλός σκηνοθέτης, λάτρης της αρχαίας τραγωδίας, θυμηθείτε τις ταινίες του ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΜΗΔΕΙΑ (με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας), παίρνει τον μύθο του Οιδίποδα και τον μεταφέρει στα καθ ημάς. Ο πατέρας, αυτοδημιούργητος αστός, σε κρίση ταυτότητας, σκοτώνει τον αμφισβητία γιο του. Ο Παζολίνι ειρωνεύεται την προσευχή την οποία αναπέμπει ο πατέρας στον Επουράνιο, θέλοντας έτσι να δείξει την κρίση της θρησκείας και της κοινωνίας που δεν πιστεύει πια. Στο Επίμετρο, πλήρης εργοβιογραφία. (Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 20. 3. 2000)
Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ είναι μία από τις έξι τραγωδίες που περιλαμβάνει το σύνολο της δραματουργικής παραγωγής του Παζολίνι. Δίνει την αφορμή, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, για μια διεισδυτική ματιά στο θεατρικό έργο του κορυφαίου διανοητή, γνωστού στην Ελλάδα κυρίως για την ιδιότητα του δημιουργού της εβδόμης τέχνης. Η μετάφραση στα ελληνικά της νέας λέξης Affabulazione, που επινόησε ο Παζολίνι για να δηλώσει τη διαδικασία της γέννησης ενός μύθου, στέκεται ως μεγεθυντικός φακός για τα θεατρικά του έργα, όπου οι ιδέες και οι χαρακτήρες συναντιούνται σε προγενέστερα και μεταγενέστερα κείμενά του. - Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ, που δημοσιεύθηκε το 1969, περιέχει το απόσταγμα των ταινιών ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ (1967) και ΘΕΩΡΗΜΑ (1968), ενώ πραναγγέλλει το ΣΑΛΟ και το ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ, επισήμανε ο μεταφραστής Φαίδων Χατζηαντωνίου παρουσιάζοντας το βιβλίο. «Στον ΟΙΔΙΠΟΔΑ η σχέση ακολουθεί τη γνωστή πορεία: ο γιος σκοτώνει τον πατέρα. Στη ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ οι ρόλοι αντιστρέφονται, αλλά μόνο φαινομενικά, γιατί στην ουσία παραμένουν οι ίδιοι, όπως ίδιο παραμένει και το περιεχόμενο της πράξης. Η κατάληξη και στα δυο έργα είναι η ίδια. Ο πατέρας, συντριμμένος από το αφόρητο βάρος της ενοχής επιλέγει την ερημιά, γίνεται περιθωριακός, αναχωρητής στο περιθώριο μιας σύγχρονης μητρόπολης, και στο περιθώριο της ιστορίας.». - Αν και ο Παζολίνι είναι ένας δημιουργός που το έργο του παραπέμπει άμεσα και έμμεσα στον ελληνικό κόσμο, τα πρόσωπα της ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑΣ δρουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (της ιταλικής αστικής κοινωνίας των δεκαετιών του 1960 και του 1970), ενώ η δράση τους, η ζωή τους, έχει σαφώς πολιτικό βάρος. (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 30. 3. 1999)
Ενα σύγχρονο σχόλιο στον μύθο του Οιδίποδα, η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ διαδραματίζεται στην Ιταλία τη δεκαετία του 1970. Όπως επισημαίνει στο Επίμετρο ο μεταφραστής του βιβλίου, ο Παζολίνι γράφει για το θέατρό του: «Το θέατρο του Λόγου είναι ένα θέατρο απολύτως νέο, διότι απευθύνεται σε έναν νέο τύπο κοινού, υποσκελίζοντας εντελώς και δια παντός το παραδοσιακό αστικό κοινό. Η καινοτομία του έγκειται ακριβώς στο ότι είναι θέατρο Λόγου, δηλαδή στο ότι αντιτάσσεται στα δύο τυπικά θέατρα της μπουρζουαζίας, στο θέατρο της Φλυαρίας και στο θέατρο της Χειρονομίας ή της Κραυγής, τα οποία έχουν οδηγηθεί σε μία επί της ουσίας ενότητα. Το θέατρο του Λόγου δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για το θέαμα, για τα κοσμικά κτλ. Το μοναδικό του ενδιαφέρον για τον πολιτισμό είναι κοινό στον συγγραφέα, στους ηθοποιούς και στους θεατές, οι οποίοι, όταν συναθροίζονται, εκτελούν μια πολιτιστική ιεροτελεστία». - Τα θεατρικά του Παζολίνι είναι έργα της ωριμότητάς του. Στις έξι τραγωδίες του εμφανίζονται (σε αρκετές για πρώτη φορά) θέματα που θα αναπτύξει αργότερα σε άλλα έργα του. (Β. Χ., ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 29. 3. 1999)

Η Μυθοπλασία είναι ένα σύγχρονο σχόλιο στον μύθο του Οιδίποδα. Διαδραματίζεται στην Ιταλία, την ταραγμένη δεκαέτια του 1970. Εδώ, αντίθετα με ότι συμβαίνει στις τραγώδιες του Σοφοκλή, οι ρόλοι αντιστρέφονται: ο Πατέρας (ενας αυτοδημιούργητος μεγαλοαστός , σε κρίση ταυτότητας) σκοτώνει τον Γιο (έναν αμφισβητία νεαρό, στον οποίο διακρίνει έναν εν δυνάμει πατέρα κατ' εικόνα και ομοίωση δική του).

Συντριμμένος από το αφόρητο βάρος της ενοχής, επιλέγει την ερημία, γίνεται περιθωριακός, αναχωρητής στο περιθώριο μιας σύγχρονης μητρόπολης - και στο περιθώριο της ιστορίας.

[ISBN: 960-8480-47-7]


Λώρενς Στερν,
Αισθηματικό ταξίδι,
(μετάφραση-σχόλια: Εφη Καλλιφατίδη)

Εξ αιτίας της φυματίωσης που τον βασάνιζε, ο άγγλος κληρικός και συγγραφέας Λώρενς Στερν (1713-1768) αναγκαζόταν να ταξιδεύει σε θερμότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Αυτά τα ταξίδια αποτέλεσαν την έμπνευση για το σύντομο αυτό μυθιστόρημα που συνδυάζει τις ημερολογιακές και ταξιδιωτικές σημειώσεις με το μυθιστορηματικό ρομάντσο, ενώ ταυτόχρονα διακρίνεται για τον έκδηλα στοχαστικό χαρακτήρα του. - Κεντρικός ήρωας του βιβλίου και πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο ερωτύλος και είρων Πάρσον Γιόρικ, ο οποίος εμφανίζεται και στο θρυλικό μυθσιτόρημα του Στερν ΤΡΙΣΤΡΑΜ ΣΑΝΤΙ. Εδώ παρακολουθούμε το ταξίδι του Γιόρικ από το Καλαί στη Ρουέν, από κει στο Παρίσι και μετά στη Λυόν, όπου ξαφνικά η αφήγηση διακόπτεται: ο θάνατος πρόλαβε τον Στερν. - Μολονότι αυτόνομο κείμενο, το Αισθηματικό ταξίδι μπορεί να ιδωθεί σαν παρακλάδι του Τρίστραμ Σάντι, που θεωρείται από τα κλασικά κείμενα της παγκόσμιας γραμματολογίας. στις αρχές του 20ού αι. αποτέλεσε θέμα της μελέτης του ρωσοεβραίου θεωρητικού του φορμαλισμού Βίκτορ Σκλόβσκι, αγαπήθηκε πολύ από τους γάλλους σουρεαλιστές, ενώ πριν από μερικά χρόνια αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μινιμαλιστές συνθέτες, όπως ο Μάικλ Νάιμαν που θέλησε να συνθέσει μια όπερα βασισμένη στο βιβλίο και με τον ίδιο τίτλο (έχει ηχογραφήσει μόνον ένα τραγούδι, το περίφημο «Τραγούδι της μύτης», από το πρώτο κεφάλαιο του Τέταρτου βιβλίου). - . Η δομή και η αφηγηματική τεχνική που ακολουθεί ο συγγραφέας στα 1760 περιέχει εν σπέρματι τον μοντερνισμός ενός Τζόυς και ενός Προυστ και τον μεταμοντερνισμό ενός Μπαρθ. Διότι, ολόκληρος ο τίτλος του βιβλίου είναι Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι, αλλά η γέννηση του Τρίστραμ προκύπτει μόλις στο Τέταρτο βιβλίο (!), ο πρόλογος εμφανίζεται στο μέσον του μυθιστορήματος, ενώ παρεμβάλλονται εκτενή κομμάτια που διασπούν την πλοκή, απλώς και μόνον επειδή ο αφηγητής χάνεται στα μονοπάτια της μνήμης του. Ο Στερν εγκαταλείπει την προσφιλή στους σύγχρονούς του συγγραφείς Ρίτσαρντσον, Φίλντινγκ και Σμόλετ γραμμική αφήγηση, θεωρώντας πως το γράψιμο πρέπει να αποτυπώνει την άναρχη ροή της ανθρώπινης συνείδησης. Έχει ειπωθεί ότι με τον τρόπο του ο Στερν επιβεβαιώνει διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες της εποχής του, όπως του Τζον Λοκ (σύμφωνα με τον οποίο οι ιδέες αναπτύσσονται μέσα από διαδικασίες που δεν υπακούουν σε καμιά λογική) ή του Ντέιβιντ Χιούμ (ο οποίος έγραψε το 1740 στην Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση ότι η ταυτότητα ενός ανθρώπου είναι πάντα κάτι ρευστό, φευγαλέο. - Η Έφη Καλλιφατίδη (που έδωσε μιαν εξαιρετική μετάφραση) κάνει στην εισαγωγή της ορισμένες εύστοχες παρατηρήσεις, ξεκινώντας από τον τίτλο του βιβλίου, που περικλείει μια ειρωνεία, αφού την εποχή του Στερν η λέξη «αισθηματικός» ήταν της μόδας στο Λονδίνο. Ο ακατάπαυτος, όμως, (αυτο)σαρκασμός του συγγραφέα δεν τον αφήνει να υποπέσει σε μια ακατάσχετη αισθηματολογία. Ίσα-ίσα, η ματιά του είναι πέρα για πέρα αποστασιοποιημένη, και το βιβλίο αποτελεί έναν ιδιότυπο ύμνο στον έρωτα και στο σεξ, περισσότερο ως εμμονή παρά ως πράξη. Μέσα από τις συνεχείς παρεμβολές της μνήμης και την κυριαρχία των προσωπικών εμμονών του αφηγητή εις βάρος της αφήγησης, ο Στερν, γράφει η Καλλιφατίδη, «παίζει με τις αντιφάσεις του τόπου, του χρόνου και πολύ περισσότερο της γλώσσας. πειραματίζεται με ολόκληρη την έννοια της ταυτότητας, με την προσωπική του αμηχανία απέναντι στην ίδια του την πραγματικότητα». - Κατά συνέπεια, ο Στερν αποδεικνύεται ένας αληθινά σύγχρονος συγγραφέας ο οποίος πιάνει με ακρίβεια τον σφυγμό του ευαίσθητου ανθρώπου που «δεν μπορεί ποτέ να χαθεί ή να πληρωθεί μέσα από τις συγκινήσεις του». Πόσοι, άραγε, ζώντες συγγραφείς είναι σε θέση να μιλήσουν με την ίδια δύναμη (συνδυάζοντας μάλιστα το χιούμορ με το συναίσθημα) για το κενό που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος - ακόμη και στα πιο όμορφα και ανέμελα ταξίδια του; (Ηλίας Μαγκλίνης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)

Η λέξη <<αισθηματικός>> ήταν μια λέξη της μόδας στο Λονδίνο της εποχής εκείνης, με αποτέλεσμα η χρήση της να φτάνει σε άκρα, όπως <<αισθηματικό>> γεύμα ή <<αισθηματικός>> περίπατος. Και ο Στέρν, υιοθετώντας την, θέλησε να την κοροιδέψει, όπως έκανε και σε τόσα άλλα, μόνο που, και σ' αυτήν την περίπτωση, κατέληξε και πάλι να κυριολεκτήσει. Γιατί δεν πρόκειται για ταξιδιωτικό ημερολόγιο, ούτε ακριβώς για μυθιστόρημα, παρόλο που συνδυάζει στοιχεία και από τα δύο είδη.

Ο Στέρν, παίζοντας για άλλη μια φορά τον ρόλο του Γιόρικ, ταξιδεύει, σε μια ξαφνική παρόρμηση, για ν' ανακαλύψει την ανθρώπινη ψυχή και μαζί τη δική του. Και σε όλο αυτό το ταξίδι, τα συγκινησιακά ξεσπάσματα εναλλάσσονται με την ειρωνεία, η αθωότητα με την πονηριά, η κοσμιότητα με την λαγνεία, έτσι ώστε ποτέ να μήν ξέρεις ποια όψη του νομίσματος βλέπεις, να είσαι πάντα καχύπτοτος και επιφυλακτικός απέναντι στην επιφάνεια του κειμένου και να προσπαθείς να διακρίνεις τα κρυμμένα νοήματα.

Είναι ένα βιβλίο χωρίς πλοκή, όπου ο αφηγητής - ο Γιόρικ με τις δύο όψεις, ο γελωτοποιός του βασιλιά της Δανίας και ο ιερέας Στερν, που υιοθέτησε το ψευδώνυμο Γιόρικ για να εκδώσει τα κηρύγματά του - αφήνεται να παρασυρθεί από την αφήγηση χωρίς κανένα σχέδιο και ξεστρατίζει σε κάθε στροφή μόνο και μόνο για την απόλαυση της ιστορίας.

[ISBN: 960-8480-27-2]

 

 

Τόμας Μπέρνχαρντ,
Οι Φτηνοφαγάδες

Βιέννη, πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερις φίλοι ανταμώνουν καθημερινά σ' ένα λαϊκό εστιατόριο και τρώνε πάντοτε το φτηνότερο φαγητό. Αυτούς, τους φτηνοφαγάδες, συναντά ο ανάπηρος Κόλερ, ο πέμπτος της συντροφιάς, και αισθάνεται υποχρεωμένος να τους αφιερώσει το κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου που συγγράφει, με θέμα την Φυσιογνωμική.

Ο αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ γεννήθηκε το 1931 στην Ολλανδία και πέθανε το 1989 στην Αυστρία.

Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα τιμήθηκε με πολλά και διεθνή βραβεία.

[ISBN: 960-8480-28-0]

 

 

Αλφρέ Ζαρρύ, Υμπύ δεσμώτης

Ο Υμπύ δεσμώτης είναι το τρίτο μέρος της τριλογίας του Υμπύ, που άνοιξε καινούργιους δρόμους στο θέατρο και τη λογοτεχνία.

 

Γιάν Νέρουντα,
Ιστορίες από την παλιά Πράγα
(με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ)

Μια εβδομάδα σ' ένα ήσυχο σπίτι

Οι τρείς κρίνοι.

Με επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.

"Δεν είναι τυχαίο που το δεύτερο διήγημα, που μοιάζει περισσότερο με ποίημα, συγκίνησε ιδιαίτερα τον χιλιανό ποιητή Ρικάρντο Νεφτάλι Ρέυες Μπαζουάλδο και τον έκαμε να υιοθετήσει το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούντα, με το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστός."

[ISBN: 960-8480-30-2]

 

Ανα Νόβακ,
Οι ατυχίες της ψυχής

Με αυτό το μυθιστόρημά της η εβραϊκής καταγωγής ρουμάνα συγγραφέας Ανα Νόβακ μάς φέρνει αντιμέτωπους με ένα μυστήριο της απτής καθημερινότητας: σε ποιον πραγματικά απευθυνόμαστε όταν μιλάμε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας; Μ' άλλα λόγια, ποιος είναι ο τελικός αποδέκτης των ατελείωτων και σχοινοτενών μονολόγων στους οποίους αναλώνεται ο καθένας μας από τη στιγμή που θα υποστεί τις παρθενικές του ψυχικές και ηθικές καθιζήσεις; - Εξυπακούεται ότι το ερώτημα αυτό επιδέχεται πολλές απαντήσεις. Επειδή όμως ο εαυτός δεν αντέχεται πάντα, του προσδίδουμε ξένα προσωπεία που λειτουργούν δίκην κατόπτρου: γίνεται ο τεθνεώς με τον οποίο μας συνδέουν δεσμοί αίματος, γίνεται το φάντασμα του ερωτικού συντρόφου που έχει πλέον πάψει να συντροφεύει τις νύχτες μας, ο αγαπημένος φίλος, ενίοτε ο εχθρός ο οποίος, σαν μόνιμο alter ego του εαυτού, ενσαρκώνει τους μύχιους εφιάλτες και φοβίες, τις αποτυχίες και τις ήττες που έχουμε υποστεί, αλλά κι εκείνες που πρόκειται να υποστούμε. - Τα πάντα συνηγορούν στο να μετατρέψουμε τον εαυτό σε κάποιον Άλλο, για να μπορέσουμε να τον αντιμετωπίσουμε: είναι η βαθύριζη ανάγκη να μεταβάλλουμε τον μονόλογο σε διάλογο (διόλου τυχαία, η Νόβακ υιοθετεί τη δευτεροπρόσωπη αφήγηση εγκαταλείποντας την πιο κλασική πρωτοπρόσωπη). - Στο μυθιστόρημα αυτό η αφηγήτρια επιλέγει να κουρνιάσει και συνάμα να συγκεντρώσει τα πυρά της στη φίλη της η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, μοιάζει να συμπυκνώνει όλους τους παραπάνω ρόλους, μολονότι η φιλία για την οποία μας μιλάει η συγγραφέας αναπτύσσεται σε καιρούς ζοφερούς: η φίλη των παιδικών χρόνων, της εφηβείας και της νεότητας είναι το πρόσωπο με το οποίο μοιράστηκε η αφηγήτρια τη φρίκη του στρατοπέδου συγκεντρώσεως του Αουσβιτς (στο οποίο βρέθηκε η Νόβακ στα δεκατέσσερά της χρόνια). - Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα μυθιστόρημα που έχει θεμελιωθεί σε ένα γνήσια βιωματικό υλικό και διαρθρώνεται μέσα από σύντομες ή λιγότερο σύντομες ενότητες, σαν μια μεγάλη επιστολή που δεν γράφεται ποτέ στην πραγματικότητα αλλά εγγράφεται στη μνήμη μιας γυναίκας η οποία, στοιχειωμένη από ένα παρελθόν που σφυρίζει σαν φίδι, αναζητά την προσωπική της διέξοδο αναμοχλεύοντας όλα τα φαρμάκια που έχει γευτεί. - Χρησιμοποιώντας έναν επιθετικό, ειρωνικό αλλά και άκρως εξομολογητικό τόνο, η Νόβακ προβαίνει σε κάτι σπάνιο: φαίνεται να αντιπαραβάλλει την ανείπωτη φρίκη του Ολοκαυτώματος με τις μικρές φρίκες της καθημερινότητας, της οικογενειακής ζωής κτλ., μια οπτική που απέχει πολύ από των περισσότερων που γλίτωσαν από τα ναζιστικά στρατόπεδα. Η αφηγήτρια, βέβαια, επέζησε (ο μοναδικός θρίαμβος της ζωής της, όπως λέει στο τέλος), όμως αν το παράλογο του Αουσβιτς τής δίδαξε κάτι, δεν είναι η υποτιθέμενη μαγεία της ζωής αλλά η άρνηση να αυτο-παραμυθιαστεί ξανά, να αφεθεί και πάλι στη μαγική πλευρά της ύπαρξης. - Η αφηγήτρια επέζησε της γενοκτονίας, αλλά δεν θριαμβολογεί. Αντίθετα, αφήνει να αιωρείται το ερώτημα: μήπως το τελικό «επέζησα» σημαίνει ότι χρειάστηκε να επιζήσει και της ίδιας της ζωής; - Αν και ο ελεγχόμενα παραληρηματικός λόγος της Νόβακ καθηλώνει τον αναγνώστη, υπάρχουν στιγμές φλυαρίας, κυρίως όταν οι εμμονές της δεν αναπτύσσονται με τρόπο ώστε να μεταμορφωθούν σε θεματικούς πυρήνες της γραφής, καθώς και όταν γίνεται περισσότερο περιγραφική, όταν δηλαδή δεν πραγματώνει τη γλώσσα μέσα από την ιστορία της (που μπορεί να μην είναι ιστορία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, με την έννοια της αυστηρής γραμμικής αφήγησης). - Δεν τίθεται θέμα, ωστόσο: τα αδύνατα σημεία του κειμένου είναι μεμονωμένα, και η συγγραφέας φαίνεται να έχει αφεθεί σε έναν χείμαρρο δίχως τον οποίο το βιβλίο αυτό δεν θα είχε την αξία που έχει στο σύνολό του. - Απαιτητικό ως γραφή και ως περιεχόμενο, το μυθιστόρημα Οι ατυχίες της ψυχής πέρασε, δυστυχώς, απαρατήρητο, όταν κυκλοφόρησε πέρυσι στα ελληνικά. Η συγγραφέας του ζει από το 1960 στη Γαλλία, όπου και εξέδωσε το ημερολόγιο που κρατούσε στο Αουσβιτς. Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε και άλλα βιβλία της στα ελληνικά. (Ηλίας Μαγκλίνης, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1.10. 2000)

Δεν θεωρώ ατιμωτική την ηλιθιότητα. Πιστεύω πως αν δεν ήσουν μια φορά στη ζωή σου ηλίθιος, και μάλιστα βαθιά ηλίθιος, δεν έχεις καμιά πιθανότητα να υποψιαστείς τί είναι η ζωή. Νομίζω πως χρωστούμε στους ηλίθιους περισσότερα απ' όσα πιστεύουμε.

Αυτοί τραβούν και πάντα τραβούσαν κουπί, με την ενεργητικότητα, την αξεπέραστη ζωτικότητά τους.

Δίχως τους ηλίθιους, όλα θα είχαν βουλιάξει στον μηδενισμό!

Ο κόσμος θα είχε εξαφανιστεί, από φόβο μη γελοιοποιηθεί!

[ISBN: 960-8480-49-3]

 

 

Εντουάρ Ντυζαρντέν
Έδρεψε δάφνες

(μετάφραση - επίμετρο:
Μιχάλης Αρβανίτης)

Να ένα διασκεδαστικό και ατμοσφαιρικό βιβλίο το οποίο αναδύεται από την αφάνεια πάνω από εκατόν είκοσι χρόνια μετά τη δημοσίευσή του το 1887. - Κάτι ανάμεσα σε μυθιστόρημα, θεατρικό μονόλογο vaudeville και σκηνοθετικές σημειώσεις, το ΕΔΡΕΨΕ ΔΑΦΝΕΣ θεωρήθηκε πολύ σημαντικό από τον Τζέιμς Τζόυς στη συγγραφή του ΟΔΥΣΣΕΑ. - Η ιστορία είναι απλή: ο νεαρός μεσοαστός δανδής Ντανιέλ Πρενς, υποτιθέμενος φοιτητής νομικής με τακτικά εμβάσματα από τους επαρχιώτες γονείς του, σπουδάζει τον έρωτα στο Παρίσι του 1887. Οι γυναίκες που τον συνεπαίρνουν θα μπορούσαν να είναι κατ' ευθείαν βγαλμένες από πίνακες του Τουλούζ-Λωτρέκ. Τα όσα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του καθώς βολτάρει στο μπουλβάρ ή τρώει σε ακριβά εστιατόρια φλερτάροντας με τα μάτια, θα μπορούσαν να είναι πίνακες του Μανέ. Σ' αυτή την εποχή των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών κλυδωνισμών αλλά και της μοναδικής δημιουργικότητας, όπου ο Ουγκό δεν έχει γίνει ακόμη παρελθόν, όπου κλείνει τη γιγαντιαία δραστηριότητά του (συγγραφική, ερωτική, ακόμη και μαγειρική) ο Δουμάς πατήρ, ενώ απογειώνεται ο Δουμάς υιός με το θέατρό του, εκκολάπτεται η Κολέτ και συνταράσσει, πάντα αειθαλής, η Γεωργία Σάνδη, ζει και δημιουργεί ο λάτρης του Βάγκνερ Εντουάρ Ντυζαρντέν. Στην ποίηση κυριαρχούν οι συμβολιστές, με πατριάρχη τον Στεφάν Μαλαρμέ, τον οποίο γνωρίζει και επισκέπτεται τακτικά ο συγγραφέας. Το κλίμα είναι γόνιμο, όλα μοιάζουν να μιλούν για ποίηση, δημιουργία και έρωτα και η Κομούνα του Παρισιού (1870) φαίνεται να έχει ξεχαστεί. - Λοιπόν, μέσα σε μια πλοκή που διαρκεί όσο ένα παριζιάνικο βραδάκι, μαθαίνουμε τα καθέκαστα του μεγάλου έρωτα του ήρωά μας για την άφταστη δίδα Λέα ντ Αρσέ, που παίζει ρόλους σουμπρέτας στο θέατρο (μόλις στην τρίτη πράξη). Αλλά ο ήρωάς μας μόνο τις δάφνες της αποτυχίας θα βρει να δρέψει από την ιστορία αυτή, αφού τα άλλα τα πρόλαβαν άλλοι. Παρά το ότι αδειάζει τακτικά τις τσέπες του από τα πατρικά λουδοβίκεια χάριν της Λέας. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που, στο λιτό, καλογραμμένο, αυτοσαρκαζόμενο και χιουμοριστικό μικρό βιβλίο με την έντονη θεατρικότητα, δικαιολογεί τον παραλληλισμό του με το Άγνωστο αριστούργημα του Μπαλζάκ; Είναι το ότι πρόκειται για μια συναρπαστική και γοητευτική περιπέτεια στον εσωτερικό μονόλογο, στην ενδόμυχη σκέψη, όπως αυτή συμπλέκεται με την εξωτερική δράση. Αυτοπαρατήρηση και σχόλιο, ανάμνηση και όνειρο μπαινοβγαίνουν στην υλική πραγματικότητα δίνοντάς της διαστάσεις ανύποπτες. - Μια φωτογραφική μηχανή ικανή να διαπερνά τη σωματική ύλη του ήρωα-συγγραφέα μάς αφηγείται πλάνο προς πλάνο τι συμβαίνει στην ψυχή του, τις διαδρομές του στο παρελθόν, όλα όσα περνούν φευγαλέα από τη μνήμη του, ενώ ένας άλλος φακός, πάλι μέσα από τον ίδιο, μας τοποθετεί στο υλικό και θεματικό παρόν της αφήγησης. Ο εσωτερικός μονόλογος είναι τόσο παλιός όσο και ο γραπτός λόγος, αλλά διαφέρει η μορφή, το πόσο ισχυρή είναι η έκρηξη του ηφαιστείου της ψυχής, πόση λάβα ή και δροσιά θα ξεχυθεί έξω. Πόσο μέρος από το μάγμα-υποσυνείδητο θα αποκαλυφθεί μέσω των λέξεων. - Ο μονόλογος του Ντανιέλ Πρενς είναι ένα γοητευτικό κείμενο, γεμάτο λεπτότητα, χιούμορ αλλά και μεταφυσική ανησυχία, όπου βασιλεύουν οι άνω τελείες, η αδιάκοπη ροή. Είναι γραμμένο με την τεχνική (είναι, άραγε, σωστή αυτή η λέξη;) που ονομάζεται συνειδησιακή ροή, stream of conscience. Αλλά απέχει πολύ από τους στγκλονιστικότερους μονολόγους του είδους. Είναι μακριά από τον μονόλογο του πρίγκιπα Μίσκιν στον ΗΛΙΘΙΟ του Ντοστογιέφσκι, της Μόλυς Μπλουμ στον ΟΔΥΣΣΕΑ του Τζόυς, από ΤΟ ΣΤΟΜΑ του Μπέκετ, από την ΚΥΡΙΑ ΝΤΑΛΑΓΟΥΕΗ της Βιρτζίνια Γουλφ. Ανήκει σ' αυτή την κατηγορία, είναι ένα μελωδικό προανάκρουσμα, αλλά πολύ μικρότερου βεληνεκούς. - Όσον αφορά τον Τζόυς, σημαντική επίδραση στο έργο του υπήρξαν τα γράμματα υπό μορφήν εσωτερικού μονολόγου, μέχρι παραληρήματος, που του έστελνε η μητέρα του, και η ακατάσχετη φλυαρία με τον αδελφό του, λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος, που έβριθε συνειρμών. Αν έλεγε κανείς ότι το ΕΔΡΕΨΕ ΔΑΦΝΕΣ είναι ένας πολύτιμος μικρός καμεός εποχής, ίσως θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όπως θα έπρεπε να περιμένει κανείς, αποσπάσματα του βιβλίου έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τον αξεπέραστο μαιτρ του είδους Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη. Αλλά και η ανά χείρας μετάφραση είναι εξαιρετική. (Μαρία Τσάτσου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26. 8. 2001)

Ο Εντουάρ Ντυζαρντέν γεννήθηκε στη Νορμανδία το 1861. Πήγε να σπουδάσει νομικά στο Παρίσι κι εκεί, το 1884, γνώρισε τον Στεφάν Μαλαρμέ και τους άλλους συμβολιστές και συνδέθηκε στενά μαζί τους. Το 1887 γράφει το ανά χείρας μυθιστόρημα, που επηρεάζει καθοριστικά τον Τζαίημς Τζόυς στη συγγραφή του Οδυσσέα - όπως ομολογεί ο ίδιος ο Τζόυς.
Πέθανε το 1949 στο Παρίσι.
Η μελωδία της άνω τελείας Ο Εντουάρ Ντυζαρντέν (1861-1949) δημοσίευσε το μυθιστόρημά του το 1867. Το βιβλίο εκδόθηκε σε 420 αντίτυπα και πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, μολονότι προκάλεσε κάποια θετικά σχόλια. Ο Μαλλαρμέ το εκθείασε, ενώ ο Τζορτζ Μουρ το χαρακτήρισε «μαγευτική μελωδία της άνω τελείας». Το 1903, ο Τζαίημς Τζόυς, στη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι, αγόρασε το βιβλίο από ένα κιόσκι. Αυτή η απλή πράξη άλλαξε τον ρου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το 1920, στη διάρκεια των συζητήσεων για τη μετάφραση του ΟΔΥΣΣΕΑ στα γαλλικά, ο Τζόυς αποκάλυψε ότι η μέθοδος του εσωτερικού μονολόγου που χρησιμοποίησε στο συγκεκριμένο έργο για να εκφράσει συναισθήματα και καταστάσεις (κάτι που επηρέασε ολόκληρες γενιές αγγλόφωνων συγγραφέων και μη, και αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες στιγμές του μοντερνισμού) οφείλεται στο βιβλίο του Ντυζαρντέν. Τι είναι το ΕΔΡΕΨΕ ΔΑΦΝΕΣ; Πρόκειται για την ιστορία του νεαρού Παριζιάνου Ντανιέλ Πρενς, ο οποίος συνδέεται με μια ηθοποιό, τη Λέα ντ' Αρσέ, για χάρη της οποίας κάνει σχέδια και όνειρα. Καθώς κινείται στην πόλη, ο ήρωας στοχάζεται και μέσω του εσωτερικού μονολόγου αφηγείται τα όσα βλέπει ή του συμβαίνουν. Η πλοκή είναι υποτυπώδης. Ο Ντανιέλ ποθεί την κοπέλα, η οποία του ζητά συνεχώς χρήματα για τις ανάγκες της και αυτός, θέλοντας να την βγάλει από την ένδεια, προσβλέποντας ταυτόχρονα στην ερωτική της εύνοια, της τα δίνει πρόθυμα. Αυτή, όμως, παρά τις υποσχέσεις της, τον εμπαίζει, τον εκμεταλλεύεται, τον βαριέται και τελικά δεν του δίνει τίποτε. Η διαρκής πάλη αρσενικού - θηλυκού, η αιώνια αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο φύλα, η αφέλεια των ανδρών και η ανάμεικτη με ελαφρότητα υποκρισία των γυναικών είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους κινείται ο συγγραφέας. Ο Ντυζαρντέν, εγκαταλείποντας τις ξηρές περιγραφές προσώπων και καταστάσεων, αφήνει τον ήρωά του να επιδίδεται σε συνειρμούς, χρησιμοποιώντας κατά κόρον τα αποσιωπητικά και την άνω τελεία, αποφεύγοντας κατά το δυνατόν τις τελείες και τα χωρίσματα των παραγράφων. Ο λόγος του αφηγητή είναι συνεχής, χωρίς παύσεις, κοφτός, ουσιώδης, περιεκτικός. Η ανάγνωση απαιτεί προσοχή και προσήλωση στο κείμενο, χωρίς ασφαλώς αυτό να σημαίνει ότι συναντούμε εδώ τις ίδιες δυσκολίες όπως στον ΟΔΥΣΣΕΑ. Ανακαλύπτει κανείς στο κείμενο προτάσεις που ξαφνιάζουν, επειδή ακριβώς δεν συνδέονται με τις προηγούμενες σκέψεις του ήρωα, έχουν όμως σχέση με τα συμβάντα της ζωής του. Όλη η πλοκή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται μέσα σε ένα απόγευμα (κάτι που παραπέμπει στη δομή των θεατρικών έργων του 18ου αι.) και πιθανότατα δεν είναι καθόλου τυχαίο που και ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ διαδραματίζεται σε μια μέρα, τη 16η Ιουνίου 1904. Οπωσδήποτε οι θαυμαστές της γραφής του Τζόυς κι εκείνοι που αγαπούν τον μοντερνισμό στη λογοτεχνία πρέπει να διαβάσουν το βιβλίο του Ντυζαρντέν. Θα τους δοθεί έτσι η δυνατότητα όχι μόνο να κατανοήσουν την τέχνη του μεγάλου Ιρλανδού (Τζόυς), αλλά και να γνωρίσουν τους δρόμους απ' όπου διάβηκε για να φτάσει στο ζενίθ της δημιουργικότητάς του. (Φίλιππος Φιλίππου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 7.6.2001)

ΠΡΟΣΟΧΗ

Ζητούμε συγγνώμη από τον αναγνώστη για ένα σοβαρό λάθος που επαναλαμβάνεται στο «Επίμετρο» (σελ. 91-101): Αντί «Βηρυττός» διαβάστε «Μπαϋρόυτ» (το κέντρο της δράσης του συνθέτη Ρίχαρντ Βάγκνερ).

[ISBN: 960-8480-82-5]

 

 

 

Μαρσέλ Κοέν,
Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα

Δίγλωσση έκδοση
Μετάφραση από τα ισπανοεβραϊκά: Σάμης Ταμπώχ

[ISBN:960-8480-70-1]

 

Ετέλ Αντνάν,
Περι πόλεων και γυναικών

Γράμματα στον Φαουάζ από τη Bαρκελώνη, την Aιξ-αν-Προβάνς, τη Σκόπελο, τη Mούρθια, το Αμστερνταμ, το Bερολίνο, τη Bηρυττό, από τον Iούνιο του 1990 μέχρι τον Aύγουστο του 1992
"Συνάμα αλληλογραφία και δοκίμιο, το βιβλίο της Eτέλ Aντνάν συνοψίζει την ευαισθησία και την οξυδέρκειά της, που της έχουν χαρίσει παγκόσμια φήμη. Παγκόσμια έκθεση γυναικείου βιβλίου στη Bαρκελώνη, ημερίδα για τον Iμπν Aραμπί στη Mούρθια, συζητήσεις για τον [πρώτο] πόλεμο του Kόλπου στη Γερμανία, επιστροφή στη λαβωμένη Bηρυττό, με ενδιάμεσους σταθμούς την Aιξ-αν-Προβάνς, τη Σκόπελο, το ?μστερνταμ, τη Pώμη. "Στο τέλος του αιώνα και της χιλιετίας μας, με υπόβαθρο τον πόλεμο στον Kόλπο και τον εμφύλιο στον Λίβανο, τα γράμματα αυτά μετατρέπονται τώρα σε γράμματα σε πόλεις και σε γυναίκες, για να μπορέσουμε, πριν είναι πάρα πολύ αργά, να βρούμε τη σωστή γεωγραφία για τις αποκαλύψεις μας". Barbara Harlow, Πανεπιστήμιο του Tέξας. H ποιήτρια, συγγραφέας και ζωγράφος Eτέλ Aντνάν γεννήθηκε στη Bηρυττό από τούρκο πατέρα και ελληνίδα μητέρα. Σήμερα, ζει στην Kαλιφόρνια, στο Παρίσι, στη Bηρυττό και, τα καλοκαίρια, στη Σκόπελο.

Η Ετέλ Αντνάν και εν πολλοίς το παραπάνω βιβλίο της αποτελούν το θέμα του ντοκυμανταίρ της Βουβούλας Σκούρα «Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις», που τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο στο Φεστιβάλ Ντοκυμανταίρ Θεσσαλονίκης 2008.

 

[ISBN:960-8480-66-3]

[ Δείτε τα υπόλοιπα βιβλία >>> πατήστε εδώ για συνέχεια ]
σελ. 1 απο 3

| 1 | - | 2 | - | 3 |

επιστροφή στις εκδόσεις μας ...

 

     

- Created by Skopelos Web Site -
- Powered by Visual Options -